Η «Operation Mincemeat» αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου για το πώς μια καλοσχεδιασμένη απάτη μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε ένα μέτωπο.
Στον πόλεμο, οι πιο αποτελεσματικές επιχειρήσεις δεν είναι πάντα εκείνες που βασίζονται στην υπεροπλία, αλλά εκείνες που βασίζονται στην ψυχολογία, την υπομονή και τη λεπτομέρεια. Η «Operation Mincemeat» αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου για το πώς μια καλοσχεδιασμένη απάτη μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε ένα μέτωπο, μετακινώντας στρατεύματα, ανακατευθύνοντας την προσοχή και περιορίζοντας δραματικά τις απώλειες.
Πρόκειται για την επιχείρηση στην οποία οι Βρετανοί κατάφεραν να παραπλανήσουν τη ναζιστική ηγεσία, χρησιμοποιώντας το πτώμα ενός άστεγου άνδρα ως «όχημα» ψευδών εγγράφων που θα έπειθαν τον Χίτλερ ότι οι Σύμμαχοι ετοιμάζονταν να χτυπήσουν αλλού, όχι στη Σικελία.
Η ιστορία ξεκινά με έναν άνεργο και άστεγο
Η ιστορία ξεκινά με έναν άνθρωπο που, μέχρι να βρεθεί στο επίκεντρο της πιο παράδοξης στρατιωτικής εξαπάτησης, ζούσε στην αφάνεια και στη φτώχεια. Ο Glyndwr Michael, άνεργος και άστεγος τον χειμώνα του 1943, αυτοκτόνησε καταναλώνοντας δηλητήριο για ποντίκια, μια μέθοδος που, όπως αποδείχθηκε, δεν προσφέρει εύκολο και ανώδυνο τέλος. Βρέθηκε σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη στο King’s Cross, σε μια κρύα νύχτα του Ιανουαρίου, και το πιστοποιητικό θανάτου του κατέγραψε την αιτία ως «δηλητηρίαση από φώσφορο», σημειώνοντας ότι επρόκειτο για απόπειρα αυτοκτονίας «ενώ δεν είχε σώας τας φρένας».
Το πτώμα που έγινε... «Major William Martin»
Δεν θάφτηκε στο Λονδίνο ούτε στη γενέτειρά του στη νότια Ουαλία. Αντίθετα, η επίσημη οδηγία του ιατροδικαστή ήταν να «απομακρυνθεί εκτός Αγγλίας» για ταφή. Η φράση, γραφειοκρατική και κυνική, προμήνυε ένα παράδοξο: ο Glyndwr Michael επρόκειτο, κατά κάποιον τρόπο, να «πεθάνει» και δεύτερη φορά, σε μια δεύτερη ιστορία που θα βοηθούσε να αλλάξει η πορεία του πολέμου.
Το σώμα του παρέμεινε για τρεις μήνες σε πάγο στο νεκροτομείο του Hackney και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη νότια Ισπανία, ως μέρος ενός σχεδίου εξαπάτησης που είχε σχεδιαστεί μήνες πριν. Οι αξιωματικοί των μυστικών υπηρεσιών Charles Cholmondeley και Ewen Montagu είχαν αναλάβει να μεταμορφώσουν το πτώμα σε έναν πλασματικό Βρετανό αξιωματικό, τον «Major William Martin».
Το κρίσιμο δεν ήταν μόνο να «ντύσουν» ένα σώμα, αλλά να χτίσουν μια ταυτότητα τόσο πειστική ώστε, όταν το πτώμα θα βρισκόταν από τις ισπανικές αρχές, να θεωρηθεί αβίαστα ότι επρόκειτο για στρατιωτικό αγγελιαφόρο που σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. Έτσι, πέρα από μια στολή, δημιουργήθηκε μια ολόκληρη «ζωή» μέσα από αντικείμενα τσέπης: ταυτότητα, αποκόμματα εισιτηρίων, τσιγάρα, μικρά προσωπικά ενθύμια, ακόμα και στοιχεία που υπαινίσσονταν σχέση με μια αρραβωνιαστικιά ονόματι Pam. Στόχος ήταν αυτό που οι ίδιοι οι σχεδιαστές ονόμαζαν «wallet litter»: το τυχαίο, ανθρώπινο «σκουπίδι» που κάνει μια ιστορία αληθοφανή.
Η Ελλάδα ήταν το δόλωμα
Στο κορυφαίο σημείο του σχεδίου, ένας χαρτοφύλακας αλυσοδεμένος στον καρπό του «Major Martin» περιείχε μια επιστολή με την ένδειξη «PERSONAL AND MOST SECRET». Το περιεχόμενο υπέδειχνε ότι οι Σύμμαχοι ετοιμάζονταν να εισβάλουν στην Ελλάδα. Η Ελλάδα, όμως, ήταν το δόλωμα. Ο πραγματικός στόχος ήταν η Σικελία.
Για να γίνει η απάτη ακόμη πιο πειστική, η επιστολή δεν ήταν μια πρόχειρη κατασκευή, αλλά γράφτηκε από πραγματικό υψηλόβαθμο στρατιωτικό πρόσωπο: τον Sir Archibald Nye, αντι-αρχηγό του Imperial General Staff, και απευθυνόταν στον General Sir Harold Alexander, τον Βρετανό διοικητή στη Βόρεια Αφρική. Η λογική ήταν απλή και κυνικά αποτελεσματική: ο καλύτερος τρόπος να πλαστογραφήσεις ένα άκρως απόρρητο γράμμα είναι να έχεις έναν πραγματικό στρατηγό να το συντάξει.
Η Ισπανία επιλέχθηκε για έναν ακόμη λόγο
Η Ισπανία επιλέχθηκε για έναν ακόμη λόγο που κάνει την επιχείρηση τόσο «σχολείο» της κατασκοπείας: παρότι επίσημα ουδέτερη, ήταν γεμάτη Ναζί πράκτορες. Στην περιοχή της Huelva, όπου θα «ξέβραζε» το σώμα, δρούσε ένας Γερμανός πράκτορας που οι Βρετανοί θεωρούσαν ικανό, δικτυωμένο, αλλά προβλέψιμο: ο Adolf Clauss. Η προσδοκία ήταν ότι οι ισπανικές αρχές, σε συνεργασία ή υπό την επιρροή των Ναζί, θα άνοιγαν τον χαρτοφύλακα, θα αντέγραφαν τα έγγραφα και θα τα έστελναν «προς τα πάνω» μέχρι να φτάσουν στο Βερολίνο.
Το πτώμα βρέθηκε να επιπλέει κοντά στο λιμάνι, οι αρχές το θεώρησαν θύμα αεροπορικού δυστυχήματος και, λόγω ζέστης και αποσύνθεσης, προχώρησαν σε γρήγορη ταφή. Ο «Major William Martin, RM» –Royal Marines– θάφτηκε με πλήρεις στρατιωτικές τιμές σε ισπανικό κοιμητήριο, σε μια αλλόκοτη αντιστροφή: ένας Ουαλός άστεγος αλκοολικός, χωρίς οικογένεια να τον διεκδικήσει, κατέληξε να έχει τάφο με αξίωμα και τιμές σε ξένη γη.
Στο εσωτερικό της βρετανικής πολεμικής μηχανής, η επιχείρηση ήταν προϊόν μιας κουλτούρας δημιουργικής εξαπάτησης. Η BBC περιγράφει την ιδέα ως παιδί των «corkscrew thinkers» του Τσόρτσιλ, μιας ομάδας που στόχευε να «ξεβιδώνει» δύσκολα προβλήματα με ανορθόδοξες λύσεις. Η επιχείρηση συνδέθηκε επίσης με τον Ian Fleming, ο οποίος αναφέρεται ως ένας από τους εμπνευστές της, πριν γίνει παγκοσμίως γνωστός ως δημιουργός του James Bond.
Ο ιατροδικαστής του St Pancras
Σημαντικό ρόλο είχε και ο ιατροδικαστής του St Pancras, ο οποίος ήταν μέσα στο σχέδιο: προμήθευσε «κατάλληλο» σώμα χωρίς εμφανή τραύματα και φρόντισε για την παραποίηση εγγράφων που υποδήλωναν ότι η οικογένεια του νεκρού είχε συναινέσει. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τέτοια συναίνεση – οι γονείς του Glyndwr Michael ήταν ήδη νεκροί. Πρόκειται για μια από τις πιο σκοτεινές ηθικές γωνίες της ιστορίας: η επιτυχία της επιχείρησης χτίστηκε και πάνω στην αδυναμία ενός ανθρώπου που δεν μπορούσε να αρνηθεί.
Η επιχείρηση δεν ήταν τυφλό στοίχημα. Το βρετανικό πλεονέκτημα εκείνη την περίοδο ήταν ότι, χάρη στους κρυπταναλυτές του Bletchley Park, μπορούσε να «διαβάζει την αλληλογραφία» των Γερμανών, αποκρυπτογραφώντας επικοινωνίες που βασίζονταν στη μηχανή Enigma. Αυτό επέτρεπε στους οργανωτές να γνωρίζουν πώς αντιδρούσε η άλλη πλευρά, ποιοι ήταν οι κρίκοι της αλυσίδας και αν το δόλωμα είχε «τσιμπηθεί».
«Δόλωμα καταβροχθίστηκε μαζί με αγκίστρι, πετονιά και βαρίδι»
Όταν οι Γερμανοί απέκτησαν πρόσβαση στο περιεχόμενο του χαρτοφύλακα, φωτογράφισαν τα έγγραφα και, τελικά, τα αντίγραφα έφτασαν στο γραφείο του Χίτλερ. Το αποτέλεσμα ήταν επιχειρησιακό: ο Χίτλερ πείστηκε, μετακίνησε μια ολόκληρη μεραρχία Panzer –περίπου 90.000 στρατιώτες– προς την Ελλάδα, ενισχύοντας το λάθος μέτωπο. Ο Montagu έστειλε τηλεγράφημα στον Τσόρτσιλ με την ιστορική διατύπωση ότι το «δόλωμα καταβροχθίστηκε μαζί με αγκίστρι, πετονιά και βαρίδι», δηλαδή ότι η απάτη έπιασε πλήρως.
Η πραγματική συνέπεια φάνηκε στις αρχές Ιουλίου, όταν οι Σύμμαχοι εισέβαλαν στη Σικελία. Το νησί έπεσε με πολύ μικρότερο κόστος σε ανθρώπινες απώλειες και απώλειες πλοίων από ό,τι φοβόταν η Βρετανία. Η επιτυχία δημιούργησε αλυσιδωτές εξελίξεις: ο Μουσολίνι ανατράπηκε, ο Χίτλερ αναγκάστηκε να στραφεί στην αντιμετώπιση της εισβολής από τον Νότο και, σύμφωνα με την αφήγηση του Ben Macintyre, εγκατέλειψε μια μεγάλη επίθεση κατά των Σοβιετικών, με τους Γερμανούς να περνούν σταδιακά σε θέση άμυνας. Η «παλίρροια» του πολέμου άλλαξε, εν μέρει χάρη στο σώμα ενός ανθρώπου που μέχρι τότε δεν θα άφηνε κανένα αποτύπωμα στην Ιστορία.
Το ερώτημα που πάντα συνοδεύει τέτοιες ιστορίες είναι αν τέτοιες τακτικές θα ήταν εφικτές σήμερα. Ο Macintyre εκτιμά ότι ακόμη και σε πολεμικές συνθήκες θα ήταν δύσκολο να στηθεί κάτι αντίστοιχο, όχι μόνο λόγω τεχνολογίας και αυξημένης επιτήρησης, αλλά και λόγω πολιτικού και ηθικού κόστους, αν αποκαλυπτόταν ότι κρατικοί φορείς χρησιμοποίησαν σκόπιμα ένα ανθρώπινο σώμα ως εργαλείο εξαπάτησης. Παράλληλα, όμως, η ουσία της επιχείρησης –η αξιοποίηση της ανθρώπινης προβλεψιμότητας, των αδυναμιών πληροφοριακών αλυσίδων και της ανάγκης των αντιπάλων να πιστέψουν μια πειστική ιστορία– παραμένει επίκαιρη.
Η κατασκοπεία συνεχίζει να στηρίζεται στην «ανάγνωση» χαρακτήρων και κινήτρων, όπως και τότε. Σε έναν κόσμο όπου τα δεδομένα είναι άφθονα, αλλά η βεβαιότητα σπάνια, η Mincemeat θυμίζει ότι η πιο ισχυρή παραπλάνηση δεν είναι αυτή που βασίζεται στο ψέμα, αλλά αυτή που βασίζεται στο αληθοφανές – εκεί όπου η λεπτομέρεια κάνει την απάτη να μοιάζει με πραγματικότητα.