Η κατάρρευση της πολυκατοικίας στα Πετράλωνα ανασύρει από τη συλλογική μνήμη τρεις υποθέσεις που σημάδεψαν τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας.
- Το 1971, στη Θεσσαλονίκη, νεόδμητη εξαώροφη πολυκατοικία στην οδό Κατακάλου κατέρρευσε αιφνιδιαστικά χωρίς προειδοποίηση, παρασύροντας και τμήμα διπλανού κτιρίου. Το δυστύχημα προκάλεσε τον θάνατο ενός εργάτη και τον τραυματισμό πολλών εγκλωβισμένων.
- Η έρευνα για την τραγωδία της οδού Κατακάλου αποκάλυψε σοβαρά τεχνικά λάθη, όπως τροποποιημένα θεμέλια, ανεπαρκή οπλισμό και κακής ποιότητας σκυρόδεμα. Η υπόθεση οδήγησε σε διώξεις κατά των υπευθύνων, αναδεικνύοντας την ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση.
- Η Αθήνα βίωσε παρόμοιες τραγωδίες, πρώτα με την κατάρρευση υπό ανέγερση πολυκατοικίας στην οδό Σίνα το 1976. Το 1977, κτίριο στη λεωφόρο Κηφισίας κατέρρευσε, ενώ επί ώρες παρουσίαζε εμφανή σημάδια αστάθειας και ρωγμές.
- Οι τρεις αυτές καταρρεύσεις λειτούργησαν ως προειδοποίηση για τον τεχνικό κόσμο, οδηγώντας σε σταδιακή αυστηροποίηση των ελέγχων. Ενισχύθηκαν οι διαδικασίες επίβλεψης και δόθηκε μεγαλύτερη βαρύτητα στην εφαρμογή των στατικών μελετών για τις οικοδομές.
Η κατάρρευση της τετραώροφης πολυκατοικίας στα Πετράλωνα έφερε ξανά στην επιφάνεια έναν από τους μεγαλύτερους εφιάλτες κάθε μεγαλούπολης: την ξαφνική κατάρρευση ενός κτιρίου χωρίς να έχει προηγηθεί σεισμός. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο στην Ελλάδα, γι' αυτό και κάθε ανάλογο περιστατικό προκαλεί σοκ και ανασύρει από τη συλλογική μνήμη τρεις υποθέσεις που σημάδεψαν τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας: την τραγωδία της οδού Κατακάλου στη Θεσσαλονίκη το 1971, την κατάρρευση υπό ανέγερση πολυκατοικίας στην οδό Σίνα το 1976 και το δυστύχημα στο υπό κατασκευή κτίριο της λεωφόρου Κηφισίας 260 το 1977.
Και στις τρεις περιπτώσεις, η κοινή γνώμη βρέθηκε αντιμέτωπη με το ίδιο ανατριχιαστικό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν μια σύγχρονη οικοδομή να μετατρέπεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σε σωρό από ερείπια;
Η πιο τραγική κατάρρευση κτιρίου στη Θεσσαλονίκη
Η πιο εμβληματική υπόθεση παραμένει εκείνη της οδού Κατακάλου 6, στην περιοχή της Ανάληψης στη Θεσσαλονίκη.
Το απόγευμα της 11ης Ιανουαρίου 1971, στις 17:15, μια εξαώροφη νεόδμητη πολυκατοικία κατέρρευσε σχεδόν κατακόρυφα, χωρίς να γείρει ή να δώσει το παραμικρό προειδοποιητικό σημάδι στους ενοίκους και τους περαστικούς. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το κτίριο εξαφανίστηκε, παρασύροντας μαζί του και μεγάλο τμήμα της διπλανής πολυκατοικίας.
Η περιοχή καλύφθηκε από ένα πυκνό σύννεφο σκόνης, ενώ οι κάτοικοι περιέγραφαν έναν μεταλλικό τριγμό που ακολουθήθηκε από έναν εκκωφαντικό γδούπο, σαν να υποχωρούσε ολόκληρη η γη κάτω από τα πόδια τους. Από τύχη, πολλά διαμερίσματα της νεόδμητης οικοδομής παρέμεναν ακόμη ακατοίκητα, διαφορετικά η τραγωδία θα είχε λάβει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Παρ' όλα αυτά, ένας 19χρονος εργάτης έχασε τη ζωή του, ενώ διασώστες κατάφεραν έπειτα από πολύωρες προσπάθειες να απεγκλωβίσουν τραυματίες και κατοίκους που είχαν παγιδευτεί κάτω από τόνους μπετόν.
Η έρευνα που ακολούθησε αποκάλυψε μια αλληλουχία τεχνικών λαθών, που έμελλε να μείνει στην ιστορία των ελληνικών κατασκευών. Οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι τα πέλματα θεμελίωσης είχαν τροποποιηθεί προκειμένου να περάσει ο αποχετευτικός αγωγός της διπλανής οικοδομής, αποδυναμώνοντας τον φέροντα οργανισμό.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν ανεπαρκής οπλισμός, κακής ποιότητας σκυρόδεμα και δυσμενείς γεωτεχνικές συνθήκες, καθώς η περιοχή είχε μαλακό υπέδαφος και παλαιά ρέματα.
Οι δικαστικές αρχές άσκησαν διώξεις σε εργολάβο, αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό, ενώ η υπόθεση εξελίχθηκε σε σύμβολο της ανεξέλεγκτης ανοικοδόμησης της εποχής της αντιπαροχής, όταν η ταχύτητα κατασκευής συχνά υπερίσχυε της ασφάλειας.
Υπό ανέγερση πολυκατοικία στο κέντρο της πρωτεύουσας
Η Κατακάλου δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει νέα περιστατικά. Πέντε χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1976, η Αθήνα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ακόμη σοκαριστική κατάρρευση. Υπό ανέγερση πολυκατοικία στην οδό Σίνα, στο κέντρο της πρωτεύουσας, κατέρρευσε ενώ βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη οι οικοδομικές εργασίες.
Η υπόθεση συγκλόνισε τον τεχνικό κόσμο, καθώς απέδειξε ότι ακόμη και μια νέα κατασκευή μπορούσε να αποτύχει πριν καν ολοκληρωθεί. Το δυστύχημα επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ποιότητα των υλικών, την τήρηση των στατικών μελετών και την αποτελεσματικότητα της επίβλεψης των έργων.
Πριν ακόμη κοπάσει ο θόρυβος από την υπόθεση της οδού Σίνα, η Αθήνα βίωσε μία ακόμη κατάρρευση που έμελλε να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση. Ήταν 15 Ιουλίου 1977, όταν υπό κατασκευή κτίριο στη λεωφόρο Κηφισίας 260 κατέρρευσε μπροστά στα μάτια κατοίκων της περιοχής. Σε αντίθεση με την υπόθεση της Κατακάλου, αυτή τη φορά υπήρξαν σαφή προειδοποιητικά σημάδια.
«Επί έξι ώρες το κτίριο ψυχορραγούσε»
Όπως έγραφε χαρακτηριστικά η εφημερίδα «Τα Νέα», «τριάντα δευτερόλεπτα χρειάστηκαν για την καταστροφή, ενώ νωρίτερα, επί έξι ώρες το κτίριο ψυχορραγούσε».
Από τα ξημερώματα είχαν εμφανιστεί καθιζήσεις, ενώ ρωγμές διαπερνούσαν όλους τους ορόφους της οικοδομής. Οι εργαζόμενοι και οι περίοικοι εξέφραζαν την ανησυχία τους βλέποντας το κτίριο να παρουσιάζει εμφανή σημάδια αστάθειας.
Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, ο κατασκευαστής εμφανίστηκε καθησυχαστικός. Υποστήριξε ότι οι ζημιές θα αποκατασταθούν και πως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Η πραγματικότητα τον διέψευσε με τον πιο δραματικό τρόπο. Λίγο αργότερα, μέσα στην ησυχία εκείνου του καλοκαιρινού μεσημεριού, ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος, που έγινε αισθητός σε μεγάλη απόσταση.
Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν ότι το κτίριο κατέρρευσε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, σηκώνοντας τεράστιο σύννεφο σκόνης και μετατρέποντας το εργοτάξιο σε σωρό από συντρίμμια.
Το δυστύχημα κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και αναζωπύρωσε τη δημόσια συζήτηση για την ευθύνη εργολάβων, μηχανικών και κρατικών ελεγκτικών μηχανισμών.
Οι τρεις αυτές υποθέσεις λειτούργησαν ως καμπανάκι για ολόκληρο τον τεχνικό κόσμο. Η Κατακάλου αποκάλυψε τις συνέπειες των πρόχειρων κατασκευών και της ανεξέλεγκτης αντιπαροχής, ενώ η Σίνα και η Κηφισίας απέδειξαν ότι τα προβλήματα δεν περιορίζονταν μόνο στη Θεσσαλονίκη ούτε αποτελούσαν μεμονωμένο περιστατικό.
Σταδιακά άρχισαν να αυστηροποιούνται οι έλεγχοι στις οικοδομές, να ενισχύονται οι διαδικασίες επίβλεψης και να δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στην εφαρμογή των στατικών μελετών, μια πορεία που θα επιταχυνόταν ακόμη περισσότερο μετά τους μεγάλους σεισμούς των επόμενων δεκαετιών.
Σήμερα, η Ελλάδα διαθέτει από τους αυστηρότερους αντισεισμικούς κανονισμούς στην Ευρώπη και οι ολικές καταρρεύσεις κτιρίων χωρίς σεισμική αιτία αποτελούν εξαιρετικά σπάνια γεγονότα. Ίσως γι' αυτό η εικόνα της πολυκατοικίας στα Πετράλωνα να προκάλεσε τόσο έντονο σοκ σε όλη την ελληνική κοινή γνώμη.