Οι ηγέτες της ΕΕ αναμένεται να συγκρουστούν γύρω από την πρόταση προώθησης της πολιτικής «αγοράστε ευρωπαϊκά προϊόντα» κατά την άτυπη σύνοδο κορυφής που πραγματοποιείται στο Άλντεν Μπίζεν, στο Λίμπουργκ του Βελγίου.
Στόχος της συνάντησης είναι η αναζήτηση λύσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ένα ολοένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Το ζήτημα της οικονομικής υστέρησης της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας δεν είναι νέο. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις της σύγκρουσης στην Ουκρανία, οι εμπορικές εντάσεις που πυροδότησε η πολιτική Τραμπ και οι εκτεταμένες κρατικές επιδοτήσεις της Κίνας ανέδειξαν με έντονο τρόπο τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ΕΕ, εξηγεί ο Guardian.
«Αγοράστε ευρωπαϊκά»
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επανέρχεται στο προσκήνιο η ιδέα της «ευρωπαϊκής προτίμησης», δηλαδή της ενίσχυσης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και προϊόντων.
Η πρόταση, που εδώ και χρόνια υποστηρίζεται από τη Γαλλία, προβλέπει ότι οι κυβερνήσεις θα δίνουν προτεραιότητα σε ευρωπαϊκά προϊόντα στις δημόσιες συμβάσεις, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η καθαρή τεχνολογία, η αυτοκινητοβιομηχανία, η χαλυβουργία, τα χημικά και η άμυνα. Στα τέλη του μήνα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει νομοθετική πρωτοβουλία για την επιτάχυνση της βιομηχανικής ανάπτυξης, η οποία πιθανόν να περιλαμβάνει στόχους ευρωπαϊκού περιεχομένου για προϊόντα όπως τα φωτοβολταϊκά και τα ηλεκτρικά οχήματα.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή προτίμηση «αμυντικό μέτρο», απαραίτητο απέναντι σε ανταγωνιστές που -όπως υποστηρίζει -δεν τηρούν τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Ποιοι διστάζουν;
Αντίθετα, μια ομάδα χωρών του Βορρά, μεταξύ των οποίων οι σκανδιναβικές και οι βαλτικές χώρες καθώς και η Ολλανδία, εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις, σύμφωνα με δημοσίευμα του Guardian. Σε κοινό τους έγγραφο προειδοποιούν ότι μια τέτοια πολιτική θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερη γραφειοκρατία και να αποθαρρύνει τις επενδύσεις.
Ο Σουηδός πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον δήλωσε ότι αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό κάθε μορφή προστατευτισμού που θα περιόριζε το διεθνές εμπόριο και τη συνεργασία. Παρόμοια επιφυλακτική στάση τηρεί και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος δίνει έμφαση στην απορρύθμιση και στην προώθηση εμπορικών συμφωνιών, όπως εκείνη με τις χώρες του Mercosur - συμφωνία που ο Μακρόν απορρίπτει ως επιζήμια.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι και ο Μερτς συμφωνούν κυρίως στην ανάγκη «νομοθετικής αυτοσυγκράτησης», δηλαδή περιορισμού της υπερβολικής ρύθμισης. Η ενίσχυση της γερμανο-ιταλικής συνεργασίας προκαλεί ερωτήματα για τη δυναμική των γαλλο-γερμανικών σχέσεων, που παραδοσιακά κινούν την ευρωπαϊκή ενοποίηση και τώρα μπορεί να περάσουν σε φάση ψύχρανσης.
Πέρα από το «Buy European», οι ηγέτες θα εξετάσουν ζητήματα όπως η απορρύθμιση, η ενοποίηση των κατακερματισμένων κεφαλαιαγορών και η άρση των εμποδίων στην ενιαία αγορά. Η Φον ντερ Λάιεν επισήμανε την ύπαρξη «υπερβολικής επιβάρυνσης» από εθνικές ρυθμίσεις, δίνοντας ως παράδειγμα τις διαφορετικές προδιαγραφές βάρους φορτηγών μεταξύ Βελγίου και Γαλλίας.
Καθοριστικό ρόλο στη συζήτηση θα έχουν και οι παρεμβάσεις των Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα. Ο Ντράγκι προειδοποίησε ότι η σημερινή παγκόσμια οικονομική τάξη έχει ουσιαστικά καταρρεύσει και ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να αποδυναμωθεί και να αποβιομηχανοποιηθεί. Υποστήριξε μάλιστα πως η ΕΕ πρέπει να προχωρήσει σε βαθύτερη ενοποίηση, περιορίζοντας τα εθνικά βέτο που δυσχεραίνουν τη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο ΕΕ.
Σφοδρή κριτική της Φον ντερ Λάιεν
Το Politico παρακολούθησε με προσοχή της δημόσιες παρεμβάσεις της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία φέρεται να άσκησε σκληρή κριτική στις εθνικές κυβερνήσεις, τονίζοντας ότι οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να λειτουργούν ως μόνιμο εξιλαστήριο θύμα για τα οικονομικά προβλήματα της Ένωσης.
Όπως επισημαίνει η ανάλυση του Politico, πολλές κυβερνήσεις κατηγορούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για μια γραφειοκρατία που, όπως επισημαίνουν, στραγγαλίζει τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, η Φον ντερ Λάιεν αντεπιτίθεται, υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος των εμποδίων προέρχεται από τα ίδια τα κράτη-μέλη.
Μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο, τόνισε ότι πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το εθνικό επίπεδο, όπου συχνά προστίθενται επιπλέον στρώματα νομοθεσίας πέραν των ευρωπαϊκών κανόνων. Αυτές οι εθνικές ρυθμίσεις, υποστήριξε, δημιουργούν νέα εμπόδια στην ενιαία αγορά και δυσκολεύουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Η ίδια αναφέρθηκε σε χρόνια προβλήματα, όπως η αδυναμία δημιουργίας μιας πλήρως ενοποιημένης κεφαλαιαγοράς, η μη αμοιβαία αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και οι διαφορετικοί κανόνες επισήμανσης προϊόντων που παρεμποδίζουν το διασυνοριακό εμπόριο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ζήτημα του επιτρεπόμενου βάρους φορτηγών, στο οποίο αναφέρθηκε η επικεφαλής του εκτελεστικού βραχίονα της ΕΕ: Ενώ στο Βέλγιο επιτρέπονται 44 τόνοι, στη Γαλλία το όριο είναι 40 τόνοι. Παρότι η Επιτροπή έχει προτείνει εναρμόνιση, η σχετική νομοθεσία παραμένει μπλοκαρισμένη επί σχεδόν δύο χρόνια. Για την πρόεδρο της Κομισιόν, τέτοιες καθυστερήσεις αποδεικνύουν ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις Βρυξέλλες.
Η Φον ντερ Λάιεν υπενθύμισε μάλιστα ότι η Επιτροπή έχει ήδη παρουσιάσει δέκα πακέτα μέτρων για τη μείωση της γραφειοκρατίας, με στόχο την εξοικονόμηση 15 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί ότι χωρίς την ενεργό συμμετοχή και βούληση των κρατών-μελών, οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να αποδώσουν.
Σε άλλη ομιλία της στην Αμβέρσα, στη διάρκεια βιομηχανικής συνόδου, καυτηρίασε και τις διαφορετικές εθνικές πρακτικές ακόμη και σε ζητήματα όπως η διασυνοριακή μεταφορά αποβλήτων, όπου σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται ακόμη επικοινωνία μέσω φαξ, με εγκρίσεις που καθυστερούν μήνες.