Η Ελλάδα είναι από τις χώρες όπου ρητή νομοθετική πρόβλεψη σε ό τι αφορά την ευθανασία δεν υπάρχει.
Τούτο σημαίνει ότι πιθανές πράξεις ή παραλείψεις που οδηγούν έναν ασθενή στο θάνατο αξιολογούνται υπό το πρίσμα των γενικών διατάξεων του Ποινικού Δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, αποτελούν ποινικά αδικήματα στη χώρα μας -και άρα μη ανεκτές μορφές ευθανασίας- τόσο η ενεργητική ευθανασία, η οποία αντιμετωπίζεται ως πράξη ανθρωποκτονίας (299 ΠΚ), όσο και η κατ’ απαίτηση ανθρωποκτονία (300 ΠΚ), αλλά και η συμμετοχή σε αυτοκτονία (301 ΠΚ).
Σύμφωνα με όσα αναφέρει, μάλιστα, σήμερα στο iefimerida η διδάκτορας Νομικής και λέκτορας στο αγγλόφωνο προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Μαρία Μηλαπίδου, “η ελληνική έννομη τάξη δεν αφήνει περιθώριο σε κανέναν, ούτε και στο γιατρό, να προχωρήσει, ακόμη και με τη συναίνεση του ασθενούς, σε ενεργητική ευθανασία, σε πράξη δηλαδή ή παράλειψη από την οποία να επέρχεται ο θάνατος. Αν αυτή είναι η βούληση του ασθενούς, υπάρχει μόνον η επιλογή της μετάβασης σε μια άλλη χώρα, όπου η υποβοηθούμενη αυτοκτονία ή η ευθανασία είναι νόμιμες για αλλοδαπούς, όπως είναι για παράδειγμα η Ελβετία, η οποία βρίσκεται στην κορυφή του λεγόμενου ‘τουρισμού ευθανασίας’”.
Οι ασθενείς τελικού σταδίου και η ιατρική πράξη
Τι συμβαίνει στην πράξη, όμως, στη χώρα μας; Δεν υπάρχει “ζήτηση” από ασθενείς τελικού σταδίου για ευθανασία; Δεν υπάρχουν γιατροί μονάδων εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ), νευρολόγοι, ψυχίατροι, αναισθησιολόγοι οι οποίοι ειδικεύονται στην αντιμετώπιση του χρνίου πόνου, οι οποίοι έχουν έρθει, κατά τη διάρκεια της άσκησης του λειτουργήματός τους, έστω και μία φορά, ενώπιον ασθενή ο οποίος να τους ζητήσει τη συνδρομή τους, προκειμένου οι ίδιοι να απαλλαγούν από μία δραματικά ανυπόφορη κατάσταση, στο τελικό στάδιο της νόσου τους;
Πράγματι, όπως μας λέει η Μαρία Μηλαπίδου, “στην ιατρική και νοσοκομειακή πράξη, όπως πάντα συμβαίνει, αναδύονται μια σειρά από πρακτικές που αφενός μεν αναδεικνύουν το νομοθετικό κενό που υπάρχει στη χώρα μας, αφού για τη νομική τους αξιολόγηση προστρέχουμε σε διάφορα ερμηνευτικά εργαλεία του Ποινικού Δικαίου, αφετέρου δε φέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη για την καθιέρωση εναλλακτικών λύσεων”.
Ισχυρά αναλγητικά και κατασταλτικά φάρμακα
Έτσι, είναι γνωστό ότι οι γιατροί χορηγούν ισχυρά αναλγητικά (όπως μορφίνη ή άλλα οπιοειδή) και κατασταλτικά φάρμακα για να εκμηδενίσουν τον πόνο και το αίσθημα δύσπνοιας στους ασθενείς τους. Και τούτο είναι κάτι το οποίο ανταποκρίνεται στην υποχρέωση συμπαράστασης στον ασθενή στο τέλος της ζωής που βαρύνει τους γιατρούς κατ’ άρθρο 29 Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ΚΙΔ).
“Συχνά, όμως, οι δόσεις που απαιτούνται για την καταστολή του ακραίου πόνου ενδέχεται, ως παρενέργεια, να επιταχύνουν βιολογικά τον θάνατο (π.χ. μέσω καταστολής του αναπνευστικού συστήματος)”, επισημαίνει η Μαρία Μηλαπίδου και συμπληρώνει:
Η έννοια της έμμεσης ενεργητικής ευθανασίας
“Εδώ βρισκόμαστε μπροστά στην έννοια της έμμεσης ενεργητικής ευθανασίας, στην η υιοθέτηση, δηλαδή, μιας φαρμακευτικής ή άλλης αγωγής που είναι ιατρικά ενδεδειγμένη για την μείωση των πόνων ή την παράταση της ζωής, η οποία όμως έχει ως πιθανή παρενέργεια και την επίσπευση του θανάτου. Αυτή η ιατρική πράξη, παρά το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου, θα μείνει - όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών - ποινικά ατιμώρητη, αν ο γιατρός, ακολουθώντας τους κανόνες της επιτρεπόμενης κινδυνώδους δράσης, έχει επιλέξει μια ιατρικά ενδεδειγμένη μέθοδο (άρθρα 1 και 2 ΚΙΔ) ή έχει ενημερώσει κατάλληλα τον ασθενή μεταξύ άλλων και για τις πιθανές παρενέργειες (άρθρο 11 ΚΙΔ) ή ακόμη έχει λάβει τη συναίνεση του ασθενούς (άρθρο 12 ΚΙΔ) και έχει τελέσει την πράξη lege artis, δηλαδή σύμφωνα με τα κρατούντα στην ιατρική standards”.
Η παθητική ευθανασία και η αυτονομία του ασθενούς
Υπάρχει, όμως, και η παθητική ευθανασία, η οποία παραμένει ατιμώρητη για τον γιατρό. Η Μαρία Μηλαπίδου είναι αρκούντως αναλυτική: “Πυρήνας της συζήτησης γύρω από την ευθανασία είναι, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, η έννοια της αυτονομίας, της αυτοδιάθεσης του ασθενούς. Η αρχή της αυτονομίας, αρχή με συνταγματική κατοχύρωση (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος), η οποία ρητά αποτυπώνεται και στα άρθρα του ΚΙΔ (άρθρο 12 παρ. 1), άλλα και της Σύμβασης του Οβιέδο (ν. 2619/1998 - άρθρο 5), υπαγορεύει την υποχρέωση να γίνεται απολύτως σεβαστή η βούληση του ασθενούς που έχει ικανότητα συναίνεσης να αρνηθεί και να διακόψει σε κάθε στιγμή τη θεραπεία του”.
Όταν ο ασθενής αρνείται τη θεραπεία
Και εδώ η Μαρία Μηλαπίδου επισημαίνει στο iefimerida το πιο κρίσιμο στοιχείο: “Στην περίπτωση αυτή, είναι αυτονόητο ότι παύει και η αντίστοιχη υποχρέωση του γιατρού να χορηγήσει θεραπεία, ακόμα και αν από την παράλειψή του αυτή επέλθει τελικά ο θάνατος. Για την ακρίβεια ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενούς. Πρόκειται για τη δεύτερη από τις ανεκτές μορφές ευθανασίας, τη λεγόμενη παθητική ευθανασία, όπου η παράλειψη του γιατρού είναι ποινικά αδιάφορη”.
Τα δύσκολα διλήμματα στις μεταιχμιακές περιπτώσεις
Όμως, περισσότερα προβλήματα γεννώνται στις μεταιχμιακές περιπτώσεις όπου, σύμφωνα πάντα με την ίδια, “δεν υπάρχει ρητή ή έγκυρα εικαζόμενη βούληση του ασθενούς και ο ίδιος δεν μπορεί πλέον να τη διατυπώσει ή όταν η διατήρησή του στη ζωή σε μια ανέλπιδα κατάσταση, δίχως βάσιμη πρόβλεψη και δυνατότητα βελτίωσης ή ακόμα και όταν ο ασθενής επιζητεί μέτρα που θα του παρατείνουν την ζωή, ο γιατρός όμως κρίνει ότι αυτά τα μέτρα δεν πρέπει να υιοθετηθούν. Στις περιπτώσεις αυτές η ερμηνευτική οδός που ακολουθείται είναι ότι εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του γιατρού να λάβει λόγω του επειγόντος χαρακτήρα της κατάστασης τα άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση του άμεσου κινδύνου ζωής. Από κει και πέρα, ωστόσο, δημιουργούνται μια σειρά από ερωτήματα: Μετά την αντιμετώπιση του άμεσου κινδύνου, ποιος θα αποφασίσει για την ιατρική αντιμετώπιση του ασθενούς; Οι συγγενείς; Ποιοι συγγενείς; Τι γίνεται αν διαφωνούν μεταξύ τους; Μέχρι πότε λαμβάνονται τα μέτρα; Τελικά η ζωή του ασθενούς επαφίεται στο ενδιαφέρον των συγγενών του;”.
Τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα
Εν κατακλείδι, είναι προφανές όσο και αναμενόμενο ότι το μεγάλο θέμα της ευθανασίας, τα μεγάλα δεοντολογικά, φιλοσοφικά και ηθικά ερωτήματα και διλήμματα, τα οποία μπορούν να βασανίσουν πραγματικά έναν γιατρό, κατά την διάρκεια της παροχής θεραπείας σε ασθενή του, ο οποίος βρίσκεται, με αφόρητο για τον ίδιον τον ασθενή τρόπο, στο τελικό στάδιο της νόσου του, δεν λύνονται με πολύ απλές και, ταυτόχρονα, μαθηματικά σαφείς νομοθετικές ρυθμίσεις, κυρίως δεν απαντώνται οριστικά και αμετάκλητα μεταξύ των πολιτών, οι οποίοι χωρίζονται υπαρξιακά από διαφορετικές οπτικές, φιλοσοφίες, ακόμη και “κοσμοθεωρίες” για την ίδια την ζωή, την ασθένεια και, ασφαλώς, για τον ίδιον τον θάνατο. Καμιά φορά, μάλιστα, και οι ίδιες οι βαθύτερες πεποιθήσεις των πολιτών αλλάζουν, ακόμη και ριζικά.