Η Γενοκτονία των Ποντίων υπήρξε μια απόπειρα διαγραφής μιας ιστορικής συνέχειας που μετρούσε δυόμισι χιλιετίες στις ακτές του Εύξεινου Πόντου.
- Οι Πόντιοι διατηρούσαν μια ζωντανή ελληνική παρουσία χιλιετιών στις ακτές του Εύξεινου, με μοναδική διάλεκτο. Η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού στις αρχές του 20ού αιώνα τους έθεσε στο στόχαστρο βίαιης εθνοκάθαρσης.
- Οι διώξεις ξεκίνησαν με οικονομικό αποκλεισμό, εκτοπίσεις και βίαιη επιστράτευση σε «Τάγματα Εργασίας». Αυτά λειτουργούσαν ως στρατόπεδα εξόντωσης, όπου χιλιάδες Πόντιοι πέθαναν, ενώ Τούρκοι αξιωματούχοι δήλωναν πρόθεση αφανισμού.
- Η Μπάφρα γνώρισε φρικτές σφαγές από τον Τοπάλ Οσμάν και τους άνδρες του, με μαζικές δολοφονίες σε εκκλησίες. Τα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια εκτέλεσαν δημόσια εκατοντάδες Πόντιους ηγέτες, στερώντας τους κάθε υπεράσπιση.
- Η αντίσταση στη Σάντα κορυφώθηκε με πράξεις αυτοθυσίας. Η Γενοκτονία, με την 19η Μαΐου 1919 ως κορύφωση, στοίχισε 353.000 ζωές και αφάνισε έναν πολιτισμό. Η μνήμη διατηρήθηκε, οδηγώντας στην αναγνώριση, παρά την τουρκική άρνηση.
«Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο». Η φράση, ο τελευταίος στίχος του ποντιακού δημοτικού «Πάρθεν η Ρωμανία» που γεννήθηκε από την άλωση της Τραπεζούντας το 1461, ακούγεται κάθε 19η Μαΐου σαν τελετουργική άρνηση της λήθης: ότι ακόμη κι αν ένας κόσμος καταστράφηκε, δεν έπαψε να υπάρχει μέσα στη μνήμη όσων επέζησαν.
Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν υπήρξε μόνο η φυσική εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων· υπήρξε και μια απόπειρα διαγραφής μιας ιστορικής συνέχειας που μετρούσε δυόμισι χιλιετίες στις ακτές του Εύξεινου Πόντου.
Ένας κόσμος δυόμισι χιλιετιών
Ο Πόντος υπήρξε επί αιώνες μια ξεχωριστή ελληνική επικράτεια στις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Από τον 7ο π.Χ. αιώνα, όταν Μιλήσιοι ναυτικοί ίδρυσαν την Σινώπη και την Τραπεζούντα, μέχρι την Αυτοκρατορία των Μεγάλων Κομνηνών (1204–1461) - που υπήρξε το τελευταίο βυζαντινό προπύργιο, «βυθίστηκε» δηλαδή οκτώ χρόνια μετά την Πόλη - οι ελληνικοί πληθυσμοί κράτησαν συνεχή παρουσία στις ακτές του Εύξεινου. Η ποντιακή διάλεκτος, με τις αρχαϊκές της δομές και τις βυζαντινές της επιβιώσεις, διατήρησε λέξεις και εκφράσεις που είχαν χαθεί από τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο εδώ και αιώνες - γλωσσικό απολίθωμα και ζωντανό αρχείο μαζί.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο ποντιακός ελληνισμός υπολογιζόταν, ανάλογα με την πηγή, μεταξύ 357.000 (οθωμανική απογραφή 1914) και 700.000 (ελληνική αντιπροσωπεία στο Παρίσι 1919), με τις πλέον αξιόπιστες σύγχρονες εκτιμήσεις να τον τοποθετούν γύρω στις 500.000.
Διατηρούσε σχολεία, μοναστήρια, εμπορικά δίκτυα, τραπεζίτες, καπνεμπόρους, μεταλλωρύχους. Όμως η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) θα μετατρέψει σταδιακά τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε στόχο μιας πολιτικής βίαιης εθνοκάθαρσης.
«Να καθαρίσουμε τους Έλληνες όπως τους Αρμένιους»
Οι διώξεις ξεκίνησαν σταδιακά: οικονομικός αποκλεισμός, επιτάξεις, εκτοπίσεις και η βίαιη επιστράτευση χιλιάδων Ελλήνων στα περιβόητα Αμελέ Ταμπουρού — τα «Τάγματα Εργασίας». Δεν επρόκειτο για στρατιωτική υπηρεσία αλλά για στρατόπεδα εξόντωσης μέσω καταναγκαστικής εργασίας: χτίσιμο δρόμων, μεταφορά υλικού, ορυχεία.
Ένας Βρετανός αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών, αιχμάλωτος στα ανατολικά βιλαέτια, εκτίμησε ότι «η ζωή ενός Έλληνα σε τάγμα εργασίας διαρκούσε περίπου δύο μήνες». Χιλιάδες πέθαναν από πείνα, παγωνιά, βασανιστήρια. Οι οικογένειές τους έμεναν πίσω αβοήθητες.
Παράλληλα, οι πορείες εκτοπισμού προς το εσωτερικό της Ανατολίας μετατρέπονταν σε κινούμενα νεκροταφεία. Οι αυστριακές διπλωματικές πηγές καταγράφουν τα ποσοστά θνησιμότητας στα καραβάνια να φτάνουν το 80–90%. Γυναίκες κουβαλούσαν παιδιά μέσα στα χιόνια του ανατολίτικου χειμώνα, ηλικιωμένοι πέθαιναν στις άκρες των δρόμων, χωριά εγκαταλείπονταν οριστικά.
Ο Αυστριακός πρόξενος στη Σαμψούντα Κβιατκόφσκι μετέφερε τον Νοέμβριο του 1916 την παροιμιώδη εξομολόγηση του Οθωμανού αξιωματούχου Ραφέτ Μπέη: «Πρέπει να καθαρίσουμε τους Έλληνες όπως κάναμε με τους Αρμένιους».
Η Μπάφρα και ο Τοπάλ Οσμάν
Μία από τις πιο αιματηρές περιοχές υπήρξε η Μπάφρα. Στις 5 Απριλίου 1921, σύμφωνα με την έκθεση που δημοσίευσε αργότερα η εφημερίδα Μεταρρύθμιση, ο τουρκικός στρατός με δέκα χιλιάδες άντρες, υποβοηθούμενος από τσέτες και χωρικούς, εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον όλης της επαρχίας: εμπρησμοί, τυφεκισμοί, λογχισμοί, απαγχονισμοί.
Δύο μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 1921, ακολούθησαν οι «Αποστολές» του Τοπάλ Οσμάν: στις 5 Ιουνίου, 570 άντρες ηλικίας 15 έως 70 ετών σφάχτηκαν και κάηκαν μέσα στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στο χωριό Κιόβτσε Σου.
Στις 8 Ιουνίου, άλλοι 250 άντρες οδηγήθηκαν τρίωρη πεζοπορία στον Άγιο Γεώργιο του Σελαμελίκ, λεηλατήθηκαν, σφάχτηκαν και τα πτώματά τους κάηκαν μέσα στο ναό. Συνολικά στην επαρχία της Μπάφρας υπολογίζεται ότι κατά την περίοδο 1914–1922 χάθηκαν πάνω από τριάντα χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους 84 ιερείς και 30 δάσκαλοι.
Κεντρικό πρόσωπο της βίας υπήρξε ο Τοπάλ Οσμάν Φερουντούν Ζαντελέρ — γεννημένος στην Κερασούντα το 1883, εργαζόμενος από παιδί ως τσιράκι σε ελληνικό ξυλουργείο της πόλης, μέλος της μυστικής παραστρατιωτικής οργάνωσης των Νεοτούρκων Τεσκιλάτ-ι-Μαχσούσα, τραυματίας στο πόδι στους Βαλκανικούς Πολέμους (απ' όπου και το παρωνύμιο «Τοπάλ», δηλαδή «κουτσός»), συμμέτοχος ήδη στις σφαγές των Αρμενίων από το 1915.
Στις 8 Ιουλίου 1919, εκμεταλλευόμενος γενική αμνηστία, επέστρεψε στη γενέτειρά του και αυτοανακηρύχθηκε δήμαρχος. Σύντομα ο Μουσταφά Κεμάλ τον προσέλαβε ως διοικητή του προσωπικού του Συντάγματος Σωματοφυλάκων.
Σε μαρτυρίες της εποχής, οι άνδρες του εκσφεντόνιζαν βρέφη σε βράχους, έκλειναν γέροντες και γυναικόπαιδα σε εκκλησίες που μετά τις πυρπολούσαν, διέτασσαν τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Κερασούντας - δεκατρείς Έλληνες και τρεις Τούρκοι - να παίζει τουρκικά εμβατήρια ενώ οι τσέτες έσφαζαν στη διπλανή γειτονιά. Η ίδια του η μοίρα τον πρόλαβε: στις 2 Απριλίου 1923, αφού δολοφόνησε τον φιλέλληνα βουλευτή Τραπεζούντας Αλή Σιουκρού, ο Τοπάλ εκτελέστηκε με εντολή Κεμάλ, που πλέον τον θεωρούσε βάρος.
Τα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας
Το καλοκαίρι του 1921, το κεμαλικό καθεστώς επιχείρησε να αποκεφαλίσει την πνευματική, οικονομική και θρησκευτική ηγεσία των Ποντίων μέσω των λεγόμενων «Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας» (İstiklâl Mahkemeleri). Η Αμάσεια επιλέχθηκε σκόπιμα καθώς βρισκόταν μακριά από τα προξενεία των δυτικών δυνάμεων, ώστε η σφαγή να συντελεστεί υπό το βλέμμα κανενός μάρτυρα. Πρόεδρος του στρατοδικείου ορίστηκε ο Εμίν Μπέης, εισαγγελέας από τη Σαμψούντα.
Οι κατηγορούμενοι - δάσκαλοι, ιερείς, δημοσιογράφοι, έμποροι, τραπεζίτες, δικηγόροι, γιατροί, ακόμη και τα μέλη της ποδοσφαιρικής ομάδας «Πόντος» της Μερζιφούντας, εξαιτίας των γαλάζιο-λευκών στολών τους - δεν είχαν δικαίωμα υπεράσπισης. Η ποινή ήταν προαποφασισμένη: θάνατος δι' απαγχονισμού.
Από τις 20 Αυγούστου ως τις 21 Σεπτεμβρίου 1921, 117 επιφανείς Πόντιοι απαγχονίστηκαν δημόσια στην κεντρική πλατεία της Αμάσειας, ενώ ο συνολικός αριθμός των θανατικών καταδικών στις παρωδίες δίκης υπολογίζεται από διάφορες πηγές μεταξύ 177 και 500. Ανάμεσα στους εκτελεσμένους ήταν ο Νίκος Καπετανίδης, ο δημοσιογράφος-εκδότης της εφημερίδας Εποχή.
Όταν ο Εμίν Μπέης του απήγγειλε την κατηγορία, ο Καπετανίδης σηκώθηκε και απάντησε περήφανα: «Όχι, κύριε πρόεδρε. Εγώ ήθελα την απευθείας ένωσιν του Πόντου με την Ελλάδα». Τα τελευταία του λόγια στην αγχόνη ήταν «Ζήτω η Ελλάς». Ήταν 32 ετών. Μαζί του απαγχονίστηκαν ο βουλευτής Τραπεζούντας Ματθαίος Κωφίδης και δεκάδες άλλοι. Ο Επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος Αγριτέλλης πέθανε από τύφο μέσα στη φυλακή· οι Τούρκοι κρέμασαν το άψυχο σώμα του πλάι στους ζωντανούς, για να μην του στερήσουν τον θάνατο που του είχαν προδιαγράψει.
Η Σάντα, η τελευταία αντίσταση
Η περιοχή της Σάντας, ένας ορεινός θύλακας εφτά χωριών στα βουνά της Τραπεζούντας, μετατράπηκε σε σύμβολο της ποντιακής αντίστασης. Στα τέλη Αυγούστου 1921 ο κλοιός άρχισε να σφίγγει: τακτικός τουρκικός στρατός με πυροβολικό και τσέτες από όλη την περιφέρεια συγκεντρώθηκαν για να αφανίσουν τους Έλληνες. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, εκατό αντάρτες και τριακόσια γυναικόπαιδα ταμπουρώθηκαν στη Μάγαρα - τη Μεγάλη Σπηλιά. τις 11 Σεπτεμβρίου δόθηκε σκληρή μάχη στα βουνά. Όλη μέρα οι αντάρτες με αρχηγό τον Καπετάν Ευκλείδη Κουρτίδη πολεμούσαν χωρίς αρκετά πολεμοφόδια.
Στις σπηλιές της Σάντας, εκείνες τις μέρες, διαδραματίστηκε μία από τις πιο σπαρακτικές πράξεις αυτοθυσίας του ποντιακού ελληνισμού: για να μην προδώσουν την κρυψώνα στις τουρκικές περιπολίες, μητέρες αναγκάστηκαν να πνίξουν με τα ίδια τους τα χέρια τα βρέφη τους (το αναφέρει, με συγκλονιστικό τρόπο, και η Διδώ Σωτηρίου στο βιβλίο της «Ματωμένα Χώματα»). Όσοι Σανταίοι επέζησαν των διωγμών έγιναν οι τελευταίοι Έλληνες που εγκατέλειψαν τον Πόντο και έφτασαν στην Ελλάδα το 1924, σχεδόν δύο χρόνια μετά τους υπόλοιπους. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Κιλκίς, όπου ίδρυσαν τη Νέα Σάντα. Ανάμεσά τους και ο Καπετάν Ευκλείδης, που πέθανε στη νέα του πατρίδα το 1937, με τους συγχωριανούς να τον αποκαλούν μέχρι το τέλος «τον αρχηγό».
Η 19η Μαΐου 1919
Η ημέρα αποβίβασης του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα σηματοδότησε την τελευταία και πιο αιματηρή φάση της γενοκτονίας. Για την επίσημη τουρκική ιστοριογραφία αποτελεί ημέρα εθνικής αναγέννησης και γιορτάζεται ως «Atatürk'ü Anma, Gençlik ve Spor Bayramı». Για τους Ποντίους όμως είναι ημέρα πένθους.
Οι συνολικοί νεκροί της Γενοκτονίας υπολογίζονται από τους περισσότερους ιστορικούς μεταξύ 300.000 και 360.000 - με τον αριθμό των 353.000 να επικρατεί ως ο πιο συχνά αναφερόμενος, με βάση τους υπολογισμούς του καθηγητή Κωνσταντίνου Φωτιάδη. Όμως η καταστροφή δεν μετριέται μόνο αριθμητικά. Χάθηκαν μοναστήρια, σχολεία, βιβλιοθήκες, κοινότητες - ένας ολόκληρος ελληνικός κόσμος που υπήρχε επί χιλιετίες.
Οι χιλιάδες πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα μετά το 1922 κουβαλούσαν μαζί τους ελάχιστα υπάρχοντα, αλλά μετέφεραν κάτι ισχυρότερο: τη μνήμη του Πόντου. Στα χωριά της Μακεδονίας και της Θράκης ξανάχτισαν τη ζωή τους από την αρχή. Με κόπο και ιδρώτα και αίμα, αλλά τα κατάφεραν.
Η επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας από την ελληνική Βουλή ήρθε με τον Νόμο 2193/1994, που ψηφίστηκε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 ύστερα από εισήγηση του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και πρόταση 22 βουλευτών του ΠΑΣΟΚ. Καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης.
Έκτοτε, η Γενοκτονία έχει αναγνωριστεί επίσημα και από τη Σουηδία (2010), την Αρμενία (2015), την Ολλανδία (2015), την Κύπρο, καθώς και από πολιτείες των ΗΠΑ και επαρχίες της Αυστραλίας. Η Τουρκία εξακολουθεί να την αρνείται, αποδίδοντας τους θανάτους σε «απώλειες πολέμου, λοιμό και ασθένειες».