H ιστορία του Bρετανικού Στέμματος είναι γεμάτη ερωτικές σχέσεις, μυστικούς γάμους, εξορίες, συνταγματικά αδιέξοδα και δημόσιους εξευτελισμούς.
- Ο Γεώργιος Δ΄ παντρεύτηκε την Καρολίνα του Μπρούνσβικ το 1795 για οικονομικούς λόγους, ενώ ήταν ήδη κρυφά παντρεμένος. Η σχέση τους εξελίχθηκε σε δημόσιο πόλεμο, με τον μονάρχη να προσπαθεί να αποκλείσει την Καρολίνα από τη στέψη του, προκαλώντας την αντιπάθεια του λαού.
- Η βασίλισσα Βικτωρία ανέπτυξε μια αμφιλεγόμενη σχέση με τον υπηρέτη Τζον Μπράουν μετά τον θάνατο του Αλβέρτου. Η σχέση αυτή προκάλεσε την περιφρόνηση της αυλής και της κυβέρνησης, οδηγώντας σε φήμες μυστικού γάμου και καταστροφή προσωπικών εγγράφων μετά τον θάνατο του Μπράουν το 1883.
- Το 1889, η υπόθεση του οίκου ανοχής της οδού Κλίβελαντ, με στρατολόγηση ανήλικων, εξελίχθηκε σε σκάνδαλο που άγγιξε τον πρίγκιπα Άλμπερτ Βίκτορ. Το παλάτι κινητοποιήθηκε για να προστατεύσει τη φήμη του, αναδεικνύοντας την ταξική υποκρισία και την άνιση απονομή δικαιοσύνης.
- Ο Εδουάρδος Η΄ παραιτήθηκε το 1936 για τον έρωτά του, προκαλώντας συνταγματική κρίση. Αργότερα, το 1997, ο θάνατος της πριγκίπισσας Νταϊάνα οδήγησε σε μαζική δημόσια οργή κατά της βασιλικής οικογένειας, αναγκάζοντας τη Βασίλισσα Ελισάβετ να παρέμβει για να αποκαταστήσει το κύρος του θεσμού.
Η βρετανική μοναρχία έμαθε εδώ και αιώνες να επιβιώνει όχι μόνο από πολέμους, πολιτικές κρίσεις και κοινωνικές αναταράξεις, αλλά και από σκάνδαλα που απειλούσαν να διαλύσουν το κύρος της από μέσα. Πίσω από τις τελετές, τα παλάτια και την αυστηρή εθιμοτυπία, η ιστορία του Στέμματος είναι γεμάτη ερωτικές σχέσεις, μυστικούς γάμους, εξορίες, συνταγματικά αδιέξοδα και δημόσιους εξευτελισμούς που συχνά έφερναν τη μοναρχία αντιμέτωπη με την ίδια την κοινωνία που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε.
Tο παλάτι δεν υπήρξε απρόσβλητο
Από πορνεία ανηλίκων στη βικτωριανή Αγγλία μέχρι την παραίτηση ενός βασιλιά για χάρη ενός έρωτα και από τη φημολογούμενη μυστική ζωή της βασίλισσας Βικτωρίας μέχρι τη δημόσια οργή μετά τον θάνατο της πριγκίπισσας Νταϊάνα, τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της βρετανικής βασιλικής οικογένειας αποκαλύπτουν πως το παλάτι δεν υπήρξε ποτέ τόσο απρόσβλητο όσο ήθελε να δείχνει.
Η «Υπόθεση της Οδού Κλίβελαντ»
Το καλοκαίρι του 1889, η αστυνομία συνέλαβε στο Κάμντεν Τάουν τον Χένρι Νιούλοβ, έναν νεαρό που εργαζόταν κατά καιρούς ως τηλεγραφητής και ο οποίος κατηγορήθηκε ότι στρατολογούσε ανήλικα αγόρια από το Κεντρικό Ταχυδρομείο του Λονδίνου για να παρέχουν σεξουαλικές υπηρεσίες σε πλούσιους πελάτες σε έναν οίκο ανοχής στην οδό Κλίβελαντ. Η υπόθεση δεν άργησε να εξελιχθεί σε πολιτικό και κοινωνικό σεισμό. Ο Νιούλοβ, προκλητικός απέναντι στις αρχές, δήλωσε πως θεωρούσε «πολύ άδικο να μπλέκει εκείνος ενώ άνθρωποι υψηλής θέσης κυκλοφορούν ελεύθεροι». Κατονόμασε μάλιστα αριστοκράτες και στελέχη του στρατού που φέρονταν να επισκέπτονται το σπίτι.
Μέσα σε λίγους μήνες, ο ίδιος βρέθηκε στη φυλακή και ο λόρδος Άρθουρ Σόμερσετ αυτοεξορίστηκε, όμως η υπόθεση είχε ήδη πάρει διαστάσεις που ξεπερνούσαν ένα απλό σεξουαλικό σκάνδαλο. Οι φήμες άρχισαν να αγγίζουν ακόμη και τον πρίγκιπα Άλμπερτ Βίκτορ, γνωστό ως «Έντι», εγγονό της βασίλισσας Βικτωρίας και γιο του τότε πρίγκιπα της Ουαλίας. Παρότι ποτέ δεν παρουσιάστηκαν αποδείξεις για εμπλοκή του, το όνομά του συνδέθηκε τόσο έντονα με την υπόθεση ώστε το παλάτι κινητοποιήθηκε άμεσα για να προστατεύσει τη φήμη του. Ο πρίγκιπας της Ουαλίας έδωσε εντολή να εξαφανιστεί κάθε αναφορά στον γιο του από τον βρετανικό Τύπο, ενώ οι εισαγγελείς χρησιμοποιούσαν κωδικοποιημένη γλώσσα όταν αναφέρονταν στις φήμες.
Η «Υπόθεση της Οδού Κλίβελαντ» μετατράπηκε γρήγορα σε μια ιστορία για την ταξική υποκρισία της βικτωριανής κοινωνίας, την άνιση απονομή δικαιοσύνης και την προστασία που απολάμβαναν οι αριστοκράτες. Οι εφημερίδες της εποχής μιλούσαν για «αρπακτικά των σαλονιών» και για ένα σύστημα που τιμωρούσε τους αδύναμους ενώ προστάτευε όσους βρίσκονταν κοντά στον θρόνο. Ο θάνατος του πρίγκιπα Έντι από πνευμονία το 1892 έβαλε τέλος στις φήμες, χωρίς όμως να τις εξαφανίσει ποτέ από τη συλλογική μνήμη της μοναρχίας.
Και η βασίλισσα Βικτώρια στο κάδρο
Λίγα χρόνια νωρίτερα, η ίδια η βασίλισσα Βικτωρία είχε βρεθεί στο επίκεντρο ενός διαφορετικού αλλά εξίσου εκρηκτικού σκανδάλου. Μετά τον θάνατο του πρίγκιπα Αλβέρτου, η χήρα μονάρχης ανέπτυξε μια στενή σχέση με τον Τζον Μπράουν, έναν Σκωτσέζο υπηρέτη ταπεινής καταγωγής από το Αμπερντίνσιρ. Για τη βικτωριανή κοινωνία, η ιδέα ότι η βασίλισσα μπορούσε να ερωτευτεί έναν άνθρωπο εκτός αριστοκρατίας θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητη.
Η αυλή της τον περιφρονούσε, η κυβέρνηση τον θεωρούσε απειλή για το Στέμμα και οι εφημερίδες γέμιζαν με υπαινιγμούς πως η Βικτωρία είχε χάσει τα λογικά της. Κυκλοφορούσαν μέχρι και ιστορίες ότι ο Μπράουν χρησιμοποιούσε «υπερφυσικές δυνάμεις» για να την ελέγχει. Παρά την πίεση, η βασίλισσα δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το πλευρό του. Για περίπου δύο δεκαετίες ο Μπράουν παρέμεινε δίπλα της, αντέχοντας επιθέσεις, χλευασμό και δημόσιο μίσος.
Όταν πέθανε το 1883, οι φήμες ότι οι δυο τους είχαν παντρευτεί μυστικά είχαν ήδη παγιωθεί. Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο μυστηριώδης όταν αποκαλύφθηκε ότι προσωπικά έγγραφα και χειρόγραφα της Βικτωρίας που αφορούσαν τη σχέση τους κατασχέθηκαν και κάηκαν από τον ιδιωτικό της γραμματέα, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί νέο σκάνδαλο. Χρόνια αργότερα, έγινε γνωστό πως η βασίλισσα είχε ζητήσει να ταφεί με μια τούφα από τα μαλλιά του Μπράουν και φωτογραφία του στα χέρια της.
Η παραίτηση του Εδουάρδου Η΄
Αν όμως μια ιστορία άλλαξε πραγματικά τη βρετανική μοναρχία σε συνταγματικό επίπεδο, αυτή ήταν η παραίτηση του Εδουάρδου Η΄ το 1936. Ο βασιλιάς, που ανέβηκε στον θρόνο μετά τον θάνατο του Γεωργίου Ε΄, δεν έκρυψε ποτέ ότι θεωρούσε τα βασιλικά καθήκοντα λιγότερο σημαντικά από τη σχέση του με την Αμερικανίδα Γουόλις Σίμπσον, μια κοσμική γυναίκα που είχε ήδη περάσει από δύο γάμους.
Παρότι η σχέση ήταν κοινό μυστικό, ο βρετανικός Τύπος απέφευγε συστηματικά να την αναφέρει. Η μοναρχία εξακολουθούσε να απολαμβάνει έναν σχεδόν ιερό σεβασμό και οι ισχυροί εκδότες φρόντιζαν να κρατούν την υπόθεση μακριά από τα πρωτοσέλιδα. Όμως ο Εδουάρδος δεν αρκούνταν σε μια κρυφή σχέση. Ήθελε να παντρευτεί τη Γουόλις και να τη δει βασίλισσα.
Το πρόβλημα ήταν πως αυτό θεωρούνταν αδύνατο τόσο για θρησκευτικούς όσο και για πολιτικούς λόγους. Η κρίση που ακολούθησε έφερε τη χώρα μπροστά σε ένα πρωτοφανές συνταγματικό αδιέξοδο. Τελικά ο βασιλιάς παραιτήθηκε από τον θρόνο, ανακοινώνοντας σε ραδιοφωνικό διάγγελμα ότι «δεν μπορούσε να φέρει το βάρος της ευθύνης χωρίς τη γυναίκα που αγαπούσε». Η εικόνα του ρομαντικού μονάρχη συγκίνησε πολλούς Βρετανούς, όμως αργότερα οι κατηγορίες για φιλοναζιστικές συμπάθειες κατέστρεψαν οριστικά τη δημόσια εικόνα του.
Ένας τοξικός γάμος
Πολύ πριν από τον Εδουάρδο, η βρετανική μοναρχία είχε ήδη γνωρίσει έναν από τους πιο τοξικούς βασιλικούς γάμους στην ιστορία της. Ο μελλοντικός Γεώργιος Δ΄ παντρεύτηκε την Καρολίνα του Μπρούνσβικ το 1795 κυρίως επειδή χρειαζόταν τα χρήματά της για να ξεχρεώσει. Ο ίδιος ήταν ήδη κρυφά παντρεμένος με τη Μαρία Φιτζέρμπερτ και αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα.
Η πρώτη συνάντηση του ζευγαριού εξελίχθηκε σε φιάσκο. Ο πρίγκιπας φέρεται να είπε αμέσως μετά ότι χρειαζόταν ένα ποτήρι μπράντι, ενώ η Καρολίνα σχολίασε πως ο μέλλων σύζυγός της ήταν πολύ πιο χοντρός απ’ όσο της είχαν περιγράψει. Η σχέση τους μετατράπηκε γρήγορα σε δημόσιο πόλεμο. Εκείνος προσπαθούσε να συλλέξει στοιχεία απιστίας για να πάρει διαζύγιο, ενώ εκείνη περιφερόταν στην Ευρώπη προκαλώντας νέα κουτσομπολιά με τα ξέφρενα πάρτι και τις σχέσεις της.
Όταν ο Γεώργιος έγινε βασιλιάς το 1820, προσπάθησε μέχρι και να την αποκλείσει από τη στέψη του. Η εικόνα της Καρολίνας να απομακρύνεται από τις πύλες του Αβαείου του Ουέστμινστερ ενώ το πλήθος την αποθέωνε ως θύμα της βασιλικής αλαζονείας, έγινε σύμβολο της αντιπάθειας του λαού προς τον μονάρχη.
Ο θάνατος της πριγκίπισσας Νταϊάνα
Δεκαετίες αργότερα, το παλάτι θα βρισκόταν ξανά αντιμέτωπο με τη δημόσια οργή μετά τον θάνατο της πριγκίπισσας Νταϊάνα το 1997. Το τροχαίο δυστύχημα στο Παρίσι που στοίχισε τη ζωή στη Νταϊάνα, στον Ντόντι Αλ Φαγιέντ και στον οδηγό Ανρί Πολ βύθισε τη Βρετανία σε συλλογικό πένθος. Το παλάτι του Κένσινγκτον γέμισε λουλούδια και σημειώματα, ενώ η πίεση προς τη βασιλική οικογένεια γινόταν ολοένα μεγαλύτερη.
Η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ παρέμεινε στο Μπαλμόραλ της Σκωτίας και για μέρες απέφυγε δημόσια εμφάνιση. Η σιωπή της θεωρήθηκε ψυχρή και αποκομμένη από το λαϊκό συναίσθημα. «Πού είναι η βασίλισσά μας;» έγραφε η Sun, ενώ άλλες εφημερίδες απαιτούσαν: «Δείξτε μας ότι νοιάζεστε».
Η κρίση έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε χρειάστηκε παρέμβαση του τότε πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ για να πειστεί η βασίλισσα ότι έπρεπε να μιλήσει δημόσια. Πέντε ημέρες μετά τον θάνατο της Νταϊάνα, η Ελισάβετ εμφανίστηκε ζωντανά από τα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ και μίλησε «ως βασίλισσα αλλά και ως γιαγιά». Ήταν μια στιγμή που έσωσε τη σχέση της μοναρχίας με την κοινή γνώμη και απέδειξε πως ακόμη και ένας θεσμός αιώνων μπορεί να βρεθεί επικίνδυνα κοντά στην κατάρρευση όταν αδυνατεί να καταλάβει το κλίμα της εποχής...