Ο Καναδός Charles Vance Millar, γνωστός για τις προκλητικές του φάρσες εν ζωή, άφησε πίσω του ένα τελευταίο «παιχνίδι», το οποίο έκρυψε στην διαθήκη του.
- Ο εκκεντρικός επιχειρηματίας Charles Vance Millar, πέθανε το 1926, αφήνοντας διαθήκη για το «Great Stork Derby». 500.000 δολάρια θα δίνονταν στη γυναίκα του Τορόντο που θα γεννούσε τα περισσότερα παιδιά μέσα σε δέκα χρόνια.
- Καθώς η οικονομική κρίση βάθαινε, ο διαγωνισμός προσέλκυσε προσοχή, αναδεικνύοντας κοινωνικές εντάσεις για ηθική, μετανάστευση και ευγονική. Η διαθήκη του Millar είχε σατιρική διάσταση, δοκιμάζοντας τις αρχές των συμμετεχόντων για οικονομικό όφελος.
- Η κάλυψη των μέσων δημιούργησε πίεση και διακρίσεις στις συμμετέχουσες, με ασαφείς κανόνες. Η αυξανόμενη δυσφορία κορυφώθηκε το 1936, όταν ο πρωθυπουργός του Οντάριο χαρακτήρισε το derby «αποκρουστικό και αηδιαστικό».
- Το 1938, τέσσερις οικογένειες ανακηρύχθηκαν νικήτριες, μοιράζοντας το έπαθλο για εννέα παιδιά η καθεμία. Η επιλογή ανέδειξε προκαταλήψεις. Σήμερα, το «Great Stork Derby» θεωρείται σουρεαλιστική στιγμή ιστορίας, συνδυάζοντας κοινωνική σάτιρα και οικονομική απελπισία.
Στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, όταν η οικονομική απόγνωση και η κοινωνική αβεβαιότητα διαμόρφωναν την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων, μια ασυνήθιστη διαθήκη ενός πολυεκατομμυριούχου της εποχής εκείνης μετατράπηκε σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κοινωνικά φαινόμενα στην ιστορία του Καναδά. Ο εκκεντρικός επιχειρηματίας και νομικός Charles Vance Millar, γνωστός για τις προκλητικές του φάρσες εν ζωή, άφησε πίσω του ένα τελευταίο «παιχνίδι» που θα δοκίμαζε όχι μόνο τα όρια της ηθικής, αλλά και τις αντοχές μιας κοινωνίας σε κρίση.
Ο Millar, ο οποίος πέθανε αιφνίδια το 1926 στο Τορόντο, είχε ήδη αποκτήσει φήμη ως ιδιόρρυθμος χαρακτήρας. Πλούτισε μέσω επενδύσεων σε ζυθοποιίες, ακίνητα και υποδομές, ενώ δεν δίσταζε να προκαλεί το κοινό με μικρές, σχεδόν θεατρικές πράξεις, όπως το να αφήνει χρήματα στο πεζοδρόμιο για να παρακολουθεί τις αντιδράσεις των περαστικών. Άγαμος, χωρίς απογόνους και χωρίς στενούς συγγενείς, φρόντισε ώστε η περιουσία του να συνεχίσει να προκαλεί αναστάτωση ακόμη και μετά τον θάνατό του.
Στη γυναίκα που θα γεννούσε τα περισσότερα παιδιά
Η διαθήκη του περιείχε σειρά παράδοξων όρων, αλλά εκείνος που έμελλε να μείνει στην ιστορία ήταν ο διαγωνισμός που καθιερώθηκε μεταθανάτια και έμεινε γνωστός ως «Great Stork Derby». Σύμφωνα με τη σχετική ρήτρα, το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του - περίπου 500.000 καναδικά δολάρια της εποχής - θα δινόταν στη γυναίκα από το Τορόντο που θα γεννούσε τα περισσότερα παιδιά μέσα σε διάστημα δέκα ετών από τον θάνατό του.
Η πρόβλεψη αυτή δεν προκάλεσε αρχικά άμεση αντίδραση. Ωστόσο, καθώς η δεκαετία του 1930 προχωρούσε και η οικονομική κρίση βάθαινε, ο διαγωνισμός άρχισε να τραβά την προσοχή των μέσων ενημέρωσης και του κοινού. Σύντομα εξελίχθηκε σε ένα είδος κοινωνικού θεάματος, με εφημερίδες να παρακολουθούν στενά τις «υποψήφιες» μητέρες, να δημοσιεύουν λεπτομέρειες για την προσωπική τους ζωή και να κατασκευάζουν αφηγήσεις γύρω από την πρόοδό τους.
«Έχει πολλά να μας διδάξει για τον Καναδά εκείνης της εποχής», σημειώνει ο ιστορικός Adam Bunch, επισημαίνοντας ότι η υπόθεση συνδέθηκε με ευρύτερες συζητήσεις για την ηθική, την κοινωνική τάξη, τη μετανάστευση και το μέλλον της χώρας. Πράγματι, το θέμα της διαθήκης λειτούργησε ως καθρέφτης των κοινωνικών εντάσεων της εποχής, σε μια περίοδο όπου η αντισύλληψη ήταν παράνομη και η πολυτεκνία προκαλούσε αντικρουόμενες αντιδράσεις.
Το Τορόντο της δεκαετίας του 1920 και του 1930 περιγράφεται ως μια ιδιαίτερα συντηρητική πόλη, με έντονες επιρροές από βρετανικές προτεσταντικές αξίες. Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη μετανάστευση, κυρίως από την Ευρώπη, τροφοδοτούσε ανησυχίες και προκαταλήψεις. Σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα των γεννήσεων συνδέθηκε ακόμη και με την ευγονική, μια ιδεολογία που υποστήριζε ότι η αναπαραγωγή ορισμένων κοινωνικών ομάδων αποτελούσε απειλή για τη «βιολογική ποιότητα» του πληθυσμού.
Η εγκληματολόγος Mariana Valverde επισημαίνει ότι υπήρχε έντονη αντίδραση απέναντι σε καθολικούς μετανάστες, οι οποίοι θεωρούνταν ότι αποκτούσαν «υπερβολικά πολλά παιδιά».
Παράλληλα, η ίδια η διαθήκη του Millar φαίνεται να είχε σατιρική διάσταση. Ο ίδιος την είχε χαρακτηρίσει «επίτηδες ασυνήθιστη και ιδιότροπη», ενώ και άλλες προβλέψεις της ακολουθούσαν παρόμοια λογική: μετοχές ζυθοποιίας δόθηκαν σε υποστηρικτές της... ποτοαπαγόρευσης, ενώ ακίνητα μοιράστηκαν σε άτομα που διατηρούσαν εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους. «Υπάρχει ένα στοιχείο δοκιμασίας», σημειώνει ο ιστορικός Chris Bateman. «Θα παραμείνουν πιστοί στις αρχές τους ή θα συμβιβαστούν για το οικονομικό όφελος;».
Καθώς ο διαγωνισμός εξελισσόταν, τα ΜΜΕ ενίσχυαν τη δραματοποίηση. Οι υποψήφιες μητέρες έγιναν δημόσια πρόσωπα, συχνά χωρίς τη θέλησή τους, ενώ η ιδιωτική τους ζωή εκτέθηκε σε πρωτοσέλιδα. «Ήταν σε μεγάλο βαθμό ένα γεγονός που δημιουργήθηκε από τα ΜΜΕ», σημείωσε η ερευνήτρια Elizabeth Wilton, αναδεικνύοντας τον ρόλο του Τύπου στη διαμόρφωση της αφήγησης.
Η κάλυψη αυτή είχε και αρνητικές συνέπειες. Ορισμένες οικογένειες δέχθηκαν πιέσεις, εκβιασμούς ή ακόμη και απειλές. Η μετανάστρια Grace Bagnato, μία από τις πρώτες πρωταγωνίστριες της ιστορίας, ανέφερε ότι «άγνωστοι άνδρες» της πρόσφεραν μεγάλα ποσά για να αποσυρθεί από τη διεκδίκηση. Παράλληλα, οι διακρίσεις ήταν εμφανείς: μετανάστριες και γυναίκες από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα αντιμετωπίστηκαν συχνά με καχυποψία ή εχθρότητα.
Η έλλειψη σαφών κανόνων ενίσχυσε τη σύγχυση
Η έλλειψη σαφών κανόνων ενίσχυσε τη σύγχυση. Δεν ήταν ξεκάθαρο ποια παιδιά θα μετρούσαν: αυτά που γεννήθηκαν εκτός γάμου, εκείνα που πέθαναν νωρίς ή που δεν είχαν καταγραφεί επίσημα. Οι συζητήσεις αυτές ανέδειξαν τις αντιφάσεις ενός συστήματος που επιχειρούσε να μετατρέψει την αναπαραγωγή σε διαγωνισμό.
Το 1936, ο τότε πρωθυπουργός του Οντάριο χαρακτήρισε το ζήτημα ως «την πιο αποκρουστική και αηδιαστική επίδειξη που έχει παρουσιαστεί ποτέ σε πολιτισμένη χώρα», αντικατοπτρίζοντας την αυξανόμενη δυσφορία της κοινής γνώμης.
Παρά τις αντιδράσεις, ο διαγωνισμός ολοκληρώθηκε κανονικά. Το 1938, μετά από σειρά νομικών διαμαχών, τέσσερις οικογένειες - Timleck, Smith, Nagle και MacLean - ανακηρύχθηκαν νικήτριες, έχοντας αποκτήσει από εννέα παιδιά η καθεμία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας. Το χρηματικό έπαθλο μοιράστηκε ισόποσα, με κάθε οικογένεια να λαμβάνει περίπου 100.000 καναδικά δολάρια.
Η επιλογή των νικητών δεν πέρασε απαρατήρητη. Όπως σημειώνουν ιστορικοί, επρόκειτο κυρίως για οικογένειες που πληρούσαν τα πρότυπα της λευκής, προτεσταντικής μεσαίας τάξης, γεγονός που ενίσχυσε τις κατηγορίες περί κοινωνικών προκαταλήψεων.
Για ορισμένους, το χρηματικό ποσό αποδείχθηκε καθοριστικό. Ο απόγονος της οικογένειας Timleck ανέφερε ότι τα χρήματα «άλλαξαν τη ζωή» των παππούδων του, επιτρέποντάς τους να επενδύσουν και να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους.
Σήμερα, το Great Stork Derby αντιμετωπίζεται ως μια ιδιότυπη, σχεδόν σουρεαλιστική στιγμή της ιστορίας, που συνδυάζει στοιχεία κοινωνικής σάτιρας, οικονομικής απελπισίας και ηθικής αμφισημίας. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά ένα δημοσίευμα της εποχής, «κανείς δεν ξέρει αν ήταν γελοίο ή τραγικό - πιθανότατα ήταν λίγο και από τα δύο».