Μπήκε στη Βόρεια Κορέα, ταξίδεψε στη Συρία: Η Μαρία Γιαννούλη περιγράφει τις συγκλονιστικές της εμπειρίες - iefimerida.gr

Μπήκε στη Βόρεια Κορέα, ταξίδεψε στη Συρία: Η Μαρία Γιαννούλη περιγράφει τις συγκλονιστικές της εμπειρίες

Η Μαρία Γιαννούλη είναι ένας από τους ελάχιστους Έλληνες που κατάφεραν να εισχωρήσουν στο πιο απομονωμένο καθεστώς του κόσμου: αυτό του Κιμ Γιόνγκ Ουν
Η Μαρία Γιαννούλη είναι από τους ελάχιστους Έλληνες που κατάφεραν να εισχωρήσουν στο πιο απομονωμένο καθεστώς του κόσμου: αυτό του Κιμ Γιονγκ Ουν

Η Μαρία Γιαννούλη είναι από τους ελάχιστους Έλληνες που κατάφεραν να εισχωρήσουν στο πιο απομονωμένο καθεστώς του κόσμου: αυτό του Κιμ Γιονγκ Ουν.

  • Η Μαρία Γιαννούλη, απόφοιτη της Σχολής Σταυράκου με σπουδές στη φιλοσοφία, ανέπτυξε μια τεχνική ακρίβεια και στοχαστική προσέγγιση στη σκηνοθεσία. Δίπλα σε σημαντικούς μέντορες, καλλιέργησε την προσήλωση στον άνθρωπο, χαρακτηριστικό του έργου της.
  • Η Γιαννούλη κατάφερε να κινηματογραφήσει στη Βόρεια Κορέα, όπου το ντοκιμαντέρ της βραβεύτηκε. Περιγράφει την εμπειρία του απόλυτου ελέγχου και της εσωτερικής ελευθερίας σκέψης, καθώς και την κόπωση από την αυτολογοκρισία, αναζητώντας την αλήθεια πίσω από την προπαγάνδα.
  • Στη Συρία, η σκηνοθέτρια κατέγραψε τον Ελληνισμό εν μέσω ακραίας αστάθειας, αντιμετωπίζοντας κινδύνους στην πρόσβαση. Οι Ελληνορθόδοξοι της Δαμασκού της άνοιξαν τη ζωή τους, εκφράζοντας έναν διπλό πατριωτισμό και ακροβατώντας ανάμεσα στον φόβο και την ελπίδα για επιβίωση.
  • Η Γιαννούλη θεωρεί την έκφραση και τη συλλογική μνήμη ουσιαστικές, τονίζοντας πως ο ανθρώπινος πόνος είναι διαγενεακός. Υπογραμμίζει την ανθρωπιά, την ανθεκτικότητα και την αλληλεγγύη ως όπλα ενάντια στον ολοκληρωτισμό, και την ελπίδα ως υπαρξιακή ανάγκη κάθε ανθρώπου.

Η Μαρία Γιαννούλη δεν είναι απλώς μια σκηνοθέτρια που καταγράφει τον κόσμο μέσα από τα ντοκιμαντέρ της· είναι μια κινηματογραφική δημιουργός που επιμένει να τον αφουγκράζεται με κάθε πιθανό -ορατό ή αθέατο- τρόπο. Απόφοιτη της Σχολής Σταυράκου στο τμήμα Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης, με σπουδές στη φιλοσοφία, η κ. Γιαννούλη διαμορφώνει από νωρίς μια διπλή καλλιτεχνική συνείδηση: τεχνική ακρίβεια και στοχαστική εγρήγορση.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Από το 1996 εργάζεται στη σκηνοθεσία, έχοντας περάσει από μια ουσιαστική μαθητεία δίπλα σε μορφές όπως ο Παντελής Βούλγαρης, ο Κώστας Κουτσομύτης και ο John Madden. Εκεί, ανάμεσα σε διαφορετικές σχολές και αφηγηματικές προσεγγίσεις, φαίνεται να καλλιεργείται αυτό που θα χαρακτηρίσει αργότερα το έργο της: η προσήλωση στον άνθρωπο.

Μέσα από την «κλειδαρότρυπα» της πιο απομονωμένης χώρας

Στα ντοκιμαντέρ της, είτε πρόκειται για τους «Επιζώντες» είτε για το πορτρέτο του Παύλου Σάμιου, η κάμερα της Ελληνίδας ντοκιμαντερίστριας δεν επιβάλλεται αλλά συνοδεύει τα γύρω τεκταινόμενα. Και αυτή η στάση -μια στάση παρατήρησης με ανθρώπινη ενσυναίσθηση- γίνεται ακόμη πιο απαιτητική όταν το περιβάλλον δεν είναι απλώς δύσκολο, αλλά άκρως ελεγχόμενο.

Γιατί η κ. Γιαννούλη μπορεί να επαίρεται ότι είναι μία από τους ελάχιστους Έλληνες που κατάφεραν να χωρέσουν μέσα από την «κλειδαρότρυπα» του πιο απομονωμένου καθεστώτος του πλανήτη: αυτό του Κιμ Γιονγκ Ουν.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πρόσφατα, το ντοκιμαντέρ της με θέμα τη σχέση της αρχαίας ελληνικής και κινεζικής Ιατρικής σε παραγωγή του Πανεπιστημίου Κρήτης, βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα στο, κατά κοινή ομολογία, πιο... περίεργο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του κόσμου, αυτό της Πιονγκγιάνγκ στη Βόρεια Κορέα.

Όπως λέει η ίδια μιλώντας στο Iefimerida, η εμπειρία της στη Βόρεια Κορέα είχε έναν σχεδόν... μυστικιστικό χαρακτήρα. «Ήμουνα προετοιμασμένη ότι θα συμβεί αυτό», λέει για τον απόλυτο έλεγχο που διέπει κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα.

«Όταν επισκέπτεσαι έναν ξένο τόπο, υποχρεούσαι να προσαρμοστείς στους κανόνες του». Η προσαρμογή δεν είναι επιλογή, αλλά όρος επιβίωσης. Κι όμως, μέσα σε αυτή την αυστηρά δομημένη πραγματικότητα, εντοπίζει ένα μικρό περιθώριο ελευθερίας: «Αυτό που δεν ελέγχεται, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, είναι η σκέψη, οπότε μέσα μου αισθανόμουνα ελεύθερη».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η φράση αυτή λειτουργεί σχεδόν ως άξονας κατανόησης της εμπειρίας της. Η εξωτερική ανελευθερία δεν καταργεί την εσωτερική, αλλά την πιέζει, την καθιστά πιο συνειδητή. Ωστόσο, η διαρκής αυτολογοκρισία αφήνει το αποτύπωμά της.

«Το πιο κουραστικό στη Βόρεια Κορέα είναι ότι για λόγους αυτοπροστασίας και επιβίωσης πρέπει να προσέχεις συνεχώς τα λόγια σου». Άρα δεν είναι ο φόβος που κυριαρχεί, αλλά η κόπωση. Προς το τέλος, όπως παραδέχεται, «ανυπομονούσα να επιστρέψω στην “ανωνυμία”».

Το ερώτημα της αλήθειας σε έναν τόπο όπου ακόμη και η απλή τουριστική περιήγηση μοιάζει... «χορογραφημένη» δεν την οδηγεί σε εύκολα συμπεράσματα. «Μπορεί να έχει όση ειλικρίνεια έχει η δική μου ματιά πάνω στη χώρα», απαντά. Η εμπειρία δεν είναι αντικειμενική· είναι πάντοτε διαμεσολαβημένη από το βλέμμα. Και αυτό το βλέμμα, στη δική της περίπτωση, στρέφεται επίμονα στους ανθρώπους.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Τη χώρα και τους ανθρώπους μπορείς να τους αφουγκραστείς και κατά τη διάρκεια των προπαγανδιστικών επισκέψεων. Να δεις, πίσω από αυτές, την αλήθεια», λέει. Δεν αναζητά την αλήθεια σε όσα της δείχνουν, αλλά σε όσα διαφεύγουν της επίδειξης. Παρατηρεί «τα μελαγχολικά -συχνά άδεια- βλέμματά τους, τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο που περπατούσαν».

Στις στάσεις των λεωφορείων, μέσα στο μετρό («που είναι ταυτόχρονα και πυρηνικό καταφύγιο», όπως μας εξιστορεί),, σε ένα σούπερ μάρκετ για ντόπιους, εντοπίζει τα ίχνη μιας ζωής που δεν μπορεί να αποκρυφτεί πλήρως. «Ήταν σαν παραδομένοι στη μοίρα τους, ηττημένοι από τη ζωή», σημειώνει.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η δική της θέση δεν είναι εκείνη του εξωτερικού παρατηρητή που κρίνει. «Δεν πήγαμε στη Βόρεια Κορέα με αποικιοκρατική διάθεση. Ήμασταν και εμείς, όπως κι αυτοί, εγκλωβισμένοι, πιόνια μιας προπαγάνδας». Η διατύπωση αυτή ανατρέπει τη συνήθη ιεραρχία: ο επισκέπτης δεν είναι ελεύθερος απέναντι στον περιορισμένο· είναι προσωρινά ενταγμένος στον ίδιο μηχανισμό.

Όπως παραδέχεται εκ των υστέρων, η πιο έντονη στιγμή της εμπειρίας της δεν είναι πολιτική, αλλά βαθιά ανθρώπινη. Στο αεροδρόμιο, λίγο πριν από την αναχώρηση, αποχαιρετά τη νεαρή Βορειοκορεάτισσα συνοδό της. «Δεν θα με ξεχάσεις, έτσι δεν είναι;» τη ρωτά εκείνη. «Δεν θα σε ξεχάσω, στο υπόσχομαι», απαντά η Γιαννούλη.

Η ανταλλαγή δώρων -ένα βραχιόλι, ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου- μοιάζει σχεδόν ασήμαντη, μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνεται το βλέμμα της προϊσταμένης της να την παρακολουθεί. «Ένιωσα πολύ περίεργα και εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να μην της δημιούργησα πρόβλημα».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κι όμως, παρά την ένταση της εμπειρίας, η έννοια της ελευθερίας για την ίδια παραμένει αδιαπραγμάτευτη. «Η ελευθερία είναι μια έννοια μοναδική, ανέκκλητη, αναμφισβήτητη. Χωρίς αυτήν, ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος». Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη θέση, αλλά για μια πεποίθηση που αποκτά βάρος μέσα από την εμπειρία της στέρησής της.

«Ότι όλοι μας, οπουδήποτε στον κόσμο, κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς, είμαστε άνθρωποι που έχουμε παρόμοιες ανάγκες κι επιθυμίες για αγάπη και  δημιουργία και τις ίδιες φοβίες για το θάνατο, τη μοναξιά και την εγκατάλειψη», όπως τονίζει χαρακτηριστικά η ίδια.

Συρία, ανάμεσα στον φόβο και την ελπίδα

Αν η Βόρεια Κορέα είναι ένας τόπος απόλυτου ελέγχου, η Συρία είναι ένας τόπος απόλυτης ρευστότητας. Το ντοκιμαντέρ της κ. Γιαννούλη για τον Ελληνισμό της Συρίας γεννιέται μέσα σε μια συγκυρία ακραίας αστάθειας, σε μια περιοχή όπου η ιστορία δεν έχει σταματήσει ποτέ να γράφεται με βίαιο τρόπο.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Όταν φτάσαμε τον Σεπτέμβρη του 2025 στη Συρία, μαζί με το στενό συνεργάτη μου, κινηματογραφιστή Χρόνη Πεχλιβανίδη, το κλίμα στη Δαμασκό ήταν τεταμένο, έβραζε», θυμάται. «Ήμασταν οι πρώτοι Έλληνες που πήραμε βίζα και κινηματογραφήσαμε στη Συρία μετά τα ιστορικά γεγονότα του Δεκέμβρη του 2024». Συνεπώς, η ίδια η πρόσβαση στον τόπο αποτελεί ήδη μια κατάκτηση.

Η διαδρομή προς τη Δαμασκό μοιάζει με πρόλογο μιας ταινίας που γράφεται σε πραγματικό χρόνο: προβλήματα στα σύνορα, οδηγοί που εκβιάζουν, checkpoints με νεαρούς ενόπλους που κρατάνε καλάσνικοφ. «Η ώρα περνούσε, η αγωνία μας κορυφωνόταν», λέει η ίδια, όχι δραματοποιώντας, αλλά καταγράφοντας μια πραγματικότητα όπου ο κίνδυνος είναι διαρκής και (κυρίως) απρόβλεπτος.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την ένταση, η κάμερα της στρέφεται ξανά στον άνθρωπο. Οι Ελληνορθόδοξοι της Συρίας δεν είναι για εκείνη ένα «θέμα», αλλά μια κοινότητα που παλεύει να διατηρήσει την ταυτότητά της. «Μας άνοιξαν τα σπίτια τους, τα ιδρύματά τους, τις εκκλησίες τους, τη ζωή τους». Η εμπιστοσύνη αυτή δεν θεωρείται δεδομένη, κατά την ίδια, αλλά αντιμετωπίζεται ως ευθύνη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η έννοια της πατρίδας, όπως αναδύεται μέσα από τις αφηγήσεις τους, είναι ρευστή, σχεδόν διπλή. «Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μας, η μάνα μας. Και η Συρία είναι η δεύτερη πατρίδα μας», της λένε. Δεν πρόκειται για γεωγραφία, αλλά για συναίσθημα. «Η Ελλάδα είναι η συναισθηματική τους πατρίδα, ένα καταφύγιο», σημειώνει.

Η καθημερινότητα που καταγράφει δεν έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που μεταδίδουν τα διεθνή μέσα· την επιβεβαιώνει. «Μπαίνοντας στη Δαμασκό σε πιάνει η ψυχή σου», λέει για τα βομβαρδισμένα κτίρια. Ο πόλεμος δεν είναι αφηρημένος, είναι παρών, υλικός, ορατός.

Και όμως, αυτό που κυριαρχεί δεν είναι μόνο ο φόβος, αλλά μια παράδοξη συνύπαρξή του με την ελπίδα. «Φοβόμαστε; Ναι, φοβόμαστε! Αλλά υπάρχει ελπίδα; Ναι, υπάρχει μεγάλη ελπίδα!», παραδέχονται στην κάμερά της. Η φράση αυτή συνοψίζει μια στάση ζωής. Οι άνθρωποι αυτοί «ακροβατούν ανάμεσα στον φόβο και την ελπίδα», χωρίς να καταρρέουν. «Ζουν σε μια τρομαχτική ψυχοκοινωνική κατάσταση αλλά κι ο φόβος συνηθίζεται, είναι κι αυτό μια προσπάθεια επιβίωσης», συνοψίζει.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η ίδια η κ. Γιαννούλη δεν αναθεωρεί τον τρόπο που βλέπει τον πόλεμο· τον επιβεβαιώνει. «Τον πόλεμο τον υποκινούν τα καπρίτσια και τα οικονομικά συμφέροντα λίγων παρανοϊκών ανθρώπων». Αυτό που αλλάζει δεν είναι η ανάλυση, αλλά η εγγύτητα. Η εμπειρία γίνεται πιο συγκεκριμένη, πιο απτή. «Όσοι παραμένουν, δέχονται με μια στωικότητα τις αλλαγές της ζωής. Σαν να έχουν συνηθίσει την αστάθεια στη ζωή τους», προσθέτει η ίδια εμφατικά.

«Δεν υπάρχει ντροπή στον φόβο»

Στην κινηματογράφηση του φόβου, αποφεύγει συνειδητά την εκμετάλλευση. «Δεν υπάρχει ντροπή στον φόβο», λέει. «Προσπάθησα να αναδείξω σε βάθος τις ποικίλες μορφές αυτού του συναισθήματος». Η κάμερα δεν εισβάλλει· παρατηρεί με διακριτικότητα. Για εκείνη, η εκμετάλλευση δεν βρίσκεται στη λήψη, αλλά στο μοντάζ, στην επιλογή του τι θα φανεί.

Η παρουσία της, αντί να επιβαρύνει, φαίνεται να λειτουργεί ως παρηγοριά. «Καλά που ήρθατε να μιλήσουμε λίγα ελληνικά να μην τα ξεχάσουμε», της λένε. Η κάμερα μετατρέπεται σε «σωσίβιο», σε έναν τρόπο να ειπωθούν πράγματα που διαφορετικά θα έμεναν άρρητα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το νόημα αυτής της καταγραφής. Ακόμη κι αν, όπως μας εκμυστηρεύεται, «η ταινία μου δεν αλλάξει τίποτα» στις ζωές αυτών των ανθρώπων, απομένει κάτι ουσιαστικό: η δυνατότητα έκφρασης. «Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη να μοιραζόμαστε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας». Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι ιστορίες τους δεν χάνονται· γίνονται μέρος μιας συλλογικής μνήμης.

Πριν κλείσουμε την κουβέντα μαζί της, την ρωτάμε, μετά από αυτό το ταξίδι, τι σημαίνει για την ίδια «επικαιρότητα», ειδικά όταν ο πόνος των ανθρώπων δεν είναι ποτέ πραγματικά παροδικός;

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Ο πόνος των ανθρώπων, δεν είναι ποτέ παροδικός, το τραύμα του πολέμου, ο βαθύς πόνος που αφήνει πίσω του, αφορά όλη την ανθρωπότητα και είναι διαγενεακός, κληρονομείται. Η ανθρωπιά, η ανθεκτικότητα και η αλληλεγγύη πάντα θα είναι τα όπλα με τα οποία θα αντιστεκόμαστε στον ολοκληρωτισμό και τα γιατρικά που θα επουλώνουν τις πληγές μας. Κανένας ζωντανός οργανισμός δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει κάτω από συνθήκες απόλυτης πραγματικότητας. Έχουμε ανάγκη το όνειρο, είναι υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου να ελπίζει και να ονειρεύεται», καταλήγει με νόημα η κα Γιαννούλη.

Σε έναν κόσμο όπου η Ιστορία συνεχίζει να γράφεται πάνω στα σώματα και τις ζωές των ανθρώπων, η Μαρία Γιαννούλη επιμένει να κρατά την κάμερα στραμμένη εκεί όπου συνήθως αποστρέφουμε το βλέμμα. Όχι για να σοκάρει, αλλά για να κατανοήσει. Και, ίσως, για να θυμίσει ότι ακόμη και μέσα στην πιο σκληρή πραγματικότητα, η ελευθερία της σκέψης και η ανάγκη για ελπίδα παραμένουν τα τελευταία, αδιαπραγμάτευτα καταφύγια του κάθε ανθρώπου.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ