Σύμφωνα με τον Μάικλ Μπέκα, πρώην βουδιστή μοναχό, η βασική ερώτηση που δίδασκε επί χρόνια στους μαθητές του στα μοναστήρια ήταν μία.
- Ο πρώην μοναχός Μάικλ Μπέκα θεωρεί κάθε σκρολάρισμα πράξη κατευθυνόμενης προσοχής. Επισημαίνει πως οι αλγόριθμοι δεν υπηρετούν την ευημερία μας, αλλά την διατήρηση της προσοχής μας, συχνά μέσω περιεχομένου που προκαλεί φόβο, οργή και σύγκριση.
- Ο νους επηρεάζεται από τα ερεθίσματα που δέχεται, όπως το σώμα από την τροφή. Η συνεχής τροφοδότησή του με φόβο τον μαθαίνει να περιμένει τον κίνδυνο, ενώ η σύγκριση με άλλους τον κάνει να ξεχνά όσα ήδη έχει.
- Η λύση δεν είναι η αποχή από την τεχνολογία, αλλά ο συνειδητός σχεδιασμός του ψηφιακού μας χώρου. Το κινητό πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν το σπίτι μας, επιλέγοντας προσεκτικά τις εφαρμογές και το περιεχόμενο που επιτρέπουμε.
- Προτείνεται η αξιολόγηση των λογαριασμών που ακολουθούμε με βάση το αν μας εξελίσσουν ή μας συρρικνώνουν συναισθηματικά. Παράλληλα, η επανένταξη της σιωπής στην καθημερινότητα, χωρίς οθόνες, αποτελεί πράξη ανάκτησης ελέγχου της προσοχής.
Πριν ακόμη σηκωθούμε από το κρεβάτι, πριν πιούμε την πρώτη γουλιά καφέ ή ανταλλάξουμε την πρώτη κουβέντα της ημέρας με τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας, οι περισσότεροι έχουμε ήδη κοιτάξει το κινητό μας τηλέφωνο. Μέσα σε λίγα λεπτά έχουμε εκτεθεί σε δεκάδες ιστορίες, από διεθνείς κρίσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις μέχρι τις διακοπές κάποιου αγνώστου ή το τελευταίο viral βίντεο που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα. Και όλα αυτά πριν καν ξεκινήσει ουσιαστικά η ημέρα μας.
Παράλληλα, εμείς οι ίδιοι αφιερώνουμε τεράστια ενέργεια στη φροντίδα του σώματός μας. Διαβάζουμε ετικέτες τροφίμων, παρακολουθούμε θερμίδες, συζητάμε για δίαιτες και συμπληρώματα. Σπάνια όμως εξετάζουμε με την ίδια προσοχή τι ακριβώς καταναλώνει ο νους μας κάθε μέρα.
Κάθε σκρολάρισμα στο κινητό είναι μια μορφή προσευχής
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αναδείξει μιλώντας στο περιοδικό ΤΙΜΕ ο Μάικλ Μπέκα, πρώην βουδιστής μοναχός, δάσκαλος ενσυνειδητότητας και σύμβουλος νευροεπιστημών που ζει σήμερα στη γερμανική πόλη Μάιντς. Έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια μοναστικής ζωής, αρχικά στη Γαλλία και αργότερα ως ηγούμενος στο Μοναστήρι Deer Park της Καλιφόρνιας, στην παράδοση του διάσημου βουδιστή δασκάλου Thich Nhat Hanh, ο Μπέκα προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση για τη σχέση μας με τις οθόνες.
Η ιδέα του είναι απλή αλλά προκλητική: κάθε σκρολάρισμα στο κινητό είναι μια μορφή προσευχής. Όχι με θρησκευτική έννοια, όπως διευκρινίζει, αλλά με την έννοια της κατευθυνόμενης προσοχής. Κάθε φορά που ανοίγουμε μια εφαρμογή, πατάμε μια ειδοποίηση ή ανανεώνουμε τη ροή ειδήσεων, στην πραγματικότητα στρέφουμε συνειδητά την προσοχή μας προς κάτι και δηλώνουμε ότι αυτό έχει σημασία για εμάς.
«Τι τρέφει τη συνείδησή σου;»
«Κάθε φορά που ανοίγεις μια εφαρμογή λες στο σύμπαν: δείξε μου τι είναι πραγματικό. Δείξε μου τι πρέπει να με ενδιαφέρει», γράφει. «Ο αλγόριθμος απαντά. Και το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει ως προτεραιότητα τη δική σου ευημερία».
Η παρατήρηση αυτή αγγίζει ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα της ψηφιακής εποχής. Οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων δεν είναι σχεδιασμένοι για να μας κάνουν πιο ευτυχισμένους, πιο ήρεμους ή πιο δημιουργικούς. Είναι σχεδιασμένοι για να κρατούν την προσοχή μας όσο το δυνατόν περισσότερο. Και οι έρευνες δείχνουν ότι συχνά το πετυχαίνουν αξιοποιώντας περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα, φόβο, αγανάκτηση ή συγκρίσεις με τους άλλους.
Σύμφωνα με τον Μπέκα, η βασική ερώτηση που δίδασκε επί χρόνια στους μαθητές του στα μοναστήρια ήταν μία: «Τι τρέφει τη συνείδησή σου;». Όπως το σώμα διαμορφώνεται από τις τροφές που καταναλώνει, έτσι και ο νους επηρεάζεται από τα ερεθίσματα που δέχεται καθημερινά.
«Αν τον τροφοδοτείς με φόβο, μαθαίνει να περιμένει διαρκώς κίνδυνο. Αν τον τροφοδοτείς με συγκρίσεις, ξεχνά όσα ήδη έχει. Αν τον τροφοδοτείς με οργή, χάνει την ικανότητα να κάθεται ήσυχα με αυτό που είναι», υποστηρίζει.
Μια πιο ρεαλιστική λύση
Δεν προτείνει όμως την απόλυτη αποχή από την τεχνολογία. Δεν ζητά από τους ανθρώπους να διαγράψουν τους λογαριασμούς τους ή να εγκαταλείψουν τα κινητά τηλέφωνα. Αντίθετα, προτείνει μια πιο ρεαλιστική και ίσως πιο δύσκολη λύση: να αντιμετωπίσουμε τον ψηφιακό μας χώρο όπως αντιμετωπίζουμε το σπίτι μας.
Όταν διαμορφώνουμε ένα δωμάτιο στο οποίο θέλουμε να ζούμε, επιλέγουμε προσεκτικά τι θα υπάρχει μέσα σε αυτό. Κρεμάμε στους τοίχους εικόνες που μας εκφράζουν. Απομακρύνουμε αντικείμενα που μας δημιουργούν δυσφορία. Διατηρούμε όσα μας θυμίζουν ποιοι θέλουμε να είμαστε.
Το ίδιο, λέει, θα έπρεπε να συμβαίνει και με το κινητό μας τηλέφωνο.
Η αρχική οθόνη, οι λογαριασμοί που ακολουθούμε, οι ειδοποιήσεις που επιτρέπουμε και οι εφαρμογές που χρησιμοποιούμε αποτελούν το ψηφιακό δωμάτιο μέσα στο οποίο περνάμε αρκετές ώρες κάθε μέρα. Παρ' όλα αυτά, οι περισσότεροι δεν το έχουν σχεδιάσει ποτέ συνειδητά. Απλώς το άφησαν να γεμίσει τυχαία.
Οι επιστημονικές έρευνες φαίνεται να ενισχύουν αυτή την ανησυχία. Τα τελευταία χρόνια δεκάδες μελέτες έχουν συνδέσει τη βαριά χρήση των κοινωνικών δικτύων με αυξημένα επίπεδα άγχους, διαταραχές ύπνου και μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης. Η συνεχής εναλλαγή πληροφοριών δυσκολεύει τον εγκέφαλο να παραμείνει προσηλωμένος σε μια εργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα, επηρεάζοντας τόσο την παραγωγικότητα όσο και την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων.
Η προσοχή, εξηγεί ο Μπέκα, δεν είναι ανεξάντλητη. Είναι ένας περιορισμένος πόρος. Και όπως συμβαίνει με κάθε πολύτιμο πόρο, ο τρόπος με τον οποίο τον ξοδεύουμε καθορίζει τι απομένει διαθέσιμο για όλα τα υπόλοιπα στη ζωή μας.
Το αισιόδοξο στοιχείο είναι ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει χωρίς δραστικά μέτρα. Δεν χρειάζονται πολυήμερα retreats ψηφιακής αποτοξίνωσης ούτε η πλήρης εγκατάλειψη της τεχνολογίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, αρκούν λίγα λεπτά ειλικρινούς αυτοπαρατήρησης.
«Αυτό με βοηθά να εξελίσσομαι ή με συρρικνώνει πνευματικά;»
Προτείνει μια απλή άσκηση. Ανοίξτε την εφαρμογή κοινωνικής δικτύωσης που χρησιμοποιείτε περισσότερο και εξετάστε έξι λογαριασμούς που ακολουθείτε συστηματικά. Έπειτα θέστε στον εαυτό σας μια μόνο ερώτηση: «Αυτό με βοηθά να εξελίσσομαι ή με συρρικνώνει πνευματικά;».
Η ερώτηση δεν είναι αν το περιεχόμενο είναι διασκεδαστικό. Ούτε αν συμφωνούμε ιδεολογικά μαζί του. Το πραγματικό κριτήριο είναι πώς αισθανόμαστε μετά την επαφή μας με αυτό. Μας κάνει πιο περίεργους για τον κόσμο; Πιο ήρεμους; Πιο ευγενικούς; Ή μήπως μας αφήνει πιο αγχωμένους, πιο θυμωμένους και πιο εξαντλημένους;
Όσοι λογαριασμοί μάς κάνουν να νιώθουμε μικρότεροι, πιο φοβισμένοι ή πιο απογοητευμένοι, ίσως δεν αξίζουν πλέον μια θέση στη ζωή μας. Αντίθετα, αξίζει να κρατήσουμε εκείνους που ενισχύουν τη διαύγεια, τη γενναιοδωρία και την ψυχική ανθεκτικότητα.
Η δεύτερη πρόταση του πρώην μοναχού είναι ακόμη πιο απλή: να ξαναβρούμε τη σιωπή.
Όχι τον χρόνο που γεμίζουμε αμέσως με ένα podcast, μουσική ή νέο σκρολάρισμα. Πραγματική σιωπή. Πέντε λεπτά το πρωί πριν πιάσουμε το κινητό. Ένας περίπατος χωρίς ακουστικά. Ένα γεύμα χωρίς οθόνη μπροστά μας.
Μπορεί να ακούγονται ασήμαντες συνήθειες σε έναν κόσμο που κινείται με ταχύτητα και συνεχή συνδεσιμότητα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Μπέκα, αποτελούν πράξεις ανάκτησης ελέγχου. Είναι μικρές υπενθυμίσεις ότι εξακολουθούμε να έχουμε τη δυνατότητα να αποφασίζουμε πού θα στραφεί η προσοχή μας.
«Δεν θα καλούσες στο σπίτι σου κάποιον που σε κάνει να αισθάνεσαι άσχημα κάθε μέρα», σημειώνει. «Κάποια στιγμή θα σταματούσες να του ανοίγεις την πόρτα. Το feed σου είναι το σπίτι σου. Εσύ αποφασίζεις ποιος θα μπει μέσα».