Το Μόνογουαϊ (Monowi), στη Νεμπράσκα, είναι το μοναδικό χωριό στις Ηνωμένες Πολιτείες με πληθυσμό ενός ατόμου. Μοναδική κάτοικός του η 92χρονη Έλσι Άιλερ.
- Ως μοναδική κάτοικος, η Έλσι Άιλερ ψηφίζει τον εαυτό της για δήμαρχο. Διαχειρίζεται μόνη της τις δημοτικές υποθέσεις, εκδίδει άδειες στον εαυτό της και εισπράττει φόρους για τη συντήρηση των υποδομών του χωριού.
- Μεγαλωμένη σε φάρμα κοντά στο Μόνοουι, η Έλσι επέστρεψε στην πατρίδα της μετά από μια σύντομη περιπέτεια στην πόλη. Παντρεύτηκε τον σύζυγό της Ρούντι, με τον οποίο μεγάλωσαν την οικογένειά τους στο χωριό.
- Το Μόνοουι γνώρισε ακμή τη δεκαετία του 1930 ως σιδηροδρομικός σταθμός με 150 κατοίκους. Η μεταπολεμική οικονομική παρακμή της υπαίθρου οδήγησε στη σταδιακή εγκατάλειψή του, αφήνοντας πίσω μόνο την Έλσι και τον Ρούντι.
- Παρά τη μοναξιά της, η Έλσι διατηρεί την ταβέρνα της ως κοινωνικό κέντρο για τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Αποτελεί πόλο έλξης για επισκέπτες από όλο τον κόσμο, επιμένοντας να παραμείνει στο σπίτι της.
Η ηλικιωμένη γυναίκα είναι δήμαρχος του χωριού, γραμματέας του δήμου, ταμίας και διοικητική υπάλληλος - όλα μαζί.
Διατηρεί επίσης και λειτουργεί το Monowi Tavern, όπου σερβίρει φαγητό και ποτά, ενώ διευθύνει και τη δημοτική βιβλιοθήκη, την οποία ίδρυσε στη μνήμη του αείμνηστου συζύγου της και τη γέμισε με τη συλλογή των 5.000 βιβλίων του.
Η Έλσι υπογράφει η ίδια την ετήσια άδεια πώλησης αλκοόλ και χειρίζεται μόνη της όλα τα δημοτικά έγγραφα, τους φόρους και τον προϋπολογισμό του χωριού, συμπεριλαμβανομένων των απαραίτητων καταχωρίσεων που επιτρέπουν στο Monowi να συνεχίσει να λειτουργεί ως ενσωματωμένο χωριό (Ενσωματωμένο = officially incorporated: δηλαδή επίσημα αναγνωρισμένο από την πολιτεία ως διοικητική οντότητα με νομική προσωπικότητα).
Ψηφίζει τον εαυτό της για δήμαρχο
Κάθε χρόνο αναρτά ανακοίνωση για τις δημοτικές εκλογές στο μπαρ -το μοναδικό κατάστημα της πόλης- και στη συνέχεια ψηφίζει τον εαυτό της. Είναι υποχρεωμένη να καταθέτει ετήσιο σχέδιο συντήρησης δρόμων για να εξασφαλίζει κρατική χρηματοδότηση, ενώ εισπράττει από τον εαυτό της περίπου 500 δολάρια φόρους τον χρόνο, ώστε να παραμένουν αναμμένοι οι τρεις δημοτικοί φανοστάτες και να λειτουργεί η ύδρευση.
«Όταν κάνω αίτηση για τις άδειες αλκοόλ και καπνού, το κράτος τις στέλνει στη γραμματέα του χωριού - δηλαδή σε εμένα», λέει. «Τις παραλαμβάνω ως γραμματέας, τις υπογράφω ως υπάλληλος του δήμου και τις παραδίδω στον εαυτό μου ως ιδιοκτήτρια του μπαρ».
Παράλληλα, διατηρεί κατάλογο με τα άδεια οικόπεδα της περιοχής σε περίπτωση που κάποιος θελήσει να μετακομίσει και να… διπλασιάσει τον πληθυσμό.
«Εδώ είναι το σπίτι μου»
Η Έλσι μεγάλωσε σε φάρμα λίγα μέτρα έξω από το Μόνοουι και γνώρισε τον σύζυγό της, Ρούντι, στο μονοθέσιο σχολείο της πόλης. Αργότερα μετακόμισε στο Κάνσας Σίτι για να ζήσει τη δική της περιπέτεια και να δουλέψει σε αεροπορική εταιρεία, με όνειρο να γίνει αεροσυνοδός. «Δεν μου άρεσε ιδιαίτερα η ζωή στην πόλη. Το Μόνοουι ήταν πάντα το σπίτι μου», λέει. Επέστρεψε για να παντρευτεί τον Ρούντι στα 19 της και να μεγαλώσουν δύο παιδιά.
Η παρακμή μιας μικρής πόλης
Τη δεκαετία του 1930 το Μόνοουι ήταν ζωντανός σταθμός του σιδηρόδρομου Elkhorn, με περίπου 150 κατοίκους, παντοπωλεία, εστιατόρια και φυλακή. Όμως, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικονομική κατάρρευση των αγροτικών περιοχών των Μεγάλων Πεδιάδων οδήγησε σε μαζική εγκατάλειψη. Η τελευταία κηδεία στην εκκλησία έγινε το 1960, το ταχυδρομείο και τα παντοπωλεία έκλεισαν έως το 1970 και το σχολείο το 1974. Τα παιδιά της οικογένειας έφυγαν στα μέσα της δεκαετίας του 1970, και μέχρι το 1980 ο πληθυσμός είχε μειωθεί στους 18 κατοίκους. Είκοσι χρόνια αργότερα είχαν απομείνει μόνο η Έλσι και ο Ρούντι.
Η ταβέρνα ως καθιστικό της κοινότητας
Παρότι ζει μόνη, η Έλσι δεν αισθάνεται μοναξιά. Κάθε πρωί στις 9:00 περπατά λίγα μέτρα από το τροχόσπιτό της μέχρι την ταβέρνα, εκτός από τις Δευτέρες, που δίνει στον εαυτό της ρεπό. Οι περισσότεροι τακτικοί πελάτες ζουν σε ακτίνα 30 μιλίων, ενώ άλλοι ταξιδεύουν έως και 320 χιλιόμετρα από τη Λίνκολν και την Ομάχα μόνο για να τη δουν. «Είναι σαν μια μεγάλη οικογένεια», λέει μιλώντας στο BBC. Κάθε Κυριακή βράδυ συγκεντρώνονται για παιχνίδι χαρτιών και το μαγαζί κλείνει συνήθως μετά τις 21:30.
Διάσημη σε όλο τον κόσμο
Μετά τον θάνατο του Ρούντι, το Μόνοουι έγινε η μοναδική πόλη ενός κατοίκου στις ΗΠΑ και προσείλκυσε διεθνές ενδιαφέρον. Σήμερα, τέσσερα βιβλία επισκεπτών στην ταβέρνα έχουν γεμίσει με υπογραφές ανθρώπων από κάθε γωνιά του πλανήτη. Η Έλσι έχει δύο παιδιά, πέντε εγγόνια και δύο δισέγγονα· το πιο κοντινό μέλος της οικογένειας ζει 145 χιλιόμετρα μακριά.
«Ξέρω ότι θα μπορούσα να μετακομίσω κοντά στα παιδιά μου. Αλλά τότε θα έπρεπε να κάνω καινούργιους φίλους από την αρχή. Όσο μπορώ να μένω εδώ, εδώ θέλω να είμαι» αναφέρει.