Ο χαρακτήρας του «Ταξιτζή» δεν ήταν απλώς κινηματογραφικός, αλλά ένα είδος ψυχολογικού καθρέφτη που, μισό αιώνα μετά, εξακολουθεί να αντανακλά νέες μορφές μοναξιάς και ριζοσπαστικοποίησης.
Αν ο Travis Bickle ζούσε σήμερα, λέει ο Paul Schrader, δεν θα γύριζε τη Νέα Υόρκη με ταξί, αλλά θα ήταν πιο πιθανό να κάθεται στο υπόγειο των γονιών του, χαμένος στα σκοτεινά, μισογυνικά βάθη του διαδικτύου. «Τους λέμε incels τώρα», παρατηρεί μιλώντας στην Guardian ο 79χρονος σεναριογράφος του Taxi Driver, με αφορμή τα 50 χρόνια από την κυκλοφορία της ταινίας.
«Η λέξη δεν υπήρχε τότε, αλλά είναι αυτοί οι τύποι που είναι μόνοι, που νιώθουν ότι δεν μπορούν να έρθουν σε επαφή με τις γυναίκες, έχουν ένα καταπιεσμένο απόθεμα θυμού και μνησικακίας και φαντάζονται κάποια ένδοξη, υπερβατική μεταμόρφωση μέσα από τη βία». Η σύνδεση που κάνει δεν λειτουργεί ως εύκολη αντιπαραβολή της εποχής των social media· μοιάζει περισσότερο με ομολογία ότι ο χαρακτήρας που έπλασε το 1975–76 δεν ήταν απλώς κινηματογραφικός, αλλά ένα είδος ψυχολογικού καθρέφτη που, μισό αιώνα μετά, εξακολουθεί να αντανακλά νέες μορφές μοναξιάς και ριζοσπαστικοποίησης.
Το απόλυτο αριστούργημα αστικής αποξένωσης
Το Taxi Driver, σε σκηνοθεσία Martin Scorsese, με τον Robert De Niro στον ρόλο του Βickle και δίπλα του την 12χρονη τότε Jodie Foster, τον Harvey Keitel και την Cybill Shepherd, είναι το απόλυτο αριστούργημα αστικής αποξένωσης: ένας βετεράνος του Βιετνάμ, ψυχικά ασταθής και βαθιά απομονωμένος, οδηγεί νύχτα, βλέπει εγκληματικότητα, διαφθορά, «ηθική σήψη» και σταδιακά χτίζει μέσα του ένα επικίνδυνο σωτηριολογικό σύμπλεγμα.
Η φωνή του, στο περίφημο voiceover, δεν αφήνει αμφιβολία για το πώς βιώνει την πόλη: «Όλα τα ζώα βγαίνουν τη νύχτα… Κάποια μέρα μια αληθινή βροχή θα έρθει και θα ξεπλύνει όλη αυτή τη βρομιά από τους δρόμους». Ο τρόπος που η ταινία μετατρέπει την παράνοια σε ρυθμό, τη μοναξιά σε αισθητική και την οργή σε «σχέδιο», είναι και ο λόγος που οι νεότερες γενιές συνεχίζουν να τη βρίσκουν τρομακτικά οικεία.
«Δεν είχα σπίτι, έπινα, ζούσα στο αυτοκίνητό μου»
Ο Schrader, μεγαλωμένος στο Grand Rapids του Μίσιγκαν σε μια αυστηρή καλβινιστική οικογένεια, δεν είδε σινεμά μέχρι τα 17 του. Μετά έγινε κριτικός κινηματογράφου και προστατευόμενος της Pauline Kael στο New Yorker, αλλά στα 26 «έσκασε».
Περιγράφει εκείνη την περίοδο σαν έναν ιδιωτικό πρόλογο του Bickle: «Έχασα τη δουλειά μου, άφησα τη γυναίκα μου, άφησα και την κοπέλα για την οποία άφησα τη γυναίκα μου, δεν είχα σπίτι, έπινα αρκετά, ζούσα στο αυτοκίνητό μου και είχα ένα όπλο στο αυτοκίνητο».
Αυτό κράτησε «μερικές εβδομάδες». Για να αντέξει, τριγυρνούσε στα πορνό-σινεμά της Νέας Υόρκης, επειδή ήταν ανοιχτά μέρα-νύχτα. «Μπορούσες να κοιμηθείς τέσσερις-πέντε ώρες στον εξώστη των παλιών porn palaces… καμιά φορά σε ξυπνούσαν οι γύρω σου, αλλά τον "έπαιρνες" έστω για λίγο».
Μια μέρα ένιωσε έντονο πόνο στο στομάχι, πήγε στα επείγοντα και διαγνώστηκε με αιμορραγικό έλκος. Στο νοσοκομείο, λέει, του ήρθε η εικόνα ενός ταξί. «Είπα: “Αυτό είμαι. Αυτό το παιδί κλειδωμένο σε ένα κίτρινο κουτί που επιπλέει στον υπόνομο, που φαίνεται να είναι ανάμεσα σε ανθρώπους ενώ είναι απόλυτα μόνο”». Εκεί που οι άλλοι συνέδεαν τον ταξιτζή με τον φλύαρο, συμπαθή συγγενή, εκείνος είδε «την καρδιά και την ψυχή του Ανθρώπου που ζει στο "Υπόγειο" του Ντοστογιέφσκι».
«Αν δεν έγραφα γι’ αυτόν, φοβόμουν ότι μπορεί να γίνω αυτός»
Πριν γράψει, ξαναδιάβασε Sartre και Camus. Ήθελε να φέρει στον κινηματογράφο τον «υπόγειο άνθρωπο», τον υπαρξιστικό ήρωα που υπήρχε ήδη στην ευρωπαϊκή και αμερικανική λογοτεχνία. Το πρώτο draft το έγραψε σε 10 μέρες. Και μετά άρχισε αμέσως... ξαναγράψιμο, σαν εξορκισμό: «Έπρεπε να τον ξεριζώσω από μέσα μου. Αν δεν έγραφα γι’ αυτόν, φοβόμουν ότι μπορεί να γίνω αυτός».
Η ταινία αντλεί καύσιμα από μια Αμερική που τότε είχε ήδη ραγίσει: Watergate, Βιετνάμ, μια Νέα Υόρκη με υψηλή εγκληματικότητα, η πόλη στα πρόθυρα χρεοκοπίας το 1975. Στο σενάριο υπάρχει μια σκηνή όπου ο Bickle πάει σε πολιτική συγκέντρωση για να δολοφονήσει υποψήφιο πρόεδρο, αλλά τον αντιλαμβάνονται οι Secret Service και η υπόθεση οδηγείται σε καταδίωξη.
Ένα κομμάτι της έμπνευσης, λέει ο Schrader, ήταν η απόπειρα δολοφονίας του Gerald Ford από τη Sara Jane Moore τον Σεπτέμβριο του 1975. Το σοκ δεν ήταν μόνο η πράξη, αλλά η πολιτισμική ανταμοιβή της: «Πυροβόλησε τον πρόεδρο, αστόχησε και την επόμενη εβδομάδα ήταν στο εξώφυλλο του Newsweek. Τότε είναι που κατάλαβα: εδώ καταλήξαμε;». Από εκεί γεννήθηκε και η ειρωνεία του Taxi Driver: η πιθανότητα να γίνεις διάσημος μέσα από τη βία.
Για τον ρόλο, ο Harvey Keitel ήταν αρχικά φαβορί
Ο Schrader έδωσε το σενάριο αρχικά στον Brian De Palma, που το πέρασε στον Scorsese. Ο σκηνοθέτης το πίστεψε αμέσως, βρίσκοντας κι ο ίδιος κάτι προσωπικό σε αυτόν τον «υπόγειο άνθρωπο». Για τον ρόλο, ο Harvey Keitel ήταν αρχικά φαβορί, αλλά όταν ο Schrader και οι συμπαραγωγοί Julia και Michael Phillips είδαν ένα early cut του Mean Streets, «κοιταχτήκαμε και είπαμε: “Δεν είναι ο Harvey, είναι ο Bob”». Ο Scorsese συμφώνησε, αλλά έπρεπε να διαχειριστεί την αλλαγή αυτή.
Υπήρξαν και τα διάφορα... «κοψίματα» της εποχής. Ο Schrader είχε γράψει τον νταβατζή Sport ως μαύρο, για να αντανακλά τον ρατσισμό του Bickle και την πραγματικότητα που έβλεπε στον δρόμο, αλλά η Columbia ζήτησε να αλλάξει σε λευκό, φοβούμενη ότι ένας λευκός πρωταγωνιστής [σ.σ: ο Ντε Νίρο] που σκοτώνει μόνο μαύρους στο φινάλε θα προκαλούσε επεισόδια. Έτσι «ξαφνικά υπήρχε ρόλος για τον Harvey». Ο Keitel ζήτησε μάλιστα να βρουν «έναν πραγματικό λευκό νταβατζή» ως πρότυπο, κάτι που – όπως παραδέχεται ο Schrader – δεν συνέβη ποτέ.
Στο επίπεδο των εμβληματικών σκηνών, η αυτοσχεδιαστική στιγμή που σημάδεψε την ποπ ιστορία ήταν το περίφημο «You talkin’ to me?». Το σενάριο προέβλεπε ότι ο Bickle παίζει με το όπλο μπροστά στον καθρέφτη, φαντάζεται αντιπαράθεση, μιλά στον εαυτό του. Όταν ο De Niro ρώτησε τι να λέει, ο Schrader θυμάται ότι του απάντησε σαν παιδικό παιχνίδι καουμπόηδων: «Κάτι τύπου “σ’ έπιασα, είμαι πιο γρήγορος από σένα”». Ο De Niro βρήκε μόνος του τη φράση που έμελλε να τον ακολουθεί για δεκαετίες – όπως έλεγε ο ίδιος το 2016, «κάθε μέρα για 40 γαμημένα χρόνια» κάποιος του το επαναλάμβανε.
Η βία της τελικής σεκάνς απασχόλησε ακόμη και την ταξινόμηση: για να πετύχει R rating χωρίς κόψιμο, ο Scorsese αποχρωμάτισε το φινάλε ώστε το έντονο κόκκινο αίμα να γίνει το λεγόμενο «καφέ του ταμπλόιντ». Σημαδιακός ήταν και ο Bernard Herrmann: ολοκλήρωσε τις ηχογραφήσεις του σκορ λίγες ώρες πριν πεθάνει. Στην πρεμιέρα της 8ης Φεβρουαρίου 1976, ο Schrader πήγε στην πρώτη προβολή στο Coronet και είδε το κοινό να χειροκροτεί με το που εμφανίστηκε ο τίτλος. Στις Κάννες, αντίθετα, υπήρξαν αποδοκιμασίες και αποχωρήσεις, με τον Tennessee Williams να κατηγορεί την ταινία ότι «αντλεί ηδονή» από τη σκληρότητα. Παρ’ όλα αυτά, κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα.
Η δύναμη του Taxi Driver
Η δύναμη του Taxi Driver είναι ότι «έπιασε» ένα ψυχικό αρχέτυπο: τους νεαρούς άνδρες γεμάτους μνησικακία, αυτοακύρωση και αδυναμία σύνδεσης. Ο Schrader θυμάται έναν πραγματικό «Travis» να εισβάλλει στο γραφείο του και να τον ρωτά «πώς μάθατε για εμάς;». Και η ταινία συνδέθηκε τραυματικά με την πραγματικότητα όταν ο John Hinckley, εμμονικός με την Foster, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Reagan το 1981 για να την «εντυπωσιάσει». Ο Schrader λέει ότι αργότερα ο De Niro του πρότεινε sequel, αλλά εκείνος το απέρριψε με μια προφητική μεταφορά: «Αν δεν ήταν νεκρός, δεν θα οδηγούσε ταξί. Θα καθόταν σε μια καλύβα στη Μοντάνα, θα έβαζε βόμβες και θα τον έλεγαν Ted Kaczynski» [σ.σ: αναφορά στον Unabomber, ένα πραγματικό πρόσωπο].
Σήμερα, ο «κληρονόμος» του Bickle, κατά τον Schrader, είναι ο νέος που λιώνει μπροστά σε μια οθόνη, μέσα στη manosphere, δικτυωμένος με άλλους εξίσου θυμωμένους. Το αν αυτή η «κοινότητα» μειώνει ή φουσκώνει την ψύχωση, λέει, δεν ξέρει. Αλλά ένα πράγμα το ξέρει: κάθε γενιά βρίσκει την ταινία, συνήθως στα 15 της, όταν συνειδητοποιεί ότι μπορείς να έχεις «ταινία δράσης που δεν είναι μόνο για τη δράση». Αυτό ακριβώς είναι και το μυστικό της αντοχής της: ένα φιλμ που δεν πεθαίνει, γιατί η κοινωνία συνεχίζει να γεννά – με νέες μορφές – τον άνθρωπο που το φοβήθηκε πρώτος ο σεναριογράφος του.