Το Μουντιάλ 2026 συγκέντρωσε παγκόσμιο κοινό για πάνω από ένα μήνα, γοητεύοντας εκατομμύρια οπαδούς, ενώ αποτελεί ένα σημαντικό οικονομικό γεγονός.
Παρά τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, τις εμπορικές συγκρούσεις και την οικονομική αβεβαιότητα, το τουρνουά απέδειξε τη δύναμη του ποδοσφαίρου να φέρνει τους ανθρώπους κοντά πέρα από σύνορα, πολιτισμούς και γλώσσες.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο έχει εξελιχθεί πολύ πέρα από το να είναι απλώς το μεγαλύτερο παγκόσμιο αθλητικό γεγονός. «Είναι σαφές ότι οικονομικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο πίσω από τον ενθουσιασμό. Έχει εξελιχθεί σε μια μεγάλη παγκόσμια επιχείρηση», αναφέρει η Δρ. Φαχμίντα Χατούν, διακεκριμένη οικονομολόγος από το Μπανγκλαντές, Εκτελεστικής Διευθύντριας στο Κέντρο Πολιτικού Διαλόγου (Centre for Policy Dialogue - CPD), η οποία εξηγεί ότι το Μουντιάλ δημιουργεί κέρδη μέσω των εμπορικών σημάτων, των μέσων ενημέρωσης, της τεχνολογίας, του τουρισμού, της πνευματικής ιδιοκτησίας και της ανθρώπινης προσοχής.
Η εμπορική δύναμη του Μουντιάλ 2026 και τα έσοδα της FIFA
Ο γεννημένος στη Νιγηρία, Λονδρέζος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, Στέφαν Σιμάνσκι, ένας από τους πιο διακεκριμένους αθλητικούς οικονομολόγους παγκοσμίως, συγγραφέας και ομότιμος καθηγητής Αθλητικής Διοίκησης (Sport Management) στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν των ΗΠΑ, στο βιβλίο του Playbooks and Checkbooks: An Introduction to the Economics of Modern Sports (Εισαγωγή στα Οικονομικά του Σύγχρονου Αθλητισμού), υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος αθλητισμός έχει εξελιχθεί σε μια παγκόσμια βιομηχανία στην οποία ο ανταγωνισμός εντός γηπέδου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις αγορές, τα μέσα ενημέρωσης, τα οικονομικά και τη δημόσια πολιτική.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι ίσως το πιο συναρπαστικό παράδειγμα αυτού του μετασχηματισμού. Τα έσοδα της FIFA αυξήθηκαν από 6,42 δισεκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια του κύκλου 2015-2018 σε 7,57 δισεκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια του κύκλου 2019-2022. Τα προβλεπόμενα έσοδα για την περίοδο 2023-2026 είναι 11 δισεκατομμύρια δολάρια, με την πιθανότητα τα κέρδη να φτάσουν τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια λόγω του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026. Αν και ο οικονομικός απολογισμός εκκρεμεί, είναι σαφές ότι η εμπορική δύναμη του τουρνουά έχει εισέλθει σε ένα νέο επίπεδο.
Οι ροές εσόδων της FIFA και το άυλο περιουσιακό στοιχείο
«Το επιχειρηματικό μοντέλο του Παγκοσμίου Κυπέλλου βασίζεται σε διάφορες ροές εσόδων - κυρίως δικαιώματα μετάδοσης, χορηγίες, πωλήσεις εισιτηρίων, φιλοξενία, αδειοδότηση και εμπορία», γράφει η Φαχμίντα Χατούν, στην επίσημη ιστοσελίδα του ανεξάρτητου ερευνητικού κέντρου με έδρα τη Ντάκα του Μπανγκλαντές, ενώ τονίζει ότι σε αντίθεση με τις παραδοσιακές βιομηχανίες, η FIFA, η παγκόσμια αρχή του ποδοσφαίρου, δεν παράγει φυσικά αγαθά, αλλά εξασφαλίζει κέρδος από ένα πολύτιμο άυλο περιουσιακό στοιχείο, το τετραετές τουρνουά που διοργανώνει.
Αυτό στην πραγματικότητα δείχνει έναν μετασχηματισμό της παγκόσμιας οικονομίας. Τον 20ό αιώνα, ο πλούτος προερχόταν σε μεγάλο βαθμό από εργοστάσια, μηχανήματα και φυσικούς πόρους. Σήμερα, πολλοί κορυφαίοι οργανισμοί αντλούν την αξία τους από την πνευματική ιδιοκτησία, τα εμπορικά σήματα, τις ψηφιακές πλατφόρμες και τα δίκτυα. Παγκόσμιοι γίγαντες όπως η Apple, η Disney, το Netflix και η Alphabet (Google) έχουν λιγότερα παραδοσιακά βιομηχανικά περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με την αποτίμησή τους στην αγορά.
Το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα έγκειται στις ιδέες, την τεχνολογία, τη φήμη και την εμπλοκή των πελατών. Η FIFA αποτελεί παράδειγμα αυτής της τάσης. Τα κύρια περιουσιακά της στοιχεία είναι το εμπορικό σήμα του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τα αποκλειστικά δικαιώματα των μέσων ενημέρωσης και η βαθιά συναισθηματική αφοσίωση εκατομμυρίων οπαδών.
Η ανθρώπινη προσοχή, ένας σπάνιος και πολύτιμος οικονομικός πόρος
Το Παγκόσμιο Κύπελλο καταδεικνύει επίσης την οικονομία της προσοχής. Η ανθρώπινη προσοχή είναι ένας σπάνιος και πολύτιμος πόρος στην ψηφιακή εποχή, με τα δίκτυα, τις πλατφόρμες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να ανταγωνίζονται για το κοινό. Κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου, εκατομμύρια άνθρωποι παρακολουθούν εθελοντικά τους αγώνες, δημιουργώντας σημαντική αξία για τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, τους διαφημιστές και τους χορηγούς.
Η οικονομία της εμπειρίας είναι επίσης μια σημαντική πηγή εσόδων. Οι οπαδοί αγοράζουν πλέον εμπειρίες, όπως η συγκίνηση του να βρίσκονται σε ένα γεμάτο στάδιο, να ταξιδεύουν με άλλους οπαδούς, να φορούν τα εθνικά χρώματα και να συμμετέχουν σε μια παγκόσμια γιορτή. Αυτές οι συναισθηματικές εμπειρίες είναι που δίνουν τη δυνατότητα στους διοργανωτές να αυξάνουν τις τιμές για εισιτήρια, φιλοξενία και υπηρεσίες.
Η τεχνολογία δίνει περεταίρω οικονομικές δυνατότητες. Η ψηφιακή μετάδοση, το streaming, οι εφαρμογές για κινητά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατρέψει το Παγκόσμιο Κύπελλο σε μια διαδραστική παγκόσμια εκδήλωση. Έχουν δημιουργηθεί περισσότερες εμπορικές ευκαιρίες καθώς οι οπαδοί αλληλοεπιδρούν διαδικτυακά πριν και μετά τους αγώνες μέσω συζητήσεων, βίντεο, τουρνουά φανταστικού ποδοσφαίρου, εξατομικευμένου περιεχομένου, ακόμη και στοιχημάτων.
Δαπανηρή η δια ζώσης παρακολούθηση, προσιτή η τηλεοπτική
Το ποδόσφαιρο ανέκαθεν ονομαζόταν «το άθλημα του λαού» επειδή είναι προσβάσιμο σε όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημα ή την κοινωνική θέση. Η αλήθεια ότι το Μουντιάλ είναι πλέον λιγότερο προσβάσιμο. Αν και η FIFA παρέχει εισιτήρια σε διάφορες τιμές, τα εισιτήρια αποτελούν μόνο ένα μέρος του συνολικού κόστους. Οι οπαδοί πρέπει επίσης να καλύψουν τα αεροπορικά εισιτήρια, τη διαμονή, την τοπική μεταφορά και άλλα έξοδα, τα οποία τείνουν να αυξάνονται σημαντικά κατά τη διάρκεια του τουρνουά.
Ταυτόχρονα, η τεχνολογία παρουσιάζει ένα σαφές παράδοξο. Αν και η δια ζώσης παρακολούθηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου έχει γίνει πιο δαπανηρή, η τηλεοπτικής μορφής παρακολούθησή του έχει γίνει πιο προσιτή από ποτέ. Η τηλεόραση, οι υπηρεσίες streaming και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπουν στους οπαδούς να παρακολουθούν κάθε αγώνα από σχεδόν οπουδήποτε στον κόσμο.
«Τελικά, τα οικονομικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου ξεπερνούν το ποδόσφαιρο. Δείχνουν ότι οι μελλοντικές οικονομίες θα ανταγωνίζονται μέσω της δημιουργικότητας, της τεχνολογίας, του ταλέντου και της εμπιστοσύνης και όχι μόνο μέσω εργοστασίων και υποδομών», συμπεραίνει η Δρ. Φαχμίντα Χατούν.