Αν κάποτε η Έλινορ Ρούσβελτ προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις αμοιβές της μέσω φιλανθρωπίας, σήμερα η διαφάνεια μοιάζει να έχει αντικατασταθεί από έναν κυνικό ρεαλισμό: η εξουσία παράγει αξία, και αυτή η αξία πωλείται.
Η συζήτηση γύρω από τη σχέση πολιτικής εξουσίας και προσωπικού κέρδους δεν είναι καινούργια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όμως η πρόσφατη συμφωνία της Melania Trump με την Amazon για μια κινηματογραφική παραγωγή δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα παλιό, αμήχανο ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η εμπορευματοποίηση του θεσμού της Πρώτης Κυρίας;
Το ντοκιμαντέρ –ή, όπως προτιμά να το αποκαλεί η ίδια, «μια δημιουργική εμπειρία με στιγμές και προοπτικές»– καταγράφει τις εβδομάδες πριν από τη δεύτερη ορκωμοσία του συζύγου της, Donald Trump. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Amazon κατέβαλε περίπου 40 εκατομμύρια δολάρια για την παραγωγή, ενώ επένδυσε επιπλέον 35 εκατομμύρια στο marketing, ένα ασυνήθιστα υψηλό ποσό για τα δεδομένα των ντοκιμαντέρ. Το αποτέλεσμα ήταν ένα φιλμ με γυαλιστερή αφήγηση, πλάνα από δοκιμές φορεμάτων και στρωμένα τραπέζια, και ελάχιστες ουσιαστικές αποκαλύψεις – περισσότερο εταιρικό promo παρά πολιτικό πορτρέτο.
Εμπορικά, η ταινία άνοιξε με περίπου 7 εκατομμύρια δολάρια το πρώτο Σαββατοκύριακο: αξιοπρεπές για ντοκιμαντέρ, απογοητευτικό αν αναλογιστεί κανείς το κόστος και τη δημοσιότητα. Το πραγματικό ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν βρίσκεται στο box office, αλλά στη συμφωνία που την παρήγαγε. Για τους επικριτές της οικογένειας Trump, η υπόθεση έγινε σύμβολο των ανησυχιών περί σύγκρουσης συμφερόντων και της προθυμίας μεγάλων εταιρειών να «επενδύουν» σε ανθρώπους που έχουν άμεση πρόσβαση στην εξουσία. Ο πρόεδρος, ερωτηθείς σχετικά, αποστασιοποιήθηκε: «Δεν έχω σχέση με αυτό. Το έκανε η γυναίκα μου».
Το φαινόμενο δεν είναι εντελώς πρωτόγνωρο
Παρά την ακραία μορφή που παίρνει σήμερα, το φαινόμενο δεν είναι εντελώς πρωτόγνωρο. Έναν αιώνα πριν, η Eleanor Roosevelt είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο μιας πιο ενεργής, δημόσιας Πρώτης Κυρίας. Στη δεκαετία του 1930 έγραφε άρθρα, διατηρούσε τη στήλη «My Day» σε δεκάδες εφημερίδες και συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές με χορηγία καλλυντικής εταιρείας, έναντι αμοιβής που τότε προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Η ίδια απαντούσε συχνά στις κατηγορίες περί «κερδοσκοπίας» δωρίζοντας μεγάλο μέρος των εσόδων της σε φιλανθρωπίες.
Ωστόσο, η εποχή εκείνη είχε πολύ διαφορετικά όρια. Σήμερα, η ιδέα ότι μια πρώτη κυρία θα είχε καθημερινή αμειβόμενη παρουσία σε εφημερίδες ή ραδιόφωνο θα θεωρούνταν σχεδόν κρατική προπαγάνδα. Κι όμως, ακόμη και τότε υπήρξαν ακραία παραδείγματα: το 1937, όταν περιοδικό προσέφερε στην Roosevelt 75.000 δολάρια για τα δικαιώματα των απομνημονευμάτων της – ποσό ίσο με τον ετήσιο μισθό του προέδρου – η συμφωνία συνοδεύτηκε από την ακύρωση στήλης της ξαδέλφης της, Alice Roosevelt Longworth, σε έναν ιδιότυπο «οικογενειακό πόλεμο» στα έντυπα.
Η ταινία της Melania επιχειρεί να την τοποθετήσει σε αυτή την ιστορική αλυσίδα, παρελαύνοντας στο φινάλε πορτρέτα παλαιότερων πρώτων κυριών, όπως της - συζύγου του τέως πρόεδρου Αϊκ- Mamie Eisenhower και της Jacqueline Kennedy. Παράλληλα, προβάλλει μια εικόνα «καινοτομίας»: δείπνα υπό το φως των κεριών, παρασκηνιακές παρεμβάσεις για διεθνή ζητήματα και συμμετοχή στη σύνταξη εκτελεστικών διαταγμάτων. Όλα αυτά, όμως, μοιάζουν περισσότερο με σκηνοθετημένες νύξεις παρά με τεκμηριωμένες πολιτικές πρωτοβουλίες.
Εκεί που η Melania διαφοροποιείται πραγματικά
Εκεί που η Melania διαφοροποιείται πραγματικά είναι στο timing. Μέχρι σήμερα, υπήρχε ένας άτυπος κανόνας: οι «πρώτες οικογένειες» μπορούσαν να κεφαλαιοποιήσουν τη φήμη τους μέσω βιβλίων, ομιλιών ή παραγωγών μετά την αποχώρησή τους από τον Λευκό Οίκο.
Το παράδειγμα είναι μακρύ: ο Ronald Reagan έκλεισε συμφωνία 5 εκατομμυρίων για τα απομνημονεύματά του, ο Bill Clinton έλαβε 15 εκατομμύρια για το «My Life», ενώ η Hillary Clinton εξασφάλισε προκαταβολές πολλών εκατομμυρίων για τα βιβλία της. Το 2017, οι Barack Obama και Michelle Obama υπέγραψαν κοινή συμφωνία 65 εκατομμυρίων, επεκτείνοντας αργότερα τη δραστηριότητά τους σε Netflix και podcasts – κινήσεις που έγιναν αφού είχαν ήδη φύγει από την εξουσία.
Η Melania, αντίθετα, δεν περίμενε. Η απόφασή της να προχωρήσει σε τόσο μεγάλη συμφωνία ενώ η οικογένεια Trump επιστρέφει στον Λευκό Οίκο ερμηνεύεται από πολλούς ως ακόμη ένα σημάδι της συνολικής στρατηγικής εμπορευματοποίησης της προεδρίας. Για την Amazon, η επένδυση μοιάζει –κατά τους επικριτές– με... «ασφαλιστήριο συμβόλαιο» απέναντι σε πιθανή πολιτική πίεση. Για τους υποστηρικτές της, είναι απλώς business.
Το ίδιο το φιλμ προσφέρει ελάχιστη προσωπική αποκάλυψη. «Όλοι θέλουν να μάθουν για μένα», λέει νωρίς η Melania, πριν περάσει την υπόλοιπη διάρκεια χωρίς να αποκαλύπτει σχεδόν τίποτα ουσιαστικό. Οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές είναι περιφερειακές: οι άνθρωποι που οργανώνουν την αισθητική της, οι τελετουργίες της μεταβίβασης εξουσίας, ένα σύντομο τηλεφώνημα όπου ακούει υπομονετικά τον σύζυγό της να απαριθμεί την εκλογική του νίκη.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν η Melania Trump είναι «χειρότερη» από προηγούμενες Πρώτες Κυρίες. Είναι ότι φτάνει στο πιο ακραίο σημείο μιας μακράς πορείας, όπου η πολιτική προβολή, τα media και το προσωπικό brand μπλέκονται όλο και πιο στενά. Αν κάποτε η Eleanor Roosevelt προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις αμοιβές της μέσω φιλανθρωπίας, σήμερα η διαφάνεια μοιάζει να έχει αντικατασταθεί από έναν κυνικό ρεαλισμό: η εξουσία παράγει αξία, και αυτή η αξία πωλείται.
- Όλες οι ειδήσεις
- Αντί για δικαιολογητικά, υπεύθυνη δήλωση -Οι 14 παρεμβάσεις για την απλούστευση της γραφειοκρατίας, όλες οι αλλαγές
- Σε ελληνικά ύδατα η τραγωδία της Χίου -Στην 8μετρη βάρκα επέβαιναν 38 Αφγανοί και ένας Μαροκινός, ψάχνουν αν είναι ο διακινητής
- Στο κατώφλι μιας νέας εποχής: Παγκόσμια ανησυχία -Σε λίγες ώρες λήγει η συμφωνία για τα πυρηνικά