Λαϊκό είδωλο στην εποχή της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ, ο Τζέιμς Κάγκνεϊ διατηρεί ακόμη και σήμερα την αίγλη του ανάμεσα στους φανατικούς σινεφίλ, με την μακρά κινηματογραφική του πορεία, που ξεκίνησε σχεδόν πριν από έναν αιώνα και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Όρσον Γουέλς τον χαρακτήρισε «ίσως τον σπουδαιότερο ηθοποιό που εμφανίστηκε ποτέ μπροστά σε κάμερα».
Παράλληλα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι πατεράδες μας και παππούδες μας τον λάτρευαν, όταν στη μεταπολεμική Ελλάδα το σινεμά ήταν η πιο αυθεντική λαϊκή ψυχαγωγία.
Ίσως γιατί ο μικροκαμωμένος χαρισματικός ηθοποιός, με το παιδικό πρόσωπο και το «μέτωπο ταύρου», το έξυπνο, ορισμένες φορές τρελαμένο, βλέμμα, τη στακάτη ηλεκτρισμένη εκφορά λόγου, την περίφημη ενέργειά του και τη φήμη του κορυφαίου κινηματογραφικού γκάνγκστερ, του σκληροτράχηλου, που δεν «κώλωνε» πουθενά, είχε μεγαλύτερη αξία από τις ταινίες του, μαγεύοντας εκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.
Γνωρίζοντας την καθολική αναγνώριση των συναδέλφων του, ο Κάγκνεϊ, δεν ήταν, όμως, μόνο ο ιδανικός σκληρός ήρωας, αλλά και ένας πολυσύνθετος ηθοποιός, με τεράστια ερμηνευτική γκάμα, καθώς ήξερε να χορεύει, να παίζει κωμωδία, δράμα, «τα πάντα όλα». Θα διαγράψει μία αναμφισβήτητα σπουδαία καριέρα, που τιμήθηκε με Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για το μιούζικαλ «Ο Ουρανός της Δόξας» και άλλες πολλές βραβεύσεις, ενώ θα καταστεί ως ένας από τους σημαντικότερους άντρες του Χόλιγουντ από το Αμερικάνικο Ινστιτούτο Κινηματογράφου.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από τον θάνατό του (30 Μαρτίου 1986), είναι ευκαιρία να θυμηθούμε οι παλαιότεροι και να ανακαλύψουν οι νεότεροι, τους λόγους που έκαναν τον Κάγκνεϊ έναν κινηματογραφικό θρύλο, τις σημαντικότερες στιγμές του στη μεγάλη οθόνη και ορισμένα καθοριστικά γεγονότα της ζωής του.
Φτώχεια, μποξ και εργασία
Ο Τζέιμς Φράνσις Κάγκνεϊ Τζούνιορ, γεννήθηκε το 1899 στις φτωχογειτονιές του Μανχάταν στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς του ήταν ιρλανδικής καταγωγής, με τον συνονόματο πατέρα του να δουλεύει ως μπάρμαν και να ασχολείται ερασιτεχνικά με την πυγμαχία. Ήταν το δεύτερο από τα επτά παιδιά της πάμφτωχης οικογένειας, ενώ ως βρέφος ήταν φιλάσθενο, τόσο που η μητέρα του φοβόταν ότι θα τον έχανε, όπως συνέβη και με δυο ακόμη αδέλφια του. Ο γαλανομάτης και κοκκινομάλλης Τζέιμς αποφοίτησε από το λύκειο Στάιβεσαντ της Νέας Υόρκης και φοίτησε στο Κολούμπια. Νέος, δούλεψε σε διάφορες δουλειές, από αντιγραφέας στην εφημερίδα New York Sun και επιμελητής βιβλίων στη Δημόσια Βιβλιοθήκη έως νυχτερινός θυρωρός, δίνοντας όλα τα λεφτά στην οικογένειά του. Η γνωριμία του με την Φλόρενς Τζέιμς τον βοήθησε να φτάσει μέχρι την υποκριτική, όταν ακόμη δούλευε πυρετωδώς για να τα βγάλει πέρα και να συνεισφέρει στην οικογένειά του. Θα ξεκινήσει να χορεύει κλακέτες - μία γνώση που συνέβαλε στο να κερδίσει το Όσκαρ - και ταυτόχρονα θα ασχοληθεί με την ερασιτεχνική πυγμαχία, στην κατηγορία ελαφρών βαρών. Οι προπονητές του τον ενθάρρυναν να γίνει επαγγελματίας μποξέρ, αλλά η μητέρα του δεν το επέτρεψε.
Η θεία στο Μπρούκλιν
Η επαφή του με το σινεμά ήταν ασυνήθιστη. Οι επισκέψεις του σε μια θεία του στο Μπρούκλιν, απέναντι από τα στούντιο της Vitagraph και η περιέργειά του να βλέπει κρυφά τα γυρίσματα των ταινιών του Τζον Μπάνι, τον έφεραν στο θέατρο, να κάνει τα σκηνικά σε μια κινέζικη παντομίμα. Αρχικά αρκούνταν μόνο σε δουλειές των παρασκηνίων και δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για το πάλκο. Ένα βράδυ, όμως, που αρρώστησε ένας ηθοποιός, ο Κάγκνεϊ θα πάρει τη θέση του, καθώς ήξερε τον ρόλο απ’ έξω, λόγω της φωτογραφικής του μνήμης.
Από τις θεατρικές περιπλανήσεις στο Μπρόντγουεϊ και το Χόλιγουντ
Το 1919, θα πάρει έναν χορευτικό ρόλο στο θεατρικό έργο «Every Sailor», πείθοντας τους παραγωγούς για το ταλέντο του. Ήταν τα πρώτα του βήματα προς την ηθοποιία, καθώς, μετά από αρκετές περιπέτειες και θεατρικές περιπλανήσεις, θα τον φέρουν μέχρι και στο Μπρόντγουεϊ, θα γίνει αναγνωρισμένος δάσκαλος χορού και πειστικός ερμηνευτής, κάτι που τον έστειλε στην αγκαλιά της Warner. Βλέποντάς τον ο Αλ Τζόνσον στο θέατρο, θα καταλάβει τις απεριόριστες δυνατότητές του στο σινεμά και τον προσέλαβε για να παίξει στο φιλμ «Διακοπές των Αμαρτωλών», που προβλήθηκε το 1930, για έναν ρόλο που σημάδεψε την καριέρα του, αυτόν του Χάρι Ντελάνο, ενός σκληρού τύπου που γίνεται δολοφόνος αλλά προκαλεί τη συμπάθεια στο κοινό. Χαρακτηριστικό του ατσαλένιου χαρακτήρα του, η άρνησή του να πει μια ανόητη ατάκα στο επόμενο φιλμ «Sinners' Holiday», κάνοντας ακόμη και τον περίφημο παραγωγό Ντάριλ Ζάνουκ να υποχωρήσει και να κοπεί η ατάκα από την ταινία.
Πρωταγωνιστής με την πρώτη
Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία θα έρθει άμεσα, το 1931, όταν θα πρωταγωνιστήσει στο κλασικό γκανγκστερικό φιλμ του Γουίλιαμ Γουέλμαν «Ο Εχθρός της Κοινωνίας», έχοντας δίπλα του την Τζιν Χάρλοου. Ο Κάγκνεϊ θα γνωρίσει την αποθέωση ως «αδίστακτος κακός», ενώ στα αξιοπερίεργα πρέπει να καταγραφεί ότι αρχικά είχε επιλεγεί για τον ρόλο του «καλού», κάτι που άλλαξε από τα πρώτα γυρίσματα, λόγω της αδυναμίας του συμπρωταγωνιστή Έντουαρντ Γουντς να είναι πειστικός. Με το τέλος των γυρισμάτων, ο πολύπειρος Γουέλμαν, είπε στον Κάγκνεϊ «μικρέ, τώρα είσαι πρωταγωνιστής!». Ήταν η πρώτη ταινία χαμηλού προϋπολογισμού, που έφερε πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια εισπράξεις και αρκετοί υποστηρίζουν ότι όλα οφείλονται σε μία πρωτοποριακή σκηνή, που έμεινε κλασική, στην οποία ο Κάγκνεϊ λιώνει μισό γκρέιπφρουτ στο πρόσωπο της Μέι Κλαρκ.
Το Όσκαρ για μιούζικαλ
Οι επιτυχίες του Κάγκνεϊ θα τον κάνουν τον πιο ακριβοπληρωμένο ηθοποιό στο Χόλιγουντ, καθώς, εκτός από τους ρόλους του σκληρού, ορισμένες φορές δαιμονικού κακού, θα διαπρέψει με ό,τι καταπιαστεί, από κωμωδίες και μιούζικαλ, μέχρι δράματα και γουέστερν. Το 1942 θα κερδίσει με το μιούζικαλ «Ο Ουρανός της Δόξας», σε σκηνοθεσία Μάικλ Κέρτιζ («Καζαμπλάνκα), το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου, κάτι που του χρώσταγε η Ακαδημία ακόμη και από τις πρώτες του εμφανίσεις στη μεγάλη οθόνη.
Οι κορυφαίες του ερμηνείες
Ωστόσο, δεν μπορούμε να μη σταθούμε σε ορισμένες κορυφαίες ερμηνείες του, στις ταινίες: «Blonde Crazy» (1931), ρομαντική κομεντί απάτης, «Footlight Parade» (1933), έξοχο μιούζικαλ, «The Roaring Twenties» (1938), κλασική γκανγκστερική ταινία, με συμπρωταγωνιστή τον Μπόγκαρντ, «Κολασμένες Ψυχές» αριστοτεχνικό γκανγκαστερικό φιλμ και πάλι με συμπρωταγωνιστή τον Μπόγκαρντ, «Yankee Doodle Dandy» (1942), βιογραφικό μουσικοχορευτικό δράμα, «White Heat» (1949), υπέροχη γκανγκστερική ταινία, όπου παραδίδει ίσως την κορυφαία ερμηνεία του ως ψυχοπαθής δολοφόνος και «Man of a Thousand Faces» (1957), ένα σκοτεινό βιογραφικό δράμα.
Οι μεγάλες του αγάπες και η πολιτική
Ο Κάγκνεϊ, που θα παντρευτεί στα 22 του τη Φράνσις Γουίλαρντ Βέρνον και θα ζήσουν μαζί μέχρι το τέλος του, κράτησε την προσωπική του ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αγαπούσε τη γη, τα άλογα, τη θάλασσα και τη ναυτοσύνη, ενώ πολιτικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εντελώς άστατος. Θα ξεκινήσει ως μαχητικός προοδευτικός, διατελώντας και πρόεδρος του Σωματείου Ηθοποιών, θα κατηγορηθεί μέχρι και για φιλοκομμουνιστής, θα βοηθήσει τον Ρούσβελτ, θα τα βάλει με συνδικάτα που ελέγχονταν από τη μαφία, θα βοηθήσει τους Δημοκρατικούς στον ισπανικό εμφύλιο, θα στείλει στον αγύριστο, με την ισχύ του, την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων και στα τελευταία του θα δηλώσει «αρχισυντηρητικός»…
Σταρ παλαιάς κοπής
Ο Τζέιμς Κάγκνεϊ πέρασε τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του ως συνταξιούχος, πέρα από ελάχιστες τις κινηματογραφικές εμφανίσεις του, μεταξύ άλλων και στο δραματικό φιλμ του Μίλος Φόρμαν «Ragtime», που έπαιξε μόλις πέντε χρόνια πριν πεθάνει σε ηλικία 86 ετών από καρδιακή προσβολή. Μια τελευταία σπουδαία εμφάνιση, όπου απέδειξε τι σημαίνει σταρ παλαιάς κοπής. Όπως είπαν αυτόπτες μάρτυρες στα γυρίσματα, όταν έφτασε στο Σαουθάμπτον, όπου είχε στηθεί το πλατό, έγινε ένας ανεπανάληπτος πανικός από αμέτρητους θαυμαστές του, ενώ σε πολλές σκηνές οι έμπειροι συμπρωταγωνιστές του έχασαν τα λόγια τους μπροστά του, μένοντας άναυδοι μπροστά σε έναν ζωντανό θρύλο, έναν ηθοποιό που μάγεψε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.