Μακριά από αστικά κέντρα, χωρίς σταθερή πρόσβαση σε βασικές υποδομές και με μοναδικό «σύμμαχο» τη γη, ο Seu Gonçalo και η σύζυγός του Francisca Helena έχουν χτίσει μια ζωή αυτάρκειας, αλλά και διαρκούς αγώνα.
Εδώ και 55 χρόνια, μια οικογένεια αγροτών ζει σχεδόν αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, στην κορυφή μιας ορεινής περιοχής στη βορειοανατολική Βραζιλία, σε ένα σπίτι φτιαγμένο αποκλειστικά από πατημένο χώμα. Μακριά από αστικά κέντρα, χωρίς σταθερή πρόσβαση σε βασικές υποδομές και με μοναδικό «σύμμαχο» τη γη, ο Seu Gonçalo και η σύζυγός του Francisca Helena έχουν χτίσει μια ζωή αυτάρκειας, αλλά και διαρκούς αγώνα.
«Τα σπίτια από πηλό είναι από τα πιο ανθεκτικά»
Η κατοικία τους, σε υψόμετρο υψηλότερο από τις γύρω κοινότητες, βρίσκεται σε περιοχή δύσβατη. Η πρόσβαση γίνεται μόνο με μοτοσικλέτα ή πεζή, ενώ αυτοκίνητα μπορούν να ανέβουν μόνο όταν ο καιρός το επιτρέπει. Τα τοιχώματα του σπιτιού παρουσιάζουν εμφανείς ρωγμές από τα χρόνια και τους δυνατούς ανέμους της ορεινής ζώνης. Παρ’ όλα αυτά, ο 66χρονος Gonçalo επιμένει ότι τα σπίτια από πηλό είναι από τα πιο ανθεκτικά: «Μπορεί να κουνιούνται όταν φυσά δυνατά, αλλά στέκονται όρθια».
Η Francisca Helena, 49 ετών, συμφωνεί. Για εκείνη, η παραδοσιακή αυτή κατασκευή –με ξύλινα δοκάρια γεμισμένα με άργιλο– προσφέρει φυσική μόνωση, κρατώντας το εσωτερικό δροσερό το καλοκαίρι και σχετικά ζεστό τον χειμώνα, χωρίς ηλεκτρική υποστήριξη. Πρόσφατα, ο Gonçalo γκρέμισε μέρος της κουζίνας για να τη μεγαλώσει, αξιοποιώντας την εμπειρική γνώση που έχει αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια στη συντήρηση του σπιτιού.
Η οικογένεια επιβιώνει κυρίως χάρη στη μικρής κλίμακας γεωργία και την εκτροφή ζώων. Στον κήπο τους καλλιεργούν μάνγκο, λεμόνια, ασερόλα, γκουάβα, μπανάνες και γκουαναμπάνα, ενώ εκτρέφουν κοτόπουλα, πάπιες και ψάρια σε αυτοσχέδια δεξαμενή. Ο Gonçalo λέει πως η λεμονιά δίνει καρπούς όλο τον χρόνο, ενώ η ασερόλα παράγει τόσο πολύ που συχνά περισσεύει.
Η Francisca μετατρέπει μέρος της σοδειάς σε σπιτικά γλυκά, τα οποία πουλά κατά παραγγελία στην ευρύτερη περιοχή: μαρμελάδα παπάγιας, dulce de leche και καραμέλα καρύδας αποτελούν μια μικρή αλλά κρίσιμη συμπληρωματική πηγή εισοδήματος. Παράλληλα, η οικογένεια εκτρέφει τιλάπια σε δεξαμενή σκαμμένη στο έδαφος, η οποία λειτουργεί και ως αποθήκη νερού για το πότισμα.
Το νερό φτάνει στο σπίτι μέσω αυτοσχέδιου σωλήνα από πηγή που βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά. Αποθηκεύεται σε δεξαμενές επενδυμένες με πλαστικό μουσαμά, ο οποίος όμως έχει πλέον φθαρεί. Ο Gonçalo εξηγεί ότι για να αντικατασταθεί πλήρως η επένδυση μιας μεγάλης δεξαμενής –μήκους περίπου 26 μέτρων– απαιτούνται υλικά αξίας άνω των 1.200 δολαρίων, ποσό απαγορευτικό για την οικογένεια.
Η έλλειψη βασικών υποδομών είναι καθημερινή πραγματικότητα. Δεν υπάρχει σταθερή σύνδεση κινητής τηλεφωνίας, ενώ η Francisca αποκάλυψε ότι το επίδομα κοινωνικής πρόνοιας που λάμβανε η οικογένεια διακόπηκε λόγω γραφειοκρατικών ζητημάτων. Παρά τις επανειλημμένες επισκέψεις στο τοπικό Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας, το πρόβλημα παραμένει άλυτο, στερώντας από το νοικοκυριό ένα κρίσιμο οικονομικό στήριγμα.
Ο Gonçalo αντιμετωπίζει προβλήματα στη σπονδυλική στήλη και στα γόνατα και λαμβάνει μικρό επίδομα υγείας, το οποίο όμως δεν επαρκεί για τις απαραίτητες επισκευές του σπιτιού ή για νέες υποδομές. Η πώληση φρούτων και γλυκών βοηθά, αλλά δεν καλύπτει μεγάλες ανάγκες.
Παρά τις δυσκολίες, η οικογένεια μιλά για ποιότητα ζωής. Ο Gonçalo περιγράφει την καθημερινότητα ως «ήσυχη και γαλήνια», μακριά από τον θόρυβο της πόλης. Η εγγονή τους, Maria Vitória, που περνά συχνά τις διακοπές της μαζί τους, λέει πως αγαπά τη ζωή στο βουνό. Η ξυλόσομπα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται συχνά, ακόμη κι αν υπάρχει κουζίνα υγραερίου, επειδή –όπως λέει η Francisca– «το ξύλο μαγειρεύει πιο γρήγορα».
Η οικογένεια καλλιεργεί ακόμη και φυσικά σφουγγάρια λούφας για το πλύσιμο των πιάτων, μειώνοντας την ανάγκη αγοράς βιομηχανικών προϊόντων. Κοντινοί συγγενείς ζουν σε μικρή απόσταση, σχηματίζοντας μια άτυπη κοινότητα αλληλοϋποστήριξης. Από το 2009, όταν επέστρεψαν οριστικά στο βουνό μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες ζωής σε κοντινή πόλη, διατηρούν αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής που αντιστέκεται στις αστικές αλλαγές.
Η ιστορία τους φέρνει στο προσκήνιο ένα ευρύτερο ζήτημα: χιλιάδες αγροτικές οικογένειες στη βραζιλιάνικη ενδοχώρα ζουν σε παρόμοιες συνθήκες, με περιορισμένη πρόσβαση σε κρατικές υπηρεσίες, νερό και υγειονομική περίθαλψη. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι δημόσιες πολιτικές πρέπει να εστιάσουν στη βελτίωση αυτών των παραδοσιακών κατοικιών ή να ενθαρρύνουν τη μετακίνηση προς τα αστικά κέντρα.
Για τον Gonçalo και τη Francisca, πάντως, η απάντηση είναι απλή: όσο αντέχουν, θα παραμείνουν στο βουνό. Εκεί όπου, παρά τη φτώχεια και τις ελλείψεις, βρίσκουν κάτι που θεωρούν ανεκτίμητο — ηρεμία, γη καρποφόρα και μια ζωή σε άμεση επαφή με τη φύση.