«Είμαι τεντιμπόης, γιαούρτωσα τον καθηγητή μου». Αυτή η σκηνή από την ταινία «Νόμος 4000» του 1962, αφηγείται μία ολόκληρη εποχή των «οργισμένων νιάτων» της Αθήνας.
- Οι τεντιμπόηδες της δεκαετίας του '50, δρώντας σε συνοικίες όπως η Κυψέλη, έστηναν ενέδρες και επιτίθεντο ομαδικά με γιαούρτια σε «στόχους» που συμβόλιζαν το κατεστημένο, χρησιμοποιώντας ακόμη και ληγμένα προϊόντα που προμηθεύονταν φθηνά.
- Η κυβέρνηση Καραμανλή, το 1958, ψήφισε τον Νόμο 4000 για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Ο νόμος προέβλεπε ταπεινωτικές ποινές όπως το κούρεμα «γουλί», το ξήλωμα των ρεβέρ και τη δημόσια διαπόμπευση των δραστών.
- Ο νόμος εφαρμόστηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1958, όταν δύο νεαροί διαπομπεύτηκαν στους δρόμους της Αθήνας με ξυρισμένα κεφάλια, χειροπέδες και πινακίδες που ανέγραφαν την πράξη εξύβρισης που είχαν διαπράξει.
- Ο Νόμος 4000, αφού χρησιμοποιήθηκε και από τη Χούντα, παρέμεινε τυπικά σε ισχύ μέχρι το 1983. Τότε καταργήθηκε οριστικά από την κυβέρνηση Παπανδρέου, καθώς κρίθηκε ότι προσέβαλλε την ανθρώπινη προσωπικότητα και τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Την δεκαετία του ’50, οι τεντιμπόηδες ήταν η «μάστιγα» της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής αθηναϊκής κοινωνίας, με το «γιαούρτωμα» να είναι ο τρόπος της νεολαίας της εποχής να δείξει την οργή και την δυσφορίας της απέναντι στο «σύστημα»: έναν αυστηρός καθηγητής, μία υπεροπτική και δύστροπη κυρία, ένα καλοθρεμμένο «βουτυρόπεδο», ακόμα και οι αμερικανοί ναύτες που γέμιζαν τον Πειραιά και την Αθήνα και ξελόγιαζαν τα κορίτσια, έμπαιναν στο στόχαστρο.
Εφοδιασμένοι με όσους κεσέδες γιαούρτι χωρούσαν χωρούν τα χέρια τους, οι οργισμένοι νέοι έστηναν καραούλι σε σκοτεινά σημεία των δρόμων «αριστοκρατικών» τότε συνοικιών του κέντρου, όπως η Κυψέλη και το Θησείο και, όταν εμφανιζόταν το «θύμα» τους, τού επιτίθεντο ομαδικά.
Μάλιστα, υπάρχει η φήμη ότι οι γαλακτοπώλες της οδού Πατησίων είχαν συνάψει άτυπες συμφωνίες με τους τεντιμπόηδες, να τους πουλάνε σε χαμηλότερη τιμή τα ληγμένα γιαούρτια.
Ο Νόμος 4000/1958
Για την αντιμετώπιση των επιθέσεων των τεντιμπόηδων που πλήθαιναν συνεχως, στις 4 του 1958, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή έφερε στην Βουλή τον Νόμο 4000 – ο αριθμός ως ονομασία επελέγη γιατί ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνος Καλλίας δεν ήθελε να αναφέρει την «κακόηχον αυτήν λέξιν», και δεν έβρισκε την ακριβή μετάφραση του τεντιμποϊσμού στα ελληνικά.
Ο Νόμος 4000 προέβλεπε για τους παραβάτες το ταπεινωτικό ξύρισμα των μαλλιών «γουλί», ξήλωμα των ρεβέρ στο παντελόνι τους και τη δημόσια διαπόμπευσή τους.
Ο νεαρός συλληφθείς, συνοδευόμενος από όργανα της τάξης, περιφερόταν στους δρόμους έχοντας κρεμασμένη στον λαιμό του μια πινακίδα, όπου αναγράφετο η πράξη του: «Είμαι γάιδαρος, διότι έριξα γιαούρτι κατά γυναικός» ή «Είμαι τεντιμπόης, διότι έριξα γιαούρτι κατά του καθηγητού μου» κ.λπ.
Οι πρώτοι τεντιμπόηδες που διαπομπεύτηκαν στους δρόμους της Αθήνας
Ο Νόμος 4000 άρχισε να εφαρμόζεται στις 10 Σεπτεμβρίου του 1958, όταν δυο νεαροί που είχαν κατηγορηθεί για πράξεις εξύβρισης, διαπομπεύτηκαν στους δρόμους της Αθήνας, κουρεμένοι σύρριζα και δεμένοι με χειροπέδες.
Ενας από αυτούς είχε κραμασμένη στον λαιμό του πινακίδα που έγραφε: «Είμεθα τεντυ-μπόυς και πετάξαμε γιαούρτι κατά γυναικός».
Την περίοδο της Χούντας, ο Ν.4000 «κούρεψε» γουλί και έστειλε στα κρατητήρια χιλιάδες αντισυμβατικούς «αριστερούς» χίπις και τεντιμπόηδες.
Μετά την Χούντα, ο Νόμος 4000 εξακολούθησε να βρίσκεται τυπικά σε νομική ισχύ - αλλά ουσιαστικά αδρανής μέχρι το 1983, όταν καταργήθηκε οριστικά από την κυβέρνηση Παπανδρέου καθώς κρίθηκε ότι παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και προσβάλλει την προσωπικότητα του ατόμου.
Γιατί ονομάστηκαν «τεντιμπόηδες»
Ο όρος «τεντιμπόης» (ή τέντυ-μπόυ) στην Ελλάδα των δεκαετιών του 1950 και 1960 χαρακτήριζε τους νεαρούς που επιδείκνυαν αντισυμβατική, προκλητική ή παραβατική συμπεριφορά για τα δεδομένα της τότε συντηρητικής κοινωνίας.
Αν και η λέξη προήλθε από το βρετανικό κίνημα "Teddy Boys" (συγκεκριμένη μουσική και ενδυματολογική υποκουλτούρα του ροκ εν ρολ), στην Ελλάδα ταυτίστηκε κυρίως με τον νεανικό χουλιγκανισμό, την ασέβεια προς τους μεγαλύτερους και το περιβόητο «γιαούρτωμα» περαστικών ή αστυνομικών.
ΑΠΕ-ΜΠΕ