Αγόρια και κορίτσια αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους με διαφορετικό τρόπο από τα... γεννοφάσκια τους.
Νέα μελέτη από ομάδα επιστημόνων του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ αναδεικνύει τις διαφορές στον τρόπο με τον οποίο νεογέννητα αγόρια και κορίτσια ανταποκρίνονται στα ερεθίσματα που δέχονται από το εξωτερικό τους περιβάλλον.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Biology of Sex Differences», πραγματοποιήθηκε σε 130 νεογέννητα και διεξήχθη μόλις λίγες ώρες μετά τη γέννησή τους.
Το βασικό ζητούμενο που εξέτασαν οι ερευνητές ήταν το πώς αντιδρούσαν τα βρέφη όταν μπροστά τους εμφανίζονταν δύο διαφορετικά ερεθίσματα: ένα ανθρώπινο πρόσωπο και ένα κινούμενο αντικείμενο. Συνολικά, τα μωρά προτιμούσαν να κοιτούν το ανθρώπινο πρόσωπο. Όταν όμως οι ερευνητές χώρισαν τα αποτελέσματα ανά φύλο, εμφανίστηκε μια διαφορά: τα κορίτσια, κατά μέσο όρο, κοιτούσαν περισσότερο το πρόσωπο, ενώ τα αγόρια αφιέρωναν περισσότερο χρόνο στο κινούμενο αντικείμενο.
Η μελέτη βασίζεται σε προηγούμενη έρευνα της ίδιας επιστημονικής ομάδας, αλλά αυτή τη φορά χρησιμοποιήθηκαν αυστηρότερες και πιο αξιόπιστες μέθοδοι για να εξεταστούν οι διαφορές.
Το 2000, μελέτη του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ είχε διαπιστώσει ότι τα νεογέννητα κορίτσια κοιτούσαν, κατά μέσο όρο, περισσότερο ανθρώπινα πρόσωπα, ενώ τα αγόρια έστρεφαν περισσότερο την προσοχή τους σε αντικείμενα.
Έκτοτε, επιστήμονες του συγκεκριμένου πεδίου ζητούσαν να επαναληφθεί το πείραμα, ώστε να διαπιστωθεί εάν τα αποτελέσματά του μπορούν να αναπαραχθούν. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι εξαιρετικά δύσκολο, καθώς η πραγματοποίηση πειραματικών ερευνών σε νεογέννητα παρουσιάζει σημαντικές πρακτικές δυσκολίες.
Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές παρουσίασαν στα μωρά δύο βίντεο δίπλα-δίπλα. Στο ένα υπήρχε ένα κοινωνικό ερέθισμα: ένα ανθρώπινο πρόσωπο που κινούνταν με φυσικό τρόπο. Στο άλλο υπήρχε ένα μη κοινωνικό ερέθισμα: μεταλλικές σφαίρες που κινούνταν λόγω της βαρύτητας και των μηχανικών ιδιοτήτων τους - η γνωστή διάταξη που ονομάζεται «εκκρεμές του Νεύτωνα».
Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διαφοροποίηση παρατηρήθηκε μέσα στις πρώτες ώρες μετά τη γέννηση έχει ξεχωριστή σημασία. Σε αυτή τη φάση τα παιδιά έχουν ακόμη ελάχιστες μεταγεννητικές εμπειρίες και, ως εκ τούτου, έχουν εκτεθεί ελάχιστα σε κοινωνικές προσδοκίες που συνδέονται με το φύλο τους.
Οι ερευνητές θεωρούν επομένως πιθανό να συμβάλλουν στις διαφορές που παρατηρήθηκαν βιολογικοί παράγοντες που δρουν ήδη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και διαφοροποιούνται μεταξύ των δύο φύλων, όπως τα επίπεδα ορμονών και γενετικοί παράγοντες.
Εδώ και χρόνια, οι έρευνες δείχνουν ότι τα κορίτσια, κατά μέσο όρο, αρχίζουν να μιλούν νωρίτερα και αναπτύσσουν γρηγορότερα κοινωνικές δεξιότητες σε σχέση με τα αγόρια. Το ερώτημα όμως παραμένει: αυτές οι διαφορές προκαλούνται από τον πολιτισμό και το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν ή υπάρχει και κάποια βιολογική βάση;
Οι διαφορές φαίνεται να αρχίζουν πριν από τη γέννηση
Η Yumnah Khan, υποψήφια διδάκτωρ στο Autism Research Centre του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και επικεφαλής ερευνήτρια της μελέτης, επισημαίνει ότι πρόσφατη έρευνα της ομάδας είχε ήδη εντοπίσει διαφορές μεταξύ των φύλων στη δομή του εγκεφάλου, οι οποίες φαίνεται ότι εμφανίζονται πριν ακόμη από τη γέννηση.
Η νέα μελέτη, όπως εξηγεί, δείχνει ότι οι διαφορές δεν εντοπίζονται μόνο στον εγκέφαλο, αλλά και στην προσοχή και τη συμπεριφορά των νεογέννητων.
Ο καθηγητής Sir Simon Baron-Cohen, διευθυντής του Autism Research Centre του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και επόπτης της μελέτης, τοποθετεί τα ευρήματα στο επίκεντρο της παλιάς συζήτησης για τον ρόλο της φύσης και του περιβάλλοντος. Το γεγονός ότι οι διαφορές καταγράφονται μόλις λίγες ώρες μετά τη γέννηση, πριν υπάρξει εκτεταμένη μεταγεννητική εμπειρία, αποτελεί ένδειξη ότι παίζουν ρόλο παράγοντες που δρουν πριν από τη γέννηση.
Σύμφωνα με τον Baron-Cohen, αυτοί οι παράγοντες -οι ορμόνες του φύλου και/ή τα γονίδια- στη συνέχεια αλληλεπιδρούν με τις εμπειρίες που αποκτά το παιδί μετά τη γέννησή του. Με άλλα λόγια, το δίλημμα δεν είναι «φύση ή ανατροφή». Η εικόνα που προκύπτει είναι ένας συνδυασμός φύσης και ανατροφής.
Οι ίδιοι οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία.
Ο Dr Alex Tsompanidis, Assistant Research Professor στο Autism Research Centre και μέλος της ερευνητικής ομάδας, σημειώνει ότι οι διαφορές που υπάρχουν κατά τη γέννηση αποτελούν ένα σημείο εκκίνησης. Δεν καθορίζουν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί θα μάθει, θα συμπεριφερθεί ή θα αναπτυχθεί αργότερα στη ζωή του. Ο λόγος είναι ότι οι βιολογικοί και οι κοινωνικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν διαρκώς μεταξύ τους.
Αντίστοιχα, η καθηγήτρια Carrie Allison, αναπληρώτρια διευθύντρια του Autism Research Centre και μέλος της ερευνητικής ομάδας, τονίζει μια ακόμη σημαντική παράμετρο: οι διαφορές που καταγράφηκαν δεν αφορούν κάθε αγόρι και κάθε κορίτσι ξεχωριστά. Εμφανίζονται όταν συγκρίνονται ομάδες αγοριών και κοριτσιών και εξετάζονται οι μέσοι όροι τους.
Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι η καλύτερη κατανόηση της προέλευσης των πρώτων διαφορών μεταξύ των φύλων θα μπορούσε να βοηθήσει και στη μελέτη της νευροδιαφορετικότητας και καταστάσεων όπως ο αυτισμός.
Ο αυτισμός, όπως σημειώνουν οι ερευνητές, διαγιγνώσκεται περίπου δύο φορές συχνότερα στα αγόρια από ό,τι στα κορίτσια.
Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το Wellcome Trust, το Simons Foundation Autism Research Initiative (SFARI), καθώς και μέσω διδακτορικής υποτροφίας από το Trinity College Cambridge και το Cambridge Trust. Η μελέτη παρακολούθησης χρηματοδοτείται από το K. Lisa Yang Centre for Autism Research του Cambridge.
Η μελέτη των Yumnah T. Khan, Alex Tsompanidis και συνεργατών, με τίτλο «Sex differences in social attention at birth», δημοσιεύθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό «Biology of Sex Differences».