Η οργάνωση κατηγορείται ότι έχει απομακρυνθεί από τις αρχές της, δίνοντας βήμα σε πρώην στελέχη και πρόσωπα που διατηρούν ιστορικούς δεσμούς με την ίδια.
- Η Άισολτ Γουάιτ, εγγονή συνιδρυτή της Διεθνούς Αμνηστίας, ανακαλεί τις αρχικές αξίες της οργάνωσης, οι οποίες επικεντρώνονταν στην υπεράσπιση κρατουμένων συνείδησης και την καταπολέμηση βασανιστηρίων, με θεμελιώδη αρχή την καθολικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- Το 2020, η Γουάιτ άρχισε να αμφισβητεί την κατεύθυνση της οργάνωσης, θεωρώντας ότι η εμπλοκή της σε ζητήματα ταυτότητας φύλου πρόδιδε την αρχή της ελευθερίας της έκφρασης και σηματοδοτούσε μια αυταρχική στροφή.
- Πρόσφατα, η απόσυρση έκθεσης που κατηγορούσε φιλανθρωπικό ίδρυμα της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ ως «αντιδικαιωματικό», καθώς και η δημόσια αποστασιοποίηση του ηθοποιού Τζον Κλιζ, ενέτειναν την κριτική για την αλλαγή προτεραιοτήτων της οργάνωσης.
- Πρώην στελέχη, όπως η επικεφαλής του παραρτήματος στο Ισραήλ, καταγγέλλουν την υιοθέτηση μιας πολιτικοποιημένης προσέγγισης και μιας ερμηνείας των συγκρούσεων ως πάλης «θυτών-θυμάτων», οδηγώντας σε απώλεια της αξιοπιστίας και κατάρρευση αξιών.
Φόβος και... παράνοια επικρατεί όχι στο Λας Βέγκας, αλλά σε μια από τις σημαντικότερες και πιο προβεβλημένες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κόσμου με την βρετανική εφημερίδα The Telegraph να επαναφέρει στο προσκήνιο μια συζήτηση που τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και πιο έντονη γύρω από τον ρόλο των μεγάλων διεθνών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα όρια της παρέμβασής τους σε ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης.
H oργάνωση έχει απομακρυνθεί από τις αρχικές της αρχές
Με αφορμή την πρόσφατη απόσυρση έκθεσης της βρετανικής Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία είχε καταγράψει περισσότερες από εκατό οργανώσεις ως μέρος ενός «αντιδικαιωματικού οικοσυστήματος» στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εφημερίδα φιλοξενεί εκτενές ρεπορτάζ που εξετάζει την κριτική πως η οργάνωση έχει απομακρυνθεί από τις αρχικές της αρχές, δίνοντας βήμα σε πρώην στελέχη, υποστηρικτές και πρόσωπα που διατηρούν ιστορικούς δεσμούς με την ίδια.
Κεντρικό πρόσωπο του δημοσιεύματος είναι η Άισολτ Γουάιτ, εγγονή του Σον ΜακΜπράιντ, ενός από τους συνιδρυτές της Διεθνούς Αμνηστίας και πρώην διεθνούς προέδρου της. Η ίδια περιγράφει ότι μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η υπεράσπιση των κρατουμένων συνείδησης αποτελούσε καθημερινή πρακτική.
Όπως αναφέρει, τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 η οικογένειά της περνούσε τις ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα γράφοντας επιστολές σε φυλακισμένους ακτιβιστές σε όλο τον κόσμο, ενώ το σπίτι των παππούδων της αποτελούσε σημείο συνάντησης ανθρώπων που στήριζαν το έργο της οργάνωσης.
Υπενθυμίζει ακόμη ότι ο ΜακΜπράιντ, έχοντας ο ίδιος γνωρίσει τη φυλακή για την πολιτική του δράση, συνέβαλε στη διεύρυνση της αποστολής της Διεθνούς Αμνηστίας από την υπεράσπιση των κρατουμένων συνείδησης στην καταπολέμηση των βασανιστηρίων και των δικαστικών πλανών, με βασική αρχή ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι καθολικά και εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις.
Πότε άρχισε να αμφισβητεί την πορεία της οργάνωσης
Η Γουάιτ υποστηρίζει ότι άρχισε να αμφισβητεί την πορεία της οργάνωσης το 2020, όταν η Διεθνής Αμνηστία Ιρλανδίας συνυπέγραψε επιστολή σχετικά με τη δημόσια συζήτηση για τα ζητήματα ταυτότητας φύλου.
Σύμφωνα με την ίδια, θεώρησε ότι η στάση αυτή ερχόταν σε αντίθεση με την υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης, χαρακτηρίζοντας την προσπάθεια αποκλεισμού αντίθετων απόψεων ως αυταρχική συμπεριφορά. Όπως δηλώνει, αποφάσισε να εκφράσει δημόσια τη διαφωνία της, γεγονός που, όπως περιγράφει, οδήγησε σε απειλές εναντίον της και σε έντονη προσωπική πίεση.
Η εμπειρία αυτή, λέει, την ώθησε να επανεξετάσει συνολικά τη λειτουργία της οργάνωσης και άλλες πρωτοβουλίες της που, κατά την άποψή της, σηματοδοτούσαν απομάκρυνση από τις αρχικές αξίες της. «Νόμιζα ότι όσα έλεγε η Διεθνής Αμνηστία ήταν πάντοτε σωστά. Μόνο μετά από αυτή την εμπειρία κατάλαβα πόσο είχε αλλάξει η αντίληψή μου», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Η υπονόμευση των δικαιωμάτων γυναικών και ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων
Το δημοσίευμα συνδέει αυτή την κριτική με τις πρόσφατες αντιδράσεις που προκάλεσε έκθεση της βρετανικής Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία απέδιδε σε δεκάδες οργανώσεις και φορείς συμμετοχή σε ένα δίκτυο που, σύμφωνα με τους συντάκτες της, υπονόμευε τα δικαιώματα γυναικών και ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων.
Ανάμεσα στις οργανώσεις που αναφέρονταν βρισκόταν και ο φιλανθρωπικός οργανισμός της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ για γυναίκες θύματα βιασμού. Μετά τις αντιδράσεις, η έκθεση αποσύρθηκε.
Η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι το κείμενο δημοσιεύθηκε χωρίς να ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες εσωτερικές διαδικασίες ελέγχου και τόνισε πως παραμένει προσηλωμένη τόσο στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών όσο και των διεμφυλικών ατόμων, επισημαίνοντας ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ισχυρότερα όταν εφαρμόζονται ισότιμα σε όλους.
Το άρθρο φιλοξενεί επίσης την αντίδραση του ηθοποιού Τζον Κλιζ, ο οποίος υπήρξε επί δεκαετίες υποστηρικτής της Διεθνούς Αμνηστίας και είχε συμμετάσχει σε εκδηλώσεις οικονομικής ενίσχυσής της.
«Κάποτε συγκέντρωνα χρήματα για τη Διεθνή Αμνηστία. Τότε ασχολούνταν με την αποτροπή των βασανιστηρίων, όχι με ζητήματα σεξουαλικής ταυτότητας. Δεν θέλω πλέον να έχω καμία σχέση μαζί της», έγραψε σε ανάρτησή του, σύμφωνα με την Telegraph.
Στη συνέχεια γίνεται αναδρομή στην ιστορία της οργάνωσης. Υπενθυμίζεται ότι ιδρύθηκε το 1961 από τον Βρετανό δικηγόρο Πίτερ Μπένενσον, ύστερα από την υπόθεση δύο Πορτογάλων φοιτητών που φυλακίστηκαν επειδή ύψωσαν πρόποση υπέρ της ελευθερίας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Σαλαζάρ.
Η εκστρατεία εξελίχθηκε στη δημιουργία της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία στηρίχθηκε σε παγκόσμιες καμπάνιες αλληλογραφίας υπέρ των κρατουμένων συνείδησης και τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης το 1977.
Μια σειρά από εσωτερικές και εξωτερικές αντιδράσεις
Το δημοσίευμα απαριθμεί στη συνέχεια μια σειρά από υποθέσεις που, σύμφωνα με την Telegraph, προκάλεσαν εσωτερικές και εξωτερικές αντιδράσεις τα τελευταία χρόνια.
Αναφέρεται στη συνεργασία με την οργάνωση Cage, στη συζήτηση για την αποποινικοποίηση της πορνείας, στην έκθεση του 2019 που έκανε λόγο για τοξική εργασιακή κουλτούρα στο εσωτερικό της Διεθνούς Αμνηστίας, στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε την ίδια περίοδο, στην έκθεση του 2022 για την Ουκρανία, για την οποία η οργάνωση ζήτησε αργότερα συγγνώμη, καθώς και σε εσωτερική έρευνα που διαπίστωσε την ύπαρξη θεσμικού ρατσισμού στο βρετανικό της τμήμα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση της οργάνωσης με το Ισραήλ. Η Telegraph παρουσιάζει τις απόψεις της Μόλι Μάλεκαρ, πρώην γενικής διευθύντριας της Διεθνούς Αμνηστίας στο Ισραήλ, η οποία υποστηρίζει ότι η ηγεσία της οργάνωσης υιοθέτησε σταδιακά μια περισσότερο πολιτικοποιημένη προσέγγιση, μέσα από θεωρίες που ερμήνευαν τις διεθνείς συγκρούσεις κυρίως ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε «θύτες» και «θύματα».
Η ίδια περιγράφει ότι διαφώνησε με εκθέσεις για το Ισραήλ, υποστηρίζοντας πως οι επιφυλάξεις του ισραηλινού τμήματος δεν εισακούστηκαν. Παράλληλα, αναφέρεται στην απόφαση αναστολής λειτουργίας του ισραηλινού παραρτήματος, γεγονός που, σύμφωνα με τη Μάλεκαρ, αποτέλεσε κορύφωση μιας μακράς εσωτερικής σύγκρουσης.
Η πρώην επικεφαλής καταλήγει λέγοντας ότι παρακολουθεί με λύπη αυτό που θεωρεί «κατάρρευση των αξιών» που κάποτε χαρακτήριζαν τη Διεθνή Αμνηστία, επισημαίνοντας πως η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξακολουθεί να είναι απαραίτητη, αλλά, κατά την άποψή της, η οργάνωση έχει χάσει την εμπιστοσύνη ενός μέρους των ανθρώπων που επί δεκαετίες τη στήριζαν.