Στις 19 Σεπτεμβρίου συμπληρώθηκαν 85 χρόνια από τη γέννηση της Κας Έλιοτ, μιας φωνής που σημάδεψε τα ’60s αλλά έζησε υπό το βάρος του fat-shaming.
- Με την επιτυχία των Mamas & The Papas, η Κας Έλιοτ καθιερώθηκε ως μια από τις κορυφαίες φωνές της εποχής της, ερχόμενη όμως αντιμέτωπη με συνεχείς χλευασμούς και συγκρίσεις για το σώμα και το βάρος της.
- Η πίεση για την εμφάνισή της είχε ξεκινήσει ήδη από την παιδική ηλικία, όταν σε ηλικία οκτώ ετών οι γιατροί της χορήγησαν αμφεταμίνες για απώλεια βάρους, επηρεάζοντας βαθιά την αντίληψή της για το σώμα της.
- Τα τελευταία χρόνια της ζωής της εργαζόταν με απαιτητικούς ρυθμούς, παρουσιάζοντας συχνά συμπτώματα έντονης εξάντλησης. Βρέθηκε νεκρή στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 1974, σε ηλικία μόλις 32 ετών, μετά από επιτυχημένες εμφανίσεις.
- Ο θάνατός της αποδόθηκε σε καρδιακό επεισόδιο, όμως ο μάνατζέρ της διέδωσε τον ψευδή μύθο ότι πνίγηκε από σάντουιτς, μια ιστορία που διαιώνισε το στερεότυπο του fat-shaming που την ακολουθούσε σε όλη της τη ζωή.
Η Κας Έλιοτ (Cass Elliot), γνωστή στο ευρύ κοινό ως «Mama Cass», υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές των Mamas & The Papas και συνδέθηκε με τραγούδια που άφησαν το αποτύπωμά τους στη μουσική της δεκαετίας του 1960.
Πίσω όμως από την επιτυχία, τη χαρακτηριστική φωνή και τη σκηνική της παρουσία υπήρχε μια γυναίκα που βρέθηκε επανειλημμένα αντιμέτωπη με σχόλια, στερεότυπα και πιέσεις γύρω από το σώμα και το βάρος της. Μια αντιμετώπιση που επηρέασε όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο την έβλεπε η μουσική βιομηχανία όσο ζούσε, αλλά ακόμη και την αφήγηση γύρω από τον θάνατό της.
Ογδόντα πέντε χρόνια μετά τη γέννησή της, η ιστορία της Κας Έλιοτ αποκτά νέα επικαιρότητα σε μια εποχή κατά την οποία το body positivity, το fat-shaming και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι καλλιτέχνες με διαφορετικούς σωματότυπους εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.
Η επιτυχία με τους Mamas & The Papas και οι εντάσεις
Οι Mamas & The Papas εκτοξεύθηκαν στη δημοσιότητα στα τέλη του 1965 με το «California Dreamin’». Το τραγούδι έγινε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της εποχής και άνοιξε τον δρόμο για μια σειρά ακόμη επιτυχιών, ανάμεσά τους το βραβευμένο με Grammy «Monday, Monday», το «Creeque Alley» και το «Dedicated to the One I Love».
Η επιτυχία του συγκροτήματος ήρθε γρήγορα. Οι Mamas & The Papas εμφανίστηκαν στο Hollywood Bowl και το 1967 συμμετείχαν στο Monterey International Pop Festival, μαζί με καλλιτέχνες όπως οι Jefferson Airplane, The Who, Grateful Dead και Τζίμι Χέντριξ.
Πίσω, όμως, από την ονειρική εικόνα του συγκροτήματος, άρχισαν να αναπτύσσονται εσωτερικές εντάσεις. Η Κας Έλιοτ δεχόταν συστηματικά σχόλια και χλευασμό για το βάρος της, ενώ ο Τύπος και το κοινό συχνά τη συνέκριναν με τη Μισέλ Φίλιπς, την άλλη γυναικεία παρουσία των Mamas & The Papas, η οποία είχε ένα πολύ διαφορετικό, περισσότερο συμβατό με τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής παρουσιαστικό.
Η σύγκριση ήταν συχνά σκληρή, όμως η Κας δεν περιορίστηκε από αυτήν. Με έντονη προσωπικότητα, χιούμορ και αμεσότητα, κατάφερνε να κερδίζει το κοινό στη σκηνή και να δημιουργεί την αίσθηση μιας άμεσης επικοινωνίας με τους θεατές.
Το 1967, το New York Magazine είχε γράψει χαρακτηριστικά για εκείνη ότι ήταν «σταρ, όχι παρά το βάρος της ούτε εξαιτίας αυτού, αλλά πέρα από αυτό».
Η «Βασίλισσα» της μουσικής σκηνής του Λος Άντζελες
Η Κας Έλιοτ δεν ξεχώριζε μόνο μέσα στους Mamas & The Papas. Κινήθηκε με άνεση σε έναν καλλιτεχνικό κόσμο που τότε κυριαρχούνταν σε μεγάλο βαθμό από άνδρες και ανέπτυξε σχέσεις με μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της εποχής, ανάμεσά τους οι Τζίμι Χέντριξ, Τζάνις Τζόπλιν, Έρικ Κλάπτον, Τζόνι Μίτσελ, Ντέιβιντ Κρόσμπι, Γκραμ Πάρσονς, Ντέιβ Μέισον και οι Beach Boys.
Το Rolling Stone την είχε μάλιστα αποκαλέσει «Βασίλισσα της ποπ κοινωνίας του Λος Άντζελες», αποτυπώνοντας τη θέση που είχε αποκτήσει σε μια βιομηχανία όπου οι γυναίκες δυσκολεύονταν ακόμη να επιβληθούν με τους δικούς τους όρους.
Η αρχική πορεία των Mamas & The Papas ολοκληρώθηκε το 1968, έπειτα από τέσσερα άλμπουμ και έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. Τα τέσσερα μέλη επανενώθηκαν για λίγο το 1971, προκειμένου να ηχογραφήσουν το πέμπτο και τελευταίο άλμπουμ τους, «People Like Us».
Την ίδια περίοδο, η Κας είχε επιλέξει να γίνει μητέρα χωρίς σύντροφο. Η κόρη της, Όουεν Βανέσα Έλιοτ, γνωστή σήμερα ως Όουεν Έλιοτ-Κούγκελ, γεννήθηκε το 1967, σε μια εποχή κατά την οποία η μονογονεϊκότητα εξακολουθούσε να συνοδεύεται από έντονο κοινωνικό στίγμα.
Μετά το τέλος της πρώτης περιόδου του συγκροτήματος, η Κας στράφηκε στη σόλο καριέρα που επιθυμούσε εδώ και καιρό. Το χιούμορ, η εξωστρέφεια και η επιμονή της τη βοήθησαν να εδραιωθεί και εκτός των Mamas & The Papas.
Μέχρι τον ξαφνικό θάνατό της, το 1974, είχε αναπτύξει ήδη σημαντική σόλο δισκογραφία, ενώ το «Make Your Own Kind of Music» είχε φτάσει στο Top 40.
Το βιβλίο της κόρης της και το fat-shaming που τη συνόδευσε
Σχεδόν 50 χρόνια μετά τον θάνατο της Κας Έλιοτ, η κόρη της αποφάσισε να αφηγηθεί τη ζωή της μητέρας που έχασε όταν ήταν μόλις επτά ετών.
Το 2024 η Όουεν Έλιοτ-Κούγκελ κυκλοφόρησε το «My Mama, Cass: A Memoir», ένα βιβλίο μέσα από το οποίο επιχειρεί να φωτίσει την προσωπικότητα της μητέρας της πέρα από τη δημόσια εικόνα της «Mama Cass» και να καταρρίψει μύθους που τη συνόδευσαν τόσο στη ζωή όσο και μετά τον θάνατό της.
Ένα από τα βασικά θέματα που αναδεικνύει είναι η σχέση της Κας με το σώμα της και το επίμονο fat-shaming που αντιμετώπισε σε όλη τη διάρκεια της ζωής και της καριέρας της.
Σύμφωνα με την κόρη της, ο Τζον Φίλιπς δεν ήθελε αρχικά την Κας στους Mamas & The Papas όχι επειδή αμφισβητούσε το ταλέντο της, αλλά επειδή θεωρούσε ότι το βάρος της δεν ταίριαζε στην εικόνα ενός εμπορικά επιτυχημένου ποπ συγκροτήματος.
Ακόμη και μετά την επιτυχία της, το σώμα της παρέμενε ένα από τα πρώτα πράγματα που σχολιάζονταν για εκείνη. Το ίδιο το «Creeque Alley» περιείχε ειρωνική αναφορά στο βάρος της «Mama Cass», δείχνοντας πόσο φυσιολογικά αντιμετωπιζόταν τότε ένα τέτοιο δημόσιο σχόλιο.
Αμφεταμίνες από την ηλικία των οκτώ ετών
Η πίεση γύρω από το σώμα της είχε αρχίσει πολύ πριν γίνει διάσημη.
Σύμφωνα με όσα περιγράφει η κόρη της, όταν η Κας ήταν ακόμη παιδί προσβλήθηκε από δερματοφυτία και χρειάστηκε προσωρινά να μείνει με τη γιαγιά της. Όταν επέστρεψε στο σπίτι έχοντας πάρει βάρος, οι γονείς της ανησύχησαν και την πήγαν σε γιατρό.
Όπως αφηγείται η Όουεν Έλιοτ-Κούγκελ στο βιβλίο της, ο γιατρός της χορήγησε αμφεταμίνες για την απώλεια βάρους. Η Κας ήταν μόλις οκτώ ετών.
Για την κόρη της, το περιστατικό αυτό δεν αφορούσε μόνο τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία της, αλλά και το μήνυμα που έστελνε σε ένα μικρό παιδί: ότι υπήρχε κάτι «λάθος» στο σώμα του που έπρεπε να διορθωθεί.
Η ίδια προκατάληψη την ακολούθησε όταν άρχισε να ενδιαφέρεται για το θέατρο. Παρά τη φωνή και το ταλέντο της, η Κας γνώριζε ότι η εμφάνισή της μπορούσε να λειτουργήσει ως εμπόδιο για τους ρόλους που επιθυμούσε.
Όταν μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να δοκιμάσει την τύχη της στα μιούζικαλ, βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με τα στερεότυπα της εποχής γύρω από το πώς «έπρεπε» να μοιάζει μια νεαρή πρωταγωνίστρια. Η μουσική αποδείχθηκε τελικά ο χώρος στον οποίο κατάφερε να επιβληθεί.
Τα εξαντλητικά τελευταία χρόνια
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, η Κας εργαζόταν με ιδιαίτερα απαιτητικούς ρυθμούς. Σύμφωνα με το βιβλίο της κόρης της, υπήρξαν αρκετά περιστατικά κατά τα οποία λιποθύμησε ή παρουσίασε έντονη εξάντληση, χωρίς τα συμπτώματα αυτά να διερευνηθούν επαρκώς ως πιθανές ενδείξεις σοβαρότερου προβλήματος υγείας.
Το καλοκαίρι του 1974 πραγματοποίησε δύο εβδομάδες επιτυχημένων εμφανίσεων στο London Palladium. Μετά την ολοκλήρωσή τους επέστρεψε στο διαμέρισμα όπου διέμενε στο Μέιφερ του Λονδίνου.
Στις 29 Ιουλίου 1974 βρέθηκε νεκρή στο κρεβάτι της. Ήταν μόλις 32 ετών.
Ο θάνατος και ο ψευδής μύθος με το σάντουιτς
Η νεκροψία απέκλεισε τον πνιγμό και απέδωσε τον θάνατό της σε καρδιακό επεισόδιο από φυσικά αίτια. Δεν βρέθηκε τροφή στους αεραγωγούς της ούτε στοιχεία που να υποστηρίζουν την εκδοχή ότι είχε πνιγεί τρώγοντας.
Παρά τα πραγματικά ευρήματα, όμως, ένας από τους πιο επίμονους αστικούς μύθους στην ιστορία της ποπ μουσικής ήθελε την τραγουδίστρια να έχει πεθάνει επειδή πνίγηκε τρώγοντας ένα σάντουιτς με ζαμπόν.
Στο δωμάτιο υπήρχε πράγματι ένα σάντουιτς. Σύμφωνα όμως με την έρευνα της Όουεν Έλιοτ-Κούγκελ, η ιστορία ότι αυτό προκάλεσε τον θάνατο της μητέρας της δεν ξεκίνησε από το πόρισμα των αρχών.
Η κόρη της υποστηρίζει ότι ο μάνατζερ Allan Carr συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση της εκδοχής ότι η Κας είχε πνιγεί από το σάντουιτς. Σύμφωνα με την αφήγησή της, πριν γίνει γνωστή η πραγματική αιτία θανάτου, φοβήθηκε ότι ο αιφνίδιος θάνατος μιας 32χρονης σταρ θα προκαλούσε εικασίες για χρήση ναρκωτικών και έδωσε αυτή την εκδοχή σε δημοσιογράφο, επιχειρώντας να προστατεύσει τη φήμη της.
Η επιλογή αυτή είχε τελικά την αντίθετη συνέπεια. Η ιστορία μετατράπηκε σε ένα μακάβριο αστείο που ακολούθησε την Κας επί δεκαετίες και στηρίχθηκε ακριβώς στο στερεότυπο που τη συνόδευε όσο ζούσε.
Για την κόρη της, το γεγονός ότι τόσο πολλοί άνθρωποι πίστεψαν εύκολα την ιστορία είναι ενδεικτικό της προκατάληψης γύρω από το βάρος: η ιδέα ότι μια γυναίκα με μεγάλο σώμα είχε πεθάνει εξαιτίας του φαγητού φάνηκε σε πολλούς αρκετά πιθανή ώστε ο μύθος να επιβιώσει για δεκαετίες.
Γιατί η ιστορία της παραμένει τόσο σύγχρονη
Η Όουεν Έλιοτ-Κούγκελ πιστεύει ότι η ζωή της μητέρας της αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή εποχή. Η Κας ήταν μια γυναίκα με μεγάλο σώμα που κατάφερε να επιβληθεί σε μια μουσική βιομηχανία η οποία ελεγχόταν κυρίως από άνδρες και στην οποία η εμφάνιση μιας γυναίκας μπορούσε να επηρεάσει ακόμη και το αν θα της δινόταν μια ευκαιρία.
Η κόρη της θεωρεί ότι, στη σημερινή εποχή του body positivity, η Κας πιθανότατα θα αντιμετώπιζε λιγότερες προκαταλήψεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το fat-shaming έχει εξαφανιστεί. Η συζήτηση γύρω από το σώμα, το βάρος και την εμφάνιση των γυναικών καλλιτεχνών παραμένει έντονη ακόμη και σήμερα. Η περίπτωση της Κας Έλιοτ δείχνει πόσο εύκολα η εμφάνιση μιας γυναίκας μπορούσε να επισκιάσει ακόμη και ένα αδιαμφισβήτητο μουσικό ταλέντο — και πώς ένα στερεότυπο μπορούσε να την ακολουθήσει ακόμη και μετά τον θάνατό της.
Το 1998 οι Mamas & The Papas εντάχθηκαν στο Rock and Roll Hall of Fame, με την Κας Έλιοτ να τιμάται μετά θάνατον ως μέλος του συγκροτήματος.
Περισσότερο από μισό αιώνα μετά τον θάνατό της, η φωνή της παραμένει ζωντανή και η ιστορία της εξακολουθεί να ανοίγει μια συζήτηση που ξεπερνά κατά πολύ τη μουσική των ’60s.