Η αρχιτέκτονας επιμένει ότι η αναστήλωση του ναού μπορεί να λειτουργήσει ως σύμβολο ελπίδας. Για την ίδια, η ανοικοδόμηση της παλιάς πόλης δεν αφορά μόνο την αποκατάσταση κτιρίων αλλά και την ανάκτηση της ταυτότητας της Αντιόχειας.
Τρία χρόνια μετά τους καταστροφικούς σεισμούς που ισοπέδωσαν τη νότια Τουρκία, μια νεαρή αρχιτέκτονας επιχειρεί να δώσει νέα ζωή σε ένα ιστορικό μνημείο της Αντιόχειας, με στόχο όχι μόνο την αποκατάσταση ενός ναού αλλά και την αναγέννηση της πολυπολιτισμικής μνήμης της πόλης. Η 34χρονη Μπουσέ Τζερέν Γκιουλ ηγείται της προσπάθειας αναστήλωσης της ελληνορθόδοξης εκκλησίας του Αγίου Παύλου, η οποία υπέστη εκτεταμένες ζημιές από τους σεισμούς του Φεβρουαρίου 2023 και παρέμεινε για χρόνια θαμμένη κάτω από τόνους ερειπίων.
Η εκκλησία σχεδόν εξαφανίστηκε
Οι σεισμοί μεγέθους 7,8 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ και οι ισχυροί μετασεισμοί που ακολούθησαν συγκαταλέγονται στις χειρότερες φυσικές καταστροφές στη σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας. Στην Αντιόχεια, το ιστορικό κέντρο σχεδόν εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω του χιλιάδες κατεστραμμένα κτίρια και βαθιές πληγές σε μια πόλη που επί αιώνες αποτελούσε σημείο συνάντησης διαφορετικών πολιτισμών και θρησκειών. Περισσότεροι από 53.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην Τουρκία, ενώ χιλιάδες ακόμη σκοτώθηκαν στη γειτονική Συρία.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό καταστροφής, η Γκιουλ και η ομάδα της κατάφεραν πρόσφατα να αποκαλύψουν τον ναό κάτω από στρώματα μπάζων που έφταναν έως και τα πέντε μέτρα. «Η παλιά πόλη είναι συνδεδεμένη με τις πρώτες αναμνήσεις όσων μεγάλωσαν εδώ», δηλώνει η αρχιτέκτονας, εξηγώντας πως η αναστήλωση του ναού μπορεί να αποτελέσει ένα συμβολικό βήμα επανασύνδεσης των κατοίκων με την ιστορία τους. Όπως λέει, όταν αντίκρισε για πρώτη φορά τον χώρο μετά τον σεισμό, αναρωτήθηκε αν η πόλη είχε «εξαφανιστεί».
Πριν από τις καταστροφές, στην επαρχία Χατάι ζούσαν περίπου 10.000 χριστιανοί, μία μικρή αλλά ιστορικά σημαντική κοινότητα. Η οδός Σαράι, όπου βρίσκεται ο ναός του Αγίου Παύλου, υπήρξε για δεκαετίες σημείο συνύπαρξης χριστιανών, μουσουλμάνων και εβραίων διαφορετικών δογμάτων. Σήμερα, μεγάλο μέρος της περιοχής παραμένει αγνώριστο, ενώ πολλοί κάτοικοι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους.
Η Γκιουλ εργαζόταν ήδη πριν από τους σεισμούς σε σχέδια ανακαίνισης της εκκλησίας. Από τα 293 μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς που υπέστησαν ζημιές στην περιοχή, ο ναός ήταν από τα λίγα που διέθεταν εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια. «Ένας μέντοράς μου μού είχε πει να σχεδιάζω σαν να επρόκειτο να ξαναχτιστεί από την αρχή. Δεν φανταζόμουν ότι θα χρειαζόταν πραγματικά», θυμάται.
Η Αντιόχεια έχει ιστορία που φτάνει μέχρι τον 6ο αιώνα π.Χ. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, ελληνιστικά, ρωμαϊκά και οθωμανικά στοιχεία διαμόρφωσαν την ταυτότητά της, ενώ η πόλη επέζησε από πολλούς ισχυρούς σεισμούς. Ο ναός του Αγίου Παύλου είχε ξαναχτιστεί το 1900, αφού καταστράφηκε σε σεισμό το 1872, γεγονός που υπογραμμίζει τη μακρά παράδοση αναγέννησης της πόλης μετά από καταστροφές.
Μετά τον πρόσφατο σεισμό, η αρχιτέκτονας κατάφερε να διασώσει τα σχέδια αναστήλωσης από τα ερείπια του γραφείου της και να εξασφαλίσει τη στήριξη διεθνούς οργανισμού που ασχολείται με τη διάσωση μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς. Χάρη στη χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια, η ομάδα καθάρισε τον χώρο και διατήρησε τις πέτρες που μπορούσαν να επαναχρησιμοποιηθούν. Ωστόσο, οι εργασίες έχουν προσωρινά σταματήσει, καθώς απαιτούνται νέοι πόροι για να προχωρήσει η επόμενη φάση.
Η οικονομική κατάσταση της τοπικής ελληνορθόδοξης κοινότητας έχει επιδεινωθεί σημαντικά. Πριν από τους σεισμούς, τα έσοδα από καταστήματα που ανήκαν στην εκκλησία και εξυπηρετούσαν τουρίστες αποτελούσαν βασική πηγή χρηματοδότησης. Σήμερα, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ιδρύματος που διαχειρίζεται το έργο, η κοινότητα έχει χάσει έως και το 95% των εισοδημάτων της. Η επαναλειτουργία των καταστημάτων θεωρείται κρίσιμη για την οικονομική ανάκαμψη.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι η επιστροφή των ανθρώπων. Από τις περίπου 370 έως 400 οικογένειες που ζούσαν στο ιστορικό κέντρο πριν από τους σεισμούς, μόνο περίπου 90 έχουν επιστρέψει. Πολλοί κάτοικοι μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές, ενώ η απουσία ολοκληρωμένου πολεοδομικού σχεδιασμού καθυστερεί την ανοικοδόμηση. Ορισμένοι φοβούνται ότι η παρατεταμένη απομάκρυνση των διαφορετικών κοινοτήτων θα διαταράξει την παραδοσιακή συνύπαρξη που χαρακτήριζε την πόλη.
Κάτοικοι που έζησαν στην Αντιόχεια επί γενιές εκφράζουν ανησυχία ότι οι νέες γενιές δεν θα βιώσουν την ίδια πολυθρησκευτική καθημερινότητα που οι ίδιοι γνώρισαν. «Μεγαλώσαμε μαζί, παίζαμε στον ίδιο δρόμο, ανεξάρτητα από θρησκεία», λέει ένας από τους εκπροσώπους της κοινότητας, φοβούμενος πως αυτή η κουλτούρα συμβίωσης κινδυνεύει να χαθεί.
Παρά τις δυσκολίες, η Γκιουλ επιμένει ότι η αναστήλωση του ναού μπορεί να λειτουργήσει ως σύμβολο ελπίδας. Για την ίδια, η ανοικοδόμηση της παλιάς πόλης δεν αφορά μόνο την αποκατάσταση κτιρίων αλλά και την ανάκτηση της συλλογικής ταυτότητας της Αντιόχειας. «Αν καταφέρουμε να σηκώσουμε ξανά την παλιά πόλη, θα αποδείξουμε ότι οι ρίζες της δεν χάθηκαν», τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι η ιστορία της πόλης δείχνει πως ακόμη και μετά τις μεγαλύτερες καταστροφές, η ζωή μπορεί να επιστρέψει.