Το όνομά του Γιάννη Γκουλιόβα πέρασε στη λαϊκή κουλτούρα μέσα από το τραγούδι του Στράτου Διονυσίου, όμως πίσω από τους στίχους υπήρχε μια πραγματική ιστορία.
- Ο Γιάννης Γκουλιόβας, γεννημένος στην Πιερία, ακολούθησε από νεαρή ηλικία την εγκληματική οδό, με συνεχείς συλλήψεις και φυλακίσεις. Μέσα από αυτές, απέκτησε τη φήμη ενός αδίστακτου και βίαιου ατόμου.
- Στη Θεσσαλονίκη καθιερώθηκε ως «Ο Σαλονικιός», επιβάλλοντας τον τρόμο στα νυχτερινά κέντρα με απροκάλυπτη βία και οπλοφορία. Συμμετείπε σε μαστροπεία και εκβιασμούς, ζώντας μια πολυτελή, επιδεικτική ζωή.
- Ο Γκουλιόβας επέκτεινε τη δράση του στην Αθήνα λόγω του στενού αστυνομικού κλοιού στη Θεσσαλονίκη. Το 1977, μετά από επίθεση σε αστυνομικό σε μπαρ και τη διαφυγή του, η σύλληψή του έγινε προτεραιότητα για την Ασφάλεια.
- Στις 29 Σεπτεμβρίου 1977, η Ασφάλεια τον εντόπισε σε χαρτοπαικτική λέσχη στην Κυψέλη. Αντιστάθηκε στην σύλληψη με μαχαίρι, με αποτέλεσμα αστυνομικός να τον πυροβολήσει θανάσιμα. Πέθανε στα 30 του, περνώντας στην ιστορία ως σκοτεινή μορφή της νύχτας.
Στα νυχτερινά κέντρα της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας τη δεκαετία του ’60 και του ’70, υπήρχαν ορισμένα πρόσωπα που δεν χρειάζονταν συστάσεις. Η παρουσία τους και μόνο αρκούσε για να «παγώσει» ένα μαγαζί, να χαμηλώσουν τα βλέμματα και να σταματήσουν οι πολλές κουβέντες. Ανάμεσα σε αυτούς, κανένα όνομα δεν προκαλούσε περισσότερο φόβο από εκείνο του Γιάννη Γκουλιόβα, του ανθρώπου που έμεινε γνωστός στα χρονικά της νύχτας ως «Ο Σαλονικιός».
Ένας κακοποιός που έγινε σχεδόν αστικός θρύλος, συνδέθηκε με νταβατζιλίκια, εκβιασμούς, όπλα, παράνομες λέσχες και μπόλικη βία, πριν πέσει νεκρός από αστυνομικά πυρά στην Κυψέλη το 1977. Το όνομά του πέρασε στη λαϊκή κουλτούρα μέσα από το τραγούδι του Στράτου Διονυσίου, όμως πίσω από τους στίχους υπήρχε μια πραγματική ιστορία βίας, φόβου και εγκληματικής κυριαρχίας στον κόσμο της νύχτας.
Δεν ήθελε να ακολουθήσει μια συνηθισμένη ζωή
Ο Γιάννης Γκουλιόβας γεννήθηκε στον Κολινδρό Πιερίας. Από μικρός έδειχνε ότι δεν μπορούσε - ή δεν ήθελε - να ακολουθήσει μια συνηθισμένη ζωή. Τα γράμματα δεν τον ενδιέφεραν, κάποια τέχνη δεν έμαθε ποτέ και το εύκολο χρήμα φάνηκε να τον γοητεύει από πολύ νωρίς. Πριν ακόμη ενηλικιωθεί, στα 16 του χρόνια, συνελήφθη για κλοπή μοτοσικλέτας. Ήταν η αρχή μιας διαδρομής όπου τα αναμορφωτήρια και οι φυλακές έγιναν σχεδόν δεύτερο σπίτι του.
Όσοι γνώριζαν εκείνη την εποχή τον κόσμο των φυλακών έλεγαν συχνά πως πολλοί μικροπαραβάτες έμπαιναν, κατά το κοινώς λεγόμενο, «μαθητούδια» και έβγαιναν... «πρυτάνεις» του εγκλήματος. Μέσα από τις φυλακές και τις γνωριμίες που έκανε εκεί, ο νεαρός από την Πιερία άρχισε σταδιακά να χτίζει τη φήμη ενός ανθρώπου αδίστακτου, επιθετικού και πρόθυμου να χρησιμοποιήσει βία χωρίς δεύτερη σκέψη.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, η Θεσσαλονίκη είχε πλέον γίνει το λημέρι του. Εκεί απέκτησε και το προσωνύμιο που έμελλε να τον ακολουθήσει μέχρι τον θάνατό του: «Ο Σαλονικιός». Ψηλός, αδύνατος, γενειοφόρος, με μακρύ μαλλί και βλέμμα που προκαλούσε αμηχανία ακόμη και σε ανθρώπους της νύχτας, ο Γκουλιόβας είχε μετατραπεί στον πιο γνωστό νταή της πόλης.
Η εικόνα του σε νυχτερινά κέντρα της εποχής έμεινε θρυλική. Έμπαινε αργά, σχεδόν τελετουργικά, ενώ οι θαμώνες καταλάβαιναν αμέσως ποιος είχε εμφανιστεί. Όσοι τον γνώριζαν χαμήλωναν το βλέμμα. Όσοι δεν τον ήξεραν, αντιλαμβάνονταν τον φόβο από τις αντιδράσεις των άλλων. Συνήθιζε να κάθεται στα πρώτα τραπέζια και να ακουμπά το πιστόλι του πάνω στο τραπέζι, χωρίς να το κρύβει, στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα κυριαρχίας.
Η νύχτα ήταν ο φυσικός του χώρος. Δούλευε ως νταβατζής, πουλούσε προστασία σε μαγαζιά, κυκλοφορούσε οπλισμένος και δεν δίσταζε να βγάλει μαχαίρι ή όπλο ακόμη και για ασήμαντη αφορμή. Το ποινικό του μητρώο περιλάμβανε σχεδόν τα πάντα: μαστροπεία, εκβιασμούς, κλοπές, ληστείες, επικίνδυνες σωματικές βλάβες, οπλοχρησία, αντίσταση κατά της αρχής.
Παράλληλα, απολάμβανε μια ζωή γεμάτη επίδειξη. Κυκλοφορούσε με ακριβά αυτοκίνητα, έπαιζε μεγάλα ποσά στον ιππόδρομο και σύχναζε σε χαρτοπαικτικές λέσχες όπου ξόδευε περιουσίες στην πόκα. Συχνά εμφανιζόταν συνοδευόμενος από νεαρές εκδιδόμενες γυναίκες, από τις οποίες απαιτούσε όχι μόνο τα χρήματα που έβγαζαν αλλά και απόλυτη υποταγή. Όσοι γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής μιλούσαν για έναν άνθρωπο ακραία βίαιο ακόμη και απέναντι στις ίδιες τις γυναίκες που έλεγχε.
Η αστυνομία βρισκόταν συνεχώς πίσω του, όμως ο ίδιος έδειχνε σχεδόν να απολαμβάνει αυτό το κυνηγητό. Οι συλλήψεις και οι φυλακίσεις δεν φαίνονταν να τον τρομάζουν. Αντίθετα, συχνά χρησιμοποιούσε μια φράση του Γάλλου αναρχικού Κλεμάν Ντυβάλ: «Ο αστυφύλακας με συνέλαβε εν ονόματι του νόμου. Κι εγώ τον χτύπησα εν ονόματι της ελευθερίας».
Η φήμη του εξαπλώθηκε τόσο ώστε το όνομά του άρχισε να συνδέεται με ιστορίες σχεδόν μυθικές μέσα στον κόσμο της νύχτας. Μία από τις πιο γνωστές αφορούσε τη διάσημη τραγουδίστρια της εποχής Μπέμπα Μπλανς.
Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής εκείνης, ένα βράδυ η τραγουδίστρια εμφανίστηκε τρομοκρατημένη σε αστυνομικό τμήμα ζητώντας προστασία, καθώς κάποιος την κυνηγούσε απειλώντας να της χαράξει το πρόσωπο. Αρχικά αρνούνταν να αποκαλύψει το όνομα του ανθρώπου που τη φόβιζε. Τελικά παραδέχθηκε πως πίσω από τις απειλές βρισκόταν ο «Σαλονικιός», ο οποίος την εκβίαζε οικονομικά και την είχε ήδη αναγκάσει να του δώσει τεράστια ποσά.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο αστυνομικός κλοιός στη Θεσσαλονίκη στένευε. Ο Γκουλιόβας αποφάσισε να επεκτείνει τη δράση του και στην Αθήνα, όπου η νύχτα της δεκαετίας του ’70 έβραζε από παρανομία, πορνεία, χαρτοπαικτικές λέσχες και κυκλώματα προστασίας. Ξεκίνησε να «χρεώνει» μικρά μπαρ και κακόφημα μαγαζιά, απαιτώντας χρήματα για προστασία, ενώ συνέχισε τις κλοπές και τους εκβιασμούς.
Το 1977 όμως, η τύχη του έμοιαζε να τελειώνει.
Ένα από τα πρώτα σοβαρά περιστατικά συνέβη έξω από το μπαρ «Greek Saloon» στην οδό Φυλής. Ο Γκουλιόβας είχε παρκάρει προκλητικά το αυτοκίνητό του στη μέση του δρόμου, μπλοκάροντας την κυκλοφορία, και μπήκε στο μαγαζί για να εισπράξει χρήματα από προστασία.
Ένα περιπολικό που περνούσε τυχαία από το σημείο αναγκάστηκε να σταματήσει λόγω της κίνησης. Αστυνομικός μπήκε στο μπαρ για να εντοπίσει τον οδηγό του αυτοκινήτου και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον «Σαλονικιό».
Ακολούθησε συμπλοκή. Ο Γκουλιόβας πέταξε αρχικά το όπλο του για να μην επιβαρυνθεί, όμως στη συνέχεια έσπασε ένα μπουκάλι στο κεφάλι του αστυνομικού και κατάφερε να διαφύγει. Ο ένστολος τον καταδίωξε αιμόφυρτος και μάλιστα πυροβόλησε τρεις φορές προς το αυτοκίνητό του χωρίς να τον πετύχει.
Από εκείνη τη νύχτα, η σύλληψη του «Σαλονικιού» έγινε σχεδόν προσωπική υπόθεση για την Ασφάλεια.
Η πληροφορία που έψαχναν ήρθε στις 29 Σεπτεμβρίου 1977. Ένας άγνωστος ενημέρωσε την Ασφάλεια ότι ο Γκουλιόβας βρισκόταν σε χαρτοπαικτική λέσχη στην οδό Σύρου, στην Κυψέλη. Μέσα σε λίγα λεπτά, η περιοχή περικυκλώθηκε από περιπολικά και αστυνομικούς με πολιτικά.
Όταν ένας αστυνομικός μπήκε μέσα και φώναξε «ποιος είναι ο Σαλονικιός;», όλα πάγωσαν. Ο Γκουλιόβας προσπάθησε να κινηθεί προς την τουαλέτα, πιθανότατα αναζητώντας διέξοδο διαφυγής. Οι αστυνομικοί όμως τον πρόλαβαν και τον ακινητοποίησαν.
Για λίγα δευτερόλεπτα φάνηκε πως όλα είχαν τελειώσει. Όμως ο «Σαλονικιός» δεν ήταν άνθρωπος που θα παραδινόταν εύκολα. Με απότομη κίνηση ξέφυγε από τους αστυνομικούς, τράβηξε μαχαίρι και φώναξε: «Πίσω γιατί θα σε ξεκοιλιάσω».
Ο αστυνομικός που βρισκόταν απέναντί του τράβηξε αμέσως το όπλο και τον πυροβόλησε στο στήθος. Ο Γιάννης Γκουλιόβας κατέρρευσε. Λίγη ώρα αργότερα πέθανε μέσα στο ασθενοφόρο που τον μετέφερε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο.
Ήταν μόλις 30 ετών.
Ο «Σαλονικιός» πέρασε στην ιστορία σαν μια από τις πιο σκοτεινές μορφές της ελληνικής νύχτας. Και δεκαετίες αργότερα, το όνομά του εξακολουθεί να επιβιώνει μέσα σε ένα λαϊκό τραγούδι που λίγοι γνωρίζουν ότι βασίστηκε σε πραγματικό πρόσωπο.