Οι πρώτες πραγματικές influencers εμφανίστηκαν 200 χρόνια πριν στη Γαλλία, που προσπαθούσε να ξαναβρεί την ταυτότητά της μετά τη Γαλλική Επανάσταση.
- Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Γάλλος γαστρονόμος Γκριμό ντε λα Ρενιέρ εγκαινίασε τις πρώτες εκδόσεις lifestyle, συνδυάζοντας συμβουλές για γαστρονομία, μόδα και κοινωνική ζωή, λειτουργώντας ως πρόδρομος των σύγχρονων influencers.
- Μετά την κατάρρευση του παλαιού καθεστώτος, οι νέες ελίτ αναζητούσαν τρόπους κοινωνικής ένταξης. Προσωπικότητες όπως ο Πιερ ντε λα Μεζανζέρ και η Μαντάμ Καμπάν καθοδηγούσαν τις ανερχόμενες τάξεις στους νέους κώδικες συμπεριφοράς.
- Η επιρροή στη μόδα μετατοπίστηκε από τις βασίλισσες και τις αριστοκράτισσες στις συζύγους τραπεζιτών και επιχειρηματιών, οι οποίες μετέτρεψαν τον τρόπο ζωής, τα σπίτια και τα ρούχα τους σε πρότυπα κομψότητας.
- Η άνοδος μιας νέας άρχουσας τάξης χωρίς κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο, σε συνδυασμό με την εμφάνιση των εστιατορίων ως δημόσιων χώρων αξιολόγησης, δημιούργησε την ανάγκη για οδηγούς γούστου και κοινωνικής ενσωμάτωσης.
Σήμερα οι influencers καθορίζουν (για κάποιους σίγουρα, ελπίζουμε όχι για πολλούς...) τι θα φορέσουμε, πού θα φάμε, πώς θα διακοσμήσουμε το σπίτι μας ή ποιος προορισμός αξίζει να γίνει viral.
Η εικόνα αυτή μοιάζει απόλυτα συνδεδεμένη με τα κοινωνικά δίκτυα, όμως, σύμφωνα με νέα ιστορική ανάλυση, οι πρώτοι πραγματικοί influencers εμφανίστηκαν περισσότερα από διακόσια χρόνια πριν στη Γαλλία, που προσπαθούσε να ξαναβρεί την ταυτότητά της μετά τη Γαλλική Επανάσταση.
Εκεί, σε μια κοινωνία όπου οι παλιοί κανόνες είχαν καταρρεύσει και οι νέες ελίτ αναζητούσαν τρόπους να αποκτήσουν κοινωνικό κύρος, γεννήθηκε ένα νέο είδος ανθρώπων που διαμόρφωνε το γούστο, τη μόδα και τον τρόπο ζωής των άλλων, πολύ πριν υπάρξει το Instagram ή οποιαδήποτε άλλη ψηφιακή πλατφόρμα.
Θυμίζει τους σύγχρονους λογαριασμούς των influencers
Το 1806 ο Γάλλος γαστρονόμος Γκριμό ντε λα Ρενιέρ εγκαινίασε το περιοδικό Journal des Gourmands et des Belles, μια έκδοση που συγκέντρωνε στις σελίδες της συμβουλές για τη γαστρονομία, τη μόδα, το θέατρο και τη γενικότερη κοινωνική ζωή. Σήμερα το έντυπο έχει σχεδόν ξεχαστεί, ωστόσο οι ιστορικοί το θεωρούν μία από τις πρώτες ολοκληρωμένες εκδόσεις lifestyle στη Γαλλία.
Ο ίδιος ο Ρενιέρ ήταν ήδη γνωστός χάρη στο Almanach des Gourmands, που θεωρείται το πρώτο βιβλίο γαστρονομικής κριτικής αλλά και ο πρώτος οδηγός εστιατορίων στην ιστορία. Αν και η γλώσσα και η εποχή διαφέρουν ριζικά από το σήμερα, το περιεχόμενο των εκδόσεών του θυμίζει έντονα τους σύγχρονους λογαριασμούς των influencers, οι οποίοι συνδυάζουν προτάσεις για φαγητό, μόδα, διακόσμηση και διασκέδαση σε μία ενιαία αφήγηση.
Πώς μπορείς να ανήκεις στη νέα κοινωνία που διαμορφωνόταν
Οι οδηγοί καλών τρόπων και συμπεριφοράς υπήρχαν και πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, όμως απευθύνονταν σε ανθρώπους που γνώριζαν ήδη τη θέση τους μέσα στην αυστηρά ιεραρχημένη κοινωνία της μοναρχίας. Εκείνο που άλλαξε μετά το 1789 δεν ήταν η ύπαρξη συμβουλών για τον τρόπο ζωής, αλλά ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι τις αναζητούσαν.
Πριν από την Επανάσταση το ερώτημα ήταν πώς πρέπει να συμπεριφερθεί κανείς ώστε να ανταποκριθεί στην κοινωνική του τάξη. Μετά την ανατροπή του παλαιού καθεστώτος, το ερώτημα έγινε πολύ πιο θεμελιώδες: πώς μπορεί κάποιος να ανήκει στη νέα κοινωνία που διαμορφωνόταν.
Η αναστάτωση που προκάλεσε η Επανάσταση δημιούργησε μια γενιά ανθρώπων με εντυπωσιακές προσωπικές διαδρομές. Ο ίδιος ο Ρενιέρ είχε υπάρξει δικηγόρος, θεατρικός κριτικός και έμπορος εκλεκτών τροφίμων πριν καθιερωθεί ως συγγραφέας γαστρονομίας.
Ο Πιερ ντε λα Μεζανζέρ, εκδότης του περίφημου περιοδικού Journal des Dames et des Modes, είχε ξεκινήσει ως ιερέας πριν εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους διαμορφωτές της γαλλικής μόδας.
Παράλληλα, η Μαντάμ Καμπάν, πρώην αυλική της Μαρίας Αντουανέτας, ίδρυσε σχολή κοντά στο Παρίσι όπου εκπαίδευε τις κόρες τόσο της παλιάς όσο και της νέας ελίτ στους κανόνες της αριστοκρατικής συμπεριφοράς, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο που είχε χαθεί και σε εκείνον που γεννιόταν.
Το πρόσωπο της γυναικείας επιρροής
Την ίδια περίοδο άλλαξε και το πρόσωπο της γυναικείας επιρροής. Αν πριν από την Επανάσταση η μόδα καθοριζόταν κυρίως από βασίλισσες και επίσημες ερωμένες των μοναρχών, όπως η Μαντάμ ντε Πομπαντούρ και η Μαρία Αντουανέτα, μετά το 1789 τον ρόλο αυτό ανέλαβαν σύζυγοι τραπεζιτών, χρηματοδοτών και ισχυρών επιχειρηματιών.
Γυναίκες όπως η Ζιλιέτ Ρεκαμιέ, η Τερέζα Ταλιέν και η Φορτινέ Αμελέν μετατράπηκαν σε πραγματικά πρότυπα κομψότητας. Τα σπίτια τους, τα ρούχα τους, τα χτενίσματα και οι κοινωνικές συγκεντρώσεις που διοργάνωναν γίνονταν αντικείμενο σχολιασμού στον Τύπο και αντιγράφονταν από ανθρώπους που επιδίωκαν να αποκτήσουν κοινωνικό κύρος.
Η Αμελέν, καταγόμενη από τον Άγιο Δομίνικο της Καραϊβικής, ανήκε στις περίφημες Merveilleuses, μια ομάδα γυναικών που καθόρισε τη μόδα της εποχής με τις νεοκλασικές ενδυμασίες, τα εντυπωσιακά χτενίσματα και τα λαμπερά σαλόνια της μεταεπαναστατικής γαλλικής πρωτεύουσας.
Για αυτές τις προσωπικότητες, το καλό γούστο δεν περιοριζόταν στην επιλογή ενός φορέματος ή ενός επίπλου. Αφορούσε έναν ολοκληρωμένο τρόπο ζωής που περιλάμβανε το φαγητό, τη διακόσμηση, τα υφάσματα, τα σερβίτσια, ακόμη και τον τρόπο υποδοχής των καλεσμένων.
Ουσιαστικά, διαμόρφωναν ένα πολιτισμικό πρότυπο, το οποίο άλλοι προσπαθούσαν να μιμηθούν για να αποδείξουν ότι ανήκαν στη νέα κοινωνική πραγματικότητα.
Ανάλογες μορφές υπήρχαν και στη Βρετανία
Ανάλογες μορφές υπήρχαν και στη Βρετανία. Ο βιομήχανος Τζόζια Γουέντζγουντ συνέδεσε την παραγωγή πορσελάνης με τη βασιλική αυλή και εκπαίδευσε τη μεσαία τάξη στο νεοκλασικό γούστο, ενώ ο Μπο Μπρούμελ έγινε αυθεντία της ανδρικής κομψότητας παρά το γεγονός ότι δεν καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια.
Αντίστοιχα, η Έμα Χάμιλτον, κόρη σιδηρουργού, εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες γυναίκες της Ευρώπης χάρη στα πορτρέτα της, αποδεικνύοντας ότι η κοινωνική επιρροή μπορούσε πλέον να βασίζεται στο προσωπικό χάρισμα και στην εικόνα και όχι αποκλειστικά στην καταγωγή.
Η Γαλλία, ωστόσο, διέφερε επειδή οι κοινωνικές ανακατατάξεις ήταν πολύ πιο βίαιες. Η πτώση της μοναρχίας, οι δημεύσεις περιουσιών, η δημιουργία νέων περιουσιών μέσα από κρατικές πωλήσεις γης και στρατιωτικά συμβόλαια, αλλά και η ίδρυση της αυτοκρατορικής αριστοκρατίας από τον Ναπολέοντα δημιούργησαν μια νέα άρχουσα τάξη χωρίς κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο.
Ένας στρατηγός μπορούσε να αποκτήσει τίτλο ευγενείας, αλλά δεν γνώριζε πώς να οργανώσει ένα επίσημο δείπνο ή πώς να διακοσμήσει την κατοικία του σύμφωνα με τους κανόνες της υψηλής κοινωνίας. Εκεί ακριβώς εμφανίστηκαν οι νέοι διαμορφωτές του γούστου, προσφέροντας έναν άτυπο οδηγό κοινωνικής ένταξης.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση των πρώτων σύγχρονων εστιατορίων στο Παρίσι, ενός θεσμού που γεννήθηκε μέσα στα χρόνια της Επανάστασης. Για πρώτη φορά δημιουργήθηκαν δημόσιοι χώροι όπου το προσωπικό γούστο εκφραζόταν μπροστά σε αγνώστους και γινόταν αντικείμενο αξιολόγησης.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, οδηγοί όπως εκείνοι του Ρενιέρ έγιναν σχεδόν απαραίτητοι, λειτουργώντας όπως ακριβώς οι σημερινοί influencers που προτείνουν εστιατόρια, προϊόντα ή τάσεις στους ακολούθους τους. Σύμφωνα με τη μελέτη, η σύγχρονη κουλτούρα των social media δεν δημιούργησε το φαινόμενο των influencers· απλώς του έδωσε νέα τεχνολογικά εργαλεία.
Η ανάγκη των ανθρώπων να αναζητούν πρόσωπα που καθοδηγούν το γούστο και τον τρόπο ζωής τους γεννήθηκε στο μεταεπαναστατικό Παρίσι των αρχών του 19ου αιώνα και εξακολουθεί να επηρεάζει τις κοινωνίες μέχρι σήμερα.