Οι Χιτ μετρούν δύο ήττες στο ξεκίνημα του NBA, παρά τις εξαιρετικές εμφανίσεις του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Τι δεν λειτουργεί σωστά στο Μαϊάμι;
Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο πραγματοποιεί εντυπωσιακό ξεκίνημα με τη φανέλα των Μαϊάμι Χιτ, έχοντας σημειώσει 71 πόντους στις πρώτες δύο αναμετρήσεις. Ωστόσο, η ομάδα του Έρικ Σποέλστρα μετρά ισάριθμες ήττες, από τους Μινεσότα Τίμπεργουλβς (106-131) και τους Ντιτρόιτ Πίστονς (111-128).
Το ανησυχητικό δεν είναι μόνο τα αποτελέσματα, αλλά κυρίως η εικόνα των Χιτ, που έχουν δεχθεί συνολικά 259 πόντους, αρνητικό ρεκόρ για τον οργανισμό στο ξεκίνημα μιας σεζόν. Πού εντοπίζονται, όμως, τα σημαντικότερα προβλήματα;
Η άμυνα των Χιτ κάνει τους αντιπάλους να νιώθουν... σαν το σπίτι τους
Το μεγαλύτερο ζήτημα αφορά την περιφερειακή άμυνα. Οι Χιτ έχουν δεχθεί 39 τρίποντα σε δύο αγώνες, με τους αντιπάλους τους να εκτελούν με εξαιρετικά ποσοστά. Ο Σποέλστρα επέλεξε απέναντι στη Μινεσότα μια αμυντική τακτική που ονομάζεται «drop coverage».
Με απλά λόγια, όταν ένας αντίπαλος κάνει σκριν για να ελευθερώσει τον συμπαίκτη του, ο ψηλός των Χιτ μένει κοντά στο καλάθι, αντί να ανεβαίνει για να εμποδίσει το σουτ.
Έτσι, οι Άντονι Έντουαρντς και ΛαΜέλο Μπολ έβρισκαν χώρο για να σουτάρουν, πετυχαίνοντας συνολικά 14 τρίποντα. Μία πιθανή λύση θα ήταν οι Γιάννης και Μπαμ Αντεμπάγιο να αλλάζουν συχνότερα προσωπικούς αντιπάλους μετά τα σκριν, αξιοποιώντας την ταχύτητα και την αμυντική τους ικανότητα. Φυσικά, αυτό δε σημαίνει οι Χιτ να παρατήσουν την drop άμυνα, αλλά να μπορούν να ανταποκριθούν το ίδιο, όταν χρειάζεται άμυνα με αλλαγές.
Γιατί δεν λειτουργεί ακόμη το δίδυμο Γιάννη - Μπαμ
Στην επίθεση, το πρόβλημα αφορά κυρίως τη συνεργασία των δύο αστέρων. Γιάννης και Μπαμ προτιμούν να κινούνται κοντά στο καλάθι. Όταν βρίσκονται ταυτόχρονα στο παρκέ, οι αντίπαλοι μπορούν να συγκεντρώνουν περισσότερους αμυντικούς στη ρακέτα, περιορίζοντας τους διαθέσιμους χώρους, όπως είναι λογικό
Αυτό δυσκολεύει τις διεισδύσεις του Έλληνα σούπερ σταρ, ενώ ο Αντεμπάγιο δεν έχει βρει ακόμη σταθερό επιθετικό ρόλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο δεύτερο παιχνίδι περιορίστηκε στους τέσσερις πόντους, έχοντας αντιμετωπίσει και σοβαρό πρόβλημα με φάουλ. Ταυτόχρονα, στο τρίτο δωδεκάλεπτο της πρεμιέρας, όταν ο Γιάννης βρέθηκε στον πάγκο, ο Μπαμ βρήκε 9 πόντους. Μια λύση που θα εξυπηρετούσε και τους δυο, ενδεχομένως να ήταν ένα High-Low με τον Αντεμπάγιο να γίνεται δημιουργός για τον Γιάννη (ή και αντίστροφα).
Το γρήγορο παιχνίδι που γυρίζει... μπούμερανγκ
Ένα ακόμη ζήτημα είναι ο ρυθμός των Χιτ (το λεγόμενο pace). Το Μαϊάμι επιχειρεί να εκδηλώνει γρήγορα τις επιθέσεις του, ώστε να εκμεταλλεύεται την ταχύτητα και τη δύναμη του Γιάννη (οι περισσότερες επιθέσεις εντοπίζονται στα 7-8 πρώτα δευτερόλεπτα).
Αυτή η προσέγγιση έχει και μειονεκτήματα. Όταν οι επιθέσεις ολοκληρώνονται βιαστικά, οι αντίπαλοι αποκτούν περισσότερες ευκαιρίες να τρέξουν στον αιφνιδιασμό, προτού οργανωθεί η άμυνα. Και δη, σε μια ομάδα όπως οι Χιτ που μέχρι στιγμής σουτάρει με 27% από τα 7.25, όταν την ίδια ώρα οι αντίπαλοι εκτελούν από το τρίποντο με ποσοστό άνω του 40%.
Παράλληλα, η υπερβολική εξάρτηση από τις ατομικές προσπάθειες του Αντετοκούνμπο δεν επιτρέπει στους υπόλοιπους παίκτες να συμμετέχουν σταθερά στην επιθετική δημιουργία και η ομάδα γίνεται προβλέψιμη. Η χρησιμοποίησή του (μέχρι στιγμής) μοιάζει με αυτή της Εθνικής Ελλάδας το 2019 στο Μουντομπάσκετ της Κίνας. Εκεί όπου το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα περίμενε σχεδόν τα πάντα από τον Γιάννη.
Τι πρέπει να αλλάξει ο Σποέλστρα για να ρολάρουν οι Χιτ
Η λύση φυσικά, δεν είναι να περιοριστούν οι πρωτοβουλίες του Γιάννη, αλλά να αξιοποιηθούν καλύτερα οι συμπαίκτες του.
Περισσότερη κίνηση χωρίς την μπάλα, καλύτερες αποστάσεις ανάμεσα στους παίκτες και πιο επιθετική αντιμετώπιση των αντίπαλων σουτέρ μπορούν να βελτιώσουν την εικόνα των Χιτ.
Θα πρέπει βέβαια να επισημάνουμε πως δύο αγώνες ασφαλώς δεν αρκούν για οριστικά συμπεράσματα. Ωστόσο, το πρώτο μήνυμα είναι σαφές. Ο Γιάννης μπορεί να κάνει τη διαφορά ατομικά, αλλά για να αρχίσει να κερδίζει το Μαϊάμι, πρέπει πρώτα να λειτουργήσει ως ομάδα. Να παίξει καλύτερη άμυνα (ειδικά στην περιφέρεια), να περιορίσει τις iso επιλογές και να μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο καλά και σε half-court επιθέσεις.