Ποια είναι η Ζωζώ Χριστοδούλου, η πρώτη Ελληνίδα που συμμετείχε σε αγώνα Μαραθωνίου στην Ελλάδα, σπάζοντας έναν άτυπο αλλά ισχυρό αποκλεισμό που για δεκαετίες κρατούσε τις γυναίκες μακριά από τα αγωνίσματα μεγάλων αποστάσεων.
- Η Ζωζώ Χριστοδούλου, γεννημένη στην Αίγυπτο, μετακόμισε στην Ελλάδα και ξεκίνησε τον αθλητισμό, αντιμετωπίζοντας προκλήσεις και περιορισμούς λόγω της εποχής και των έμφυλων διακρίσεων.
- Παρά τις αντιξοότητες και τις κοινωνικές προκαταλήψεις, η Χριστοδούλου συνέχισε την προπόνηση, δεχόμενη ειρωνικά σχόλια και αποθαρρύνσεις, αλλά παραμένοντας αφοσιωμένη στον στόχο της.
- Η Χριστοδούλου κατάφερε να συμμετάσχει στον Μαραθώνιο του 1974, έπειτα από ειδική άδεια, και τερμάτισε, παρά τις φήμες για εγκατάλειψη, αποδεικνύοντας την αξία και τις δυνατότητες των γυναικών στον αθλητισμό.
- Η συμμετοχή της Χριστοδούλου στον Μαραθώνιο ήταν ένα σημαντικό βήμα για την ισότιμη παρουσία των γυναικών στον αθλητισμό, συμβάλλοντας στην αυξανόμενη συμμετοχή τους σε αγωνίσματα μεγάλων αποστάσεων.
Η ιστορία της ελληνικής συμμετοχής στον Μαραθώνιο περιλαμβάνει μια στιγμή που για χρόνια έμεινε στη σκιά, παρότι σηματοδότησε μια τεράστια και ουσιαστική αλλαγή στην αντίληψη για τη θέση των γυναικών στον αθλητισμό. Τον Οκτώβριο του 1974, στην κλασική διαδρομή από τον Μαραθώνα μέχρι το Παναθηναϊκό Στάδιο, εμφανίστηκε στην εκκίνηση μια νεαρή Ελληνίδα δρομέας. Ήταν η Ζωζώ Χριστοδούλου, η πρώτη Ελληνίδα που συμμετείχε σε Μαραθώνιο στην Ελλάδα, σπάζοντας έναν άτυπο αλλά ισχυρό αποκλεισμό που για δεκαετίες κρατούσε τις γυναίκες μακριά από τα αγωνίσματα μεγάλων αποστάσεων.
Η παρουσία της δεν ήταν αυτονόητη
Η παρουσία της στον αγώνα δεν ήταν αυτονόητη. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι διοργανωτές πολλών αγώνων μεγάλων αποστάσεων θεωρούσαν ότι οι γυναίκες δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν σε τέτοιες δοκιμασίες. Ακόμη και στους Ολυμπιακούς Αγώνες, το αγώνισμα του Μαραθωνίου για γυναίκες δεν υπήρχε τότε στο πρόγραμμα· θα εντασσόταν μόλις το 1984 στο Λος Άντζελες. Στην Ελλάδα, η συμμετοχή γυναικών σε μεγάλες αποστάσεις παρέμενε ουσιαστικά αδιανόητη.
Η Ζωζώ Χριστοδούλου γεννήθηκε το 1951 στο Κάιρο της Αιγύπτου, σε ελληνική οικογένεια της διασποράς. Σε ηλικία 16 ετών εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά της και σύντομα στράφηκε στον στίβο. Ξεκίνησε την αθλητική της πορεία στον Αθλητικό Όμιλο Φιλοθέης, όπου για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν η μοναδική γυναίκα αθλήτρια. Εκείνη την εποχή η παρουσία γυναικών σε προπονήσεις στίβου δεν ήταν συνηθισμένη, ενώ οι συνθήκες προπόνησης παρέμεναν περιορισμένες.
Το 1968, ενώ είχε ήδη αρχίσει σπουδές ψυχολογίας, γράφτηκε στον Εθνικό. Την προπονητική της καθοδήγηση ανέλαβε ο Ηλίας Αντζουλάτος, ο οποίος αρχικά τη δοκίμασε στα σπριντ, στα αγωνίσματα των 100 και 200 μέτρων. Πολύ γρήγορα, όμως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δυνατότητές της βρίσκονταν αλλού. «Είδα ότι ήταν μικρόσωμη και αργή για τα σπριντ και την έβαλα στις μεγάλες αποστάσεις», έχει θυμηθεί ο ίδιος.
Παρ' όλα αυτά, ακόμη και τότε υπήρχαν αυστηρά όρια. Η μεγαλύτερη απόσταση στην οποία επιτρεπόταν να αγωνιστούν γυναίκες ήταν τα 1.500 μέτρα. Η ιδέα ότι μια γυναίκα θα μπορούσε να τρέξει Μαραθώνιο θεωρούνταν υπερβολική για τα δεδομένα της εποχής. Οι περιορισμοί δεν αφορούσαν μόνο τους αγώνες αλλά και την καθημερινότητα της προπόνησης. Για χρόνια οι γυναίκες αθλήτριες δεν είχαν τη δυνατότητα να προπονούνται ελεύθερα όποτε ήθελαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις έπρεπε να χρησιμοποιούν το στάδιο μόνο σε συγκεκριμένες ώρες, ενώ ακόμη και οι βασικές υποδομές, όπως αποδυτήρια, συχνά απουσίαζαν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Χριστοδούλου συνέχισε να τρέχει. Οι αντιδράσεις που αντιμετώπιζε δεν προέρχονταν μόνο από τον αθλητικό χώρο αλλά και από την καθημερινή κοινωνική ζωή. Όταν προπονούνταν στους δρόμους ή εκτός σταδίου, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που της φώναζαν ειρωνικά σχόλια. «Μου έλεγαν να αφήσω τον αθλητισμό και να πλύνω πιάτα», έχει αναφέρει σε συνεντεύξεις της. Ακόμη και γυναίκες από τον κύκλο της την προέτρεπαν να σταματήσει, λέγοντάς της ότι «ο αθλητισμός θα χαλάσει το σώμα και το πρόσωπό της».
Η διαδικασία δεν ήταν απλή
Η ευκαιρία να δοκιμάσει την απόσταση του Μαραθωνίου προέκυψε το φθινόπωρο του 1974. Λίγες ημέρες πριν από τον λεγόμενο τότε «Ανοιχτό» ή «Λαϊκό» Μαραθώνιο της Αθήνας, η Χριστοδούλου διάβασε στις εφημερίδες ότι στον αγώνα θα συμμετείχαν και γυναίκες δρομείς από τη Γερμανία. Αποφάσισε τότε να ζητήσει άδεια συμμετοχής. Η διαδικασία δεν ήταν απλή. Χρειάστηκε ειδική άδεια από την ομοσπονδία στίβου καθώς και ιατρική γνωμάτευση από τον καρδιολόγο Εμμανουήλ Χριστοδουλάκη.
Η προετοιμασία της ήταν περιορισμένη. Δεν είχε προλάβει να ακολουθήσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα προπόνησης για τέτοια απόσταση. Τέσσερις ημέρες πριν από τον αγώνα πραγματοποίησε την πιο μεγάλη δοκιμή της, τρέχοντας περίπου 21,5 χιλιόμετρα, δηλαδή τη μισή διαδρομή του Μαραθωνίου.
Την ημέρα του αγώνα, η 23χρονη αθλήτρια βρέθηκε στην εκκίνηση μαζί με τους υπόλοιπους δρομείς. Καθώς περνούσε η ώρα και η Χριστοδούλου δεν είχε ακόμη εμφανιστεί στο στάδιο, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι είχε εγκαταλείψει. Ορισμένοι έλεγαν ακόμη και ότι, επειδή έμενε στο Νέο Ψυχικό, είχε στρίψει σε κάποιο σημείο της διαδρομής και είχε επιστρέψει στο σπίτι της.
Τελικά εμφανίστηκε στην είσοδο του Παναθηναϊκού Σταδίου και τερμάτισε τη διαδρομή. Για την ίδια εκείνη η στιγμή είχε ιδιαίτερη σημασία. «Έπρεπε να τερματίσω για να πείσω ότι οι γυναίκες μπορούν. Αν εγκατέλειπα, θα επιβεβαίωνα όσους έλεγαν το αντίθετο», έχει δηλώσει.
«Δεν ήθελα να αποδείξω κάτι. Ήθελα απλώς να τρέξω»
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, όπως θυμάται, δεχόταν συνεχώς σχόλια από τους θεατές. Πολλοί της φώναζαν ενθαρρυντικά λόγια, ενώ άλλοι έδειχναν απλώς έκπληξη βλέποντας μια Ελληνίδα να συμμετέχει στον αγώνα. «Σε όλη τη διαδρομή μου φώναζαν: “Η Ελληνίδα είσαι; Πρώτη θα βγεις!”», έχει πει, περιγράφοντας ότι κουράστηκε να χαμογελά.
Η στιγμή της εισόδου στο Παναθηναϊκό Στάδιο έμεινε χαραγμένη στη μνήμη της. «Δεν περιγράφεται και δεν ξεχνιέται», έχει αναφέρει. Με τον τερματισμό της έγινε η πρώτη Ελληνίδα που ολοκλήρωσε τη διαδρομή του Μαραθωνίου της Αθήνας.
Η ίδια έχει επισημάνει ότι το κίνητρό της δεν ήταν να αποδείξει κάτι σε κανέναν. «Δεν ήθελα να αποδείξω κάτι. Ήθελα απλώς να τρέξω», έχει πει. «Πήγαινα με σκοπό να τερματίσω. Πολλοί νόμιζαν ότι ήθελα να αποδείξω πως οι γυναίκες μπορούν, αλλά εμένα με ενδιέφερε μόνο να τρέξω».
Η συμμετοχή της το 1974 αποτέλεσε μια από τις πρώτες δημόσιες εμφανίσεις Ελληνίδας δρομέως σε αγώνα Μαραθωνίου και εντάσσεται στην ευρύτερη διεθνή περίοδο κατά την οποία οι γυναίκες άρχισαν να διεκδικούν ισότιμη παρουσία στα αγωνίσματα μεγάλων αποστάσεων. Στα επόμενα χρόνια η συμμετοχή γυναικών σε Μαραθωνίους θα αυξανόταν σταδιακά, ενώ ο μαραθώνιος αγώνας των γυναικών θα εντασσόταν τελικά και στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων.