Ανοίγουμε το στόμα μας για να πούμε κάτι τελείως καθημερινό και δεν έχουμε ιδέα ότι πίσω της κρύβεται ο Όμηρος, ο Ησίοδος, ο Αριστοτέλης ή ο Αριστοφάνης.
- Διάσημες αρχαίες ρήσεις για την αιτιότητα και την ανθρώπινη φύση, όπως το «ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη» και το «κάλλιο να σε ζηλεύουνε», επιβιώνουν αυτούσιες, προερχόμενες από τον Αίσωπο, τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο.
- Καθημερινές εκφράσεις που περιγράφουν δεισιδαιμονίες, όπως το «χτύπα ξύλο», ή έντονες σωματικές αντιδράσεις, σαν το «σηκώθηκαν οι τρίχες μου», έχουν τις ρίζες τους σε κείμενα του Αριστοφάνη, του Αθηναίου και του Αισχύλου.
- Η έκφραση «τη βάψαμε» προέρχεται από τον Ευριπίδη, ενώ το «μη με σκοτίζεις» αποδίδεται στον Διογένη. Ακόμη και η φράση «του πουλιού το γάλα» καταγράφεται στον Πλούταρχο.
- Εικονιστικές φράσεις, όπως το «χτίζεις στην άμμο» και εκφράσεις φόβου σαν το «μου λύθηκαν τα γόνατα» προέρχονται από τον Πλούταρχο και τον Όμηρο, αποδεικνύοντας τη διαχρονική σύνδεση με την αρχαία γραμματεία.
Υπάρχει κάτι σχεδόν... παράξενο στο πόσο επίκαιρος παραμένει ο τρόπος που μιλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Ανοίγουμε το στόμα μας για να πούμε κάτι τελείως καθημερινό, μια έκφραση που τη χρησιμοποιούμε αβίαστα σε μια συζήτηση στο καφενείο ή σε ένα μήνυμα στο κινητό, και δεν έχουμε ιδέα ότι πίσω της κρύβεται ο Όμηρος, ο Ησίοδος ή ο Αριστοφάνης.
Η γλώσσα μεταφέρει νοήματα από γενιά σε γενιά
Η γλώσσα, όπως αποδεικνύεται, δεν ξεχνά. Κουβαλάει μέσα της αιώνες ολόκληρους, μεταφέρει νοήματα από γενιά σε γενιά, αλλάζοντας μορφή αλλά όχι ουσία. Αφορμή για το παρόν άρθρο είναι το αντίστοιχο της αρχισυντάκτριας της Συριανής ιστοσελίδας logotypos.gr, κας Λίτσας Χαραλάμπους, η οποία και μας έδωσε αυτό τον ωραίο λόγο να περιηγηθούμε ξανά στις πιο μυστικές γωνιές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Πάρτε για παράδειγμα το «ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη» (Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ, ρήση του Αισώπου που επαναλάμβαναν ο Αριστοτέλης, ο Στοβαίος και ο Αριστοφάνης, ώσπου επικράτησε τελικά η εκδοχή με τον κούκο). Το ίδιο συμβαίνει και με το «ένα χέρι νίβει το άλλο» (ἁ δὲ χεὶρ τὰν χεῖρα νίζει, στίχος του Πυθαγόρειου φιλοσόφου και ποιητή Επίχαρμου). Στο ίδιο πνεύμα, το γνωστό «ό,τι σπείρεις θα θερίσεις» (Εἴ κακά τις σπείραι κακά κέρδια ἀμήσειν, από τον Ησίοδο) τονίζει τη σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ενώ το «κάλλιο να σε ζηλεύουνε παρά να σε λυπούνται» (κρέσσον γὰρ οἰκτιρμοῦ φθόνος, Πίνδαρος) εκφράζει μια βαθιά ανθρώπινη προτίμηση για τη δύναμη έναντι του οίκτου.
Η γλωσσική μας κληρονομιά είναι γεμάτη τέτοιες εκπλήξεις. Το «η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει» (Ἡ γλῶττα ἀνόστεος μὲν ὀστέα θραύει, Σόλων) υπενθυμίζει τη δύναμη των λόγων, ενώ το «έπαθε και έμαθε» (τὸν πάθει μάθος, από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου) περιγράφει τη σκληρή αλλά αναγκαία μαθητεία μέσα από την εμπειρία. Ακόμη και μια έκφραση σωματικής αντίδρασης, το «σηκώθηκαν οι τρίχες μου», έχει τη ρίζα της στα Επτά επί Θήβας του Αισχύλου (τριχὸς δ᾽ ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται). Ο ίδιος τραγικός ποιητής μάς κληροδότησε και το «ο άνδρας είναι η κολώνα του σπιτιού» (Ανήρ, στέγης στῦλον, Αγαμέμνων).
Δεν λείπουν και οι πιο λαϊκές, καθημερινές εκφράσεις. Το «χτύπα ξύλο», που λέμε σχεδόν αυτόματα όταν φοβόμαστε το κακό μάτι, ανάγεται στον Αριστοφάνη (Ἅπτεσθαι ξύλου). Το «έπεσαν κάτω από τα γέλια» βρίσκεται στον Αθήναιο (ώστε υπτίους υπό του γέλωτος καταπεσείν), ενώ το «έγιναν θέατρο», για όσους εκτίθενται δημόσια, προέρχεται από τον Πολύβιο (Εαυτούς εξεθεατρίουν). Ακόμη και το «μη με συγχύζεις» παραπέμπει κατευθείαν στον Όμηρο (μή μοι σύγχει).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η προέλευση του «τη βάψαμε», έκφρασης που χρησιμοποιούμε όταν κάτι πάει στραβά. Προέρχεται από τον Ορέστη του Ευριπίδη (Η ναῦς ἔβαψεν), όπου το ρήμα «βάπτω» σήμαινε «βυθίζω στο νερό»· όταν έλεγαν «ναῦς ἔβαψεν», εννοούσαν ότι το πλοίο βυθίστηκε. Εξίσου γνωστή είναι η ιστορία πίσω από το «μη με σκοτίζεις», φράση που φέρεται να είπε ο Διογένης στον Μέγα Αλέξανδρο, ζητώντας του να μην του κρύβει τον ήλιο. Το «έγινε ο βίος αβίωτος» ανήκει στον Φιλήμονα, ποιητή του 4ου αιώνα π.Χ. (Ἀβίωτον ζῶμεν βίον), ενώ το «του πουλιού το γάλα», έκφραση για κάτι σπάνιο και δυσεύρετο, καταγράφεται στον Πλούταρχο (ὀρνίθων γάλα).
Σκωπτικές εκφράσεις με ρίζες στην αρχαιότητα
Ακόμη και οι πιο σκωπτικές εκφράσεις μας έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα. Το «λες τρίχες!» εντοπίζεται στον Σουΐδα (Τριχολογείν και τρίχας αναλέγεσθαι), το «άει στον κόρακα», φράση που ακούγεται ιδιαίτερα συχνά στη Θεσσαλία, προέρχεται από το «πέμπειν εἰς κόρακας», ενώ το απλό «δεν με μέλει» παραμένει αυτούσιο από την αρχαιότητα (οὐδέν μοι μέλει). Στην Κύπρο ακούγεται συχνά το «πολλά λες», που είναι κι αυτό αρχαίο (Πολλά λαλεῖς), ενώ το «να σκάσεις», ως έκφραση αγανάκτησης, ανήκει στον Αριστοφάνη (Διαρραγείης).
Η λίστα των παροιμιών που επιβίωσαν στον χρόνο δεν εξαντλείται εδώ. Το «κάθε αρχή και δύσκολη» έχει καταγραφεί ως «Αρχή δήπου παντός έργου χαλεπωτέρα», το «η αλήθεια είναι πικρή» βρίσκεται στον Δίωνα (ἔχει τι πικρὸν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος), και το «η αλήθεια δεν κρύβεται» στον Μένανδρο (Ἀδύνατον τ' ἀληθές λαθεῖν). Το «φοβάται και την σκιά του» εντοπίζεται σε απόσπασμα του Αριστοφάνη (τὴν αὐτοῦ σκιὰν δέδοικεν), ενώ το «καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή» ανήκει στον Ησίοδο (Έργον δ' ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ' όνειδος).
Ακόμη και οι πιο εικονιστικές μας εκφράσεις έχουν αρχαία καταγωγή. Το «χτίζεις στην άμμο», για κάτι ασταθές και μη βιώσιμο, προέρχεται από τον Πλούταρχο (Εἰς ψάμμον οἰκοδομεῖς), όπως και το «πάρ' το αυγό και κούρευτο», ειρωνική έκφραση για κάτι ανέφικτο (Ωον τίλλεις). Το «όπως σε βλέπω και με βλέπεις», που δηλώνει βεβαιότητα, ανήκει στον Σοφοκλή (Ώσπερ εισοράς εμέ), ενώ το «μου λύθηκαν τα γόνατα», για έντονη συγκίνηση ή φόβο, βρίσκεται ήδη στον Όμηρο (Λύεται γούνατα).
Ακόμη και οι απειλές έχουν το αρχαίο τους αντίστοιχο
Τέλος, ακόμη και οι απειλές μας έχουν το αρχαίο τους αντίστοιχο. Το «θα σου δείξω εγώ ποιος είμαι» ανήκει στον Επίκτητο (Εγώ αυτώ δείξω τις ειμί), όπως και το «δεν πας να κρεμαστείς;» (Ούκ απάγξη;). Ο ίδιος φιλόσοφος μάς άφησε και το «κάνει σαν να του σκότωσε τον πατέρα», που σήμερα λέμε συχνότερα «σαν να του σκότωσε τη μάνα» (Αν ούν εν τούτοις πλανηθώ μη τι τον πατέρα απέκτεινα). Το «βάζω το χέρι στη φωτιά» εντοπίζεται στον Ανακρέοντα (Χείρα τ' εν ηγάνω βαλείν, όπου «ηγάνω» σήμαινε «στο τηγάνι»), ενώ το «μπλέξαμε τα μπούτια μας» ανήκει στον ίδιο ποιητή (Πλέξαντες μηροίσι πέρι μηρούς).
Είκοσι πέντε αιώνες μετά, μιλάμε ουσιαστικά την ίδια γλώσσα με τους αρχαίους προγόνους μας, χωρίς καν να το καταλαβαίνουμε. Κάθε φορά που λέμε «τη βάψαμε» ή «χτύπα ξύλο», αναβιώνει, χωρίς να το ξέρουμε, μια στιγμή από τον κόσμο του Ομήρου, του Αισχύλου ή του Αριστοφάνη. Η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας· είναι μια αδιάκοπη γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, που συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη κι όταν έχουμε ξεχάσει την αρχή της.