Ο Μιχαήλ Ρασσιάς μιλάει στο iefimerida για μια διαπροσωπική και ακαδημαϊκή σχέση, που υπήρξε τόσο απρόσμενη όσο και καθοριστική.
- Ο Μιχαήλ Ρασσιάς συνάντησε τον Τζον Νας στο Πρίνστον το 2014. Ο νομπελίστας μαθηματικός ενδιαφέρθηκε αμέσως για την έρευνα του Ρασσιά και τον προσκάλεσε στο γραφείο του, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας απρόσμενης και καθοριστικής σχέσης.
- Η σχέση τους εξελίχθηκε ραγδαία σε εννέα μήνες, καταλήγοντας σε κοινό βιβλίο και ξεπερνώντας τα ακαδημαϊκά όρια. Δέκα χρόνια μετά, ο Ρασσιάς καταγράφει την εμπειρία, αναδεικνύοντας την ανθρώπινη διάσταση του Νας, πέρα από τις εξισώσεις.
- Ο Ρασσιάς εξηγεί ότι η φαινομενική «δυσκολία» του Νας δεν ήταν τίμημα της ιδιοφυΐας, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος πρόσληψης του κόσμου. Η συνύπαρξη μαζί του αποτελούσε εσωτερική δοκιμασία, απαιτώντας κατανόηση πέρα από τα λόγια.
- Πέρα από τον μύθο, ο Νας ήταν αυθεντικός και αφοσιωμένος στη σκέψη. Ο Ρασσιάς απογοητεύτηκε από τον άδοξο θάνατό του το 2015, τονίζοντας τη βαθιά επίδραση της σχέσης τους στην προσέγγισή του στα Μαθηματικά και τη ζωή.
H ιστορία μας ξεκινάει τον Σεπτέμβριο του 2014, όταν ο μεταδιδακτορικός ερευνητής Μιχαήλ Θ. Ρασσιάς μπαίνει για πρώτη του φορά στο common room του Fine Hall, στο Μαθηματικό Τμήμα του Πρίνστον και πίνει καφέ ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο στην Ιστορία παρά στο παρόν.
Ο τότε 27χρονος Έλληνας με μια ήδη σπουδαία ακαδημαϊκή διαδρομή -ένα πρώτο πτυχίο στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ, ένα μεταπτυχιακό στο Κέμπριτζ, ένα διδακτορικό στο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης- βρίσκεται σε ένα σημείο όπου η φιλοδοξία δεν είναι πια υπόσχεση αλλά σχεδόν… συνθήκη.
«Δουλεύεις πάνω στους πρώτους αριθμούς;»
Ο Ρασσιάς πλησιάζει αυθόρμητα έναν υπερήλικα αλλά εξαιρετικά κοτσονάτο άνδρα, που μοιάζει να είναι καθηγητής. Είναι ο Τζον Νας, ο άνθρωπος που υπήρξε κάποτε παιδικό του πρότυπο. Ο 86χρονος νομπελίστας έχει ήδη σταθεί μπροστά στον μαυροπίνακα, έχει παρατηρήσει έναν τύπο και έχει σταθεί πάνω του, απευθυνόμενος στον νεαρό Έλληνα.
«Πρώτοι αριθμοί σε πηλίκο. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτός ο τύπος. Δουλεύεις πάνω στους πρώτους αριθμούς;»
Η στιγμή παγώνει. Ο Ρασσιάς συστήνεται ευγενικά, ενώ η συνείδηση προσπαθεί να προλάβει το γεγονός: ο άνθρωπος που του μιλά είναι όντως ο Νας, ο ίδιος εκείνος Νας που το ευρύ κοινό γνώρισε μέσα από την ταινία «Ένας υπέροχος άνθρωπος» [«A Beautiful Mind», 2003], με τον Ράσελ Κρόου να ενσαρκώνει τη σύνθετη, εύθραυστη και ταυτόχρονα εκθαμβωτική του προσωπικότητα.
Κι όμως, αυτό που ακολουθεί δεν είναι μια τυπική ακαδημαϊκή γνωριμία. Μέσα σε λίγες ώρες, ο συνήθως επιφυλακτικός απέναντι σε νέες επαφές επιστήμονας δείχνει ένα απρόσμενο ενδιαφέρον. Θέλει να μάθει περισσότερα. Να συνεχίσει τη συζήτηση. Τον καλεί το ίδιο απόγευμα στο γραφείο του: έναν λιτό χώρο στον ένατο όροφο του Fine Hall, γεμάτο χαρτιά, μεταλλικά συρτάρια και δύο παλιές καρέκλες που μοιάζουν να έχουν δει περισσότερες σκέψεις παρά ανθρώπους.
Εκεί, μέσα σε αυτή τη σχεδόν ασκητική ατμόσφαιρα, ξεκινά κάτι που δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί. Μια σχέση που δεν περιορίζεται σε ερωτήσεις και απαντήσεις, ούτε σε τυπικές συνεργασίες. Μια σχέση που, μέσα σε εννέα μόλις μήνες, αποκτά πυκνότητα και βάθος. Οδηγεί σε ένα κοινό βιβλίο, το Open Problems in Mathematics (Springer, 2016), αλλά κυρίως αφήνει πίσω της ένα αποτύπωμα που δεν εξαντλείται στις σελίδες ενός βιβλίου.
Δέκα χρόνια αργότερα, αυτό το αποτύπωμα μετατρέπεται σε αφήγηση. Στο βιβλίο «John Nash. Όταν μοιραστήκαμε την ίδια κιμωλία» [Εκδ. Καστανιώτη], ο Ρασσιάς επιστρέφει σε εκείνη την περίοδο όχι για να την εξιδανικεύσει, αλλά για να την καταγράψει με καθαρότητα και μέτρο. Και μιλάει στο iefimerida, παραδίδοντάς μας μια μαρτυρία που ισορροπεί ευσχήμως και ιδανικά ανάμεσα στην ψυχραιμία και στην τρυφερότητα, σε μια προσπάθεια να αποδοθεί μια σχέση που υπήρξε τόσο απρόσμενη όσο και καθοριστική.
«Η σχέση μου με τον John Nash ξεκίνησε, φυσικά, από τα Μαθηματικά, αλλά πολύ γρήγορα ξεπέρασε αυτό το πλαίσιο. Τα μαθηματικά ήταν η κοινή μας γλώσσα. Ένα έδαφος ακρίβειας, αυστηρότητας και θαυμασμού. Όμως, στην πορεία, αυτό που έμεινε δεν ήταν μόνον οι εξισώσεις, αλλά και οι σιωπές, οι χειρονομίες, οι μικρές ανθρώπινες στιγμές». Γιατί ο Nash, όπως επιμένει ο Ρασσιάς, «δεν ήταν απλώς μια ιδιοφυΐα. Ήταν ένας άνθρωπος με ευαισθησίες, ιδιορρυθμίες και μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο γύρω του».
Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ιδιοφυΐα και την απομόνωση
Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ιδιοφυΐα και την απομόνωση. Ρωτάω τον κ. Ρασσιά αν ο Nash την περνούσε συνειδητά ή ήταν παγιδευμένος σε αυτή;
«Στην περίπτωσή του, δεν νομίζω ότι αυτή η γραμμή ήταν ποτέ κάτι που επέλεγε ή χειριζόταν συνειδητά με τον τρόπο που θα το φανταζόταν ένας εξωτερικός παρατηρητής. Η σχέση του με τον κόσμο ήταν πιο σύνθετη και λιγότερο γραμμική. Μια ιδιοφυΐα, από μόνη της, συχνά αναπτύσσει έναν διαφορετικό ρυθμό πρόσβασης στην πραγματικότητα. Αυτό μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως απομόνωση, αλλά δεν ταυτίζεται πάντα με αυτήν. Στην περίπτωση του Nash, πέρα από την κάποια εσωστρέφεια απέναντι σε ανθρώπους που δεν γνώριζε καλά, υπήρχε και μια παιγνιώδης, ανάλαφρη παρουσία όταν ένιωθε άνετα στο περιβάλλον του. Θα το έβλεπα, λοιπόν, περισσότερο ως μια συνύπαρξη δύο καταστάσεων. Της βαθιάς εσωτερικότητας και της εξαιρετικής διανοητικής διαύγειας».
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Αν ο Nash δεν ήταν ο Nash, θα ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος; Ή μήπως η δυσκολία του ήταν ακριβώς το τίμημα της ιδιοφυΐας;
Ο ίδιος ο κ. Ρασσιάς έχει μια ξεκάθαρη και σαφή απάντηση ως προς αυτό: «Αν ο John Nash δεν ήταν αυτό που ήταν, δεν νομίζω ότι θα είχε νόημα να τον περιγράψουμε απλώς ως ''δύσκολο άνθρωπο''. Η περιγραφή αυτή, όταν μιλάμε για τόσο σύνθετες προσωπικότητες, συχνά υπεραπλουστεύει περισσότερο απ’ όσο εξηγεί. Αυτό που αποκαλείται ''δυσκολία'' είναι πολλές φορές η εξωτερική όψη ενός διαφορετικού τρόπου πρόσληψης του κόσμου. Ο Nash δεν λειτουργούσε με βάση κοινωνικές ευκολίες ή συμβατικές προσδοκίες επικοινωνίας. Αυτό μπορεί να δημιουργεί απόσταση με τον έξω κόσμο, αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα δυσκολία με την αυστηρή έννοια. Δεν θα έλεγα, λοιπόν, ότι η ιδιοφυΐα είναι το τίμημα που πληρώνεται με δυσκολία χαρακτήρα. Είναι περισσότερο ένας διαφορετικός τρόπος να υπάρχει κανείς μέσα στον κόσμο, που κάποιες φορές γίνεται δύσκολα κατανοητός από τους άλλους».
Πώς περιγράφει, λοιπόν, ο ίδιος τη συνύπαρξή του με τον Nash; «Δεν θα το περιέγραφα ως ''δοκιμασία''. Ωστόσο, η ίδια του η παρουσία σε έφερνε, σχεδόν ασυνείδητα, σε μια διαδικασία εσωτερικής δοκιμής» αναφέρει ο κ. Ρασσιάς, σαν η ίδια η ύπαρξή του να δημιουργούσε ένα πεδίο όπου έπρεπε να αναμετρηθείς με τον εαυτό σου. Όχι για να αποδείξεις κάτι, αλλά για να καταλάβεις πού στέκεσαι.
«Υπήρχαν στιγμές που έπρεπε να διαβάσεις πίσω από τις λέξεις ή, ακόμη περισσότερο, μέσα από τις παύσεις. Να καταλάβεις πότε να επιμείνεις και πότε να κάνεις ένα βήμα πίσω. Όχι γιατί στο ζητούσε, αλλά γιατί αυτό απαιτούσε η ίδια η στιγμή» επισημαίνει ο κ. Ρασσιάς, προσθέτοντας:
«Τα μαθηματικά, όσο δύσκολα κι αν είναι, διαθέτουν μια εσωτερική λογική που, αργά ή γρήγορα, αποκαλύπτεται. Ο άνθρωπος, αντίθετα, δεν ''λύνεται'' σαν εξίσωση».
Στο Princeton, ο Nash ήταν «αναπόφευκτα, ''ο Nash''». Ένα όνομα που κουβαλούσε ήδη το βάρος της Ιστορίας. Κι όμως, μέσα σε αυτό το βάρος υπήρχε κάτι απροσδόκητα ελαφρύ.
«Δεν είχε την ανάγκη να επιβληθεί ή να ορίσει τους άλλους μέσα από τον εαυτό του. Μια αυθεντική ιδιοφυΐα δεν λειτουργεί έτσι. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της γενναιοδωρίας ήταν η δική του επιμονή, στον πρόλογο του βιβλίου μας, να μπουν χειρόγραφες υπογραφές. Μια βαθιά ανθρώπινη χειρονομία, που έδινε χώρο σε έναν ερευνητή σχεδόν εξήντα χρόνια νεότερό του».
O Nash πέρα από τον μύθο
Και αν αφαιρεθούν όλα τα εξωτερικά -το Νόμπελ, η ταινία, ο μύθος- τι μένει από τον Νας; «Ένας άνθρωπος εσωστρεφής, λιτός και βαθιά αυθεντικός. Δεν υπήρχε καμία διάθεση εντυπωσιασμού, αλλά μια σχεδόν παιδική προσήλωση στη σκέψη» συνοψίζει ο Έλληνας επιστήμονας, βάζοντας και έναν… αστερίσκο στα λεγόμενά του:
«Και χωρίς το Νόμπελ, ο John Nash θα παρέμενε ένας μύθος. Άλλωστε, πολλά χρόνια μετά τη χολιγουντιανή ταινία που αφιερώθηκε στη ζωή του, αποκαλύφθηκαν -όπως αναφέρω και στο πρόσφατο βιβλίο μου- πληροφορίες για την έρευνά του που άλλαξαν την Ιστορία της Επιστήμης».
Και όπως συχνά συμβαίνει με τις ιστορίες που δεν προλαβαίνουν να ολοκληρωθούν, το τέλος έρχεται απότομα. Τον Μάιο του 2015, ο Τζον Νας και η σύζυγός του, Αλίσια, χάνουν τη ζωή τους σε τροχαίο δυστύχημα, επιστρέφοντας από το Όσλο, όπου μόλις είχε τιμηθεί με το Βραβείο Abel.
«Αν κάτι με απογοήτευσε ήταν κάτι άλλο. Ο άδοξος τρόπος με τον οποίο έφυγε μετά από τόση δόξα. Από ένα τραγικό τροχαίο δυστύχημα επιστρέφοντας από το Όσλο, όπου μόλις του είχε απονεμηθεί η ύψιστη τιμή στα Μαθηματικά, το Βραβείο Abel. Η βιαιότητα με την οποία διακόπηκε η κουβέντα μας», εξομολογείται ο κ. Ρασσιάς.
Κλείνοντας τη συζήτησή μας, τον ρωτάω ευθέως με ποιον τρόπο τον επηρέασε προσωπικά αυτή η σχέση και αν μετά τον Nash άλλαξε ο τρόπος που σκέφτεται, δηλαδή όχι μόνο τα μαθηματικά αλλά και τη ζωή.
Η απάντησή του είναι αφοπλιστική: «Ναι, με επηρέασε, αλλά η επίδρασή του ήταν πιο ''υπόγεια'', πιο αθόρυβη, και ίσως γι’ αυτό πιο ουσιαστική. Στα Μαθηματικά, με έκανε να εκτιμήσω ακόμη περισσότερο την αξία της επιμονής σε μια ιδέα, ακόμη κι όταν αυτή φαίνεται να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Είχε έναν δικό του τρόπο να εμπιστεύεται τη σκέψη του, χωρίς να επηρεάζεται από το τι θεωρείται ''αποδεκτό'' ή ''επίκαιρο''. Αλλά η μεγαλύτερη επίδραση ήταν, νομίζω, σε ανθρώπινο επίπεδο. Με έκανε να δω διαφορετικά την έννοια της απλότητας και της αυθεντικότητας. Ότι δεν χρειάζεται να επιδεικνύεις αυτό που είσαι. Αρκεί να το υπηρετείς με συνέπεια. Σίγουρα έκανε τον τρόπο που σκέφτομαι πιο συνειδητό. Και ίσως αυτό να είναι τελικά η πιο βαθιά αλλαγή».