Ο Τάσος Δουβίκας έχει την ευχή και την κατάρα να μη ζει την εποχή των περαστικών επιθετικών στην Εθνική Ελλάδος, αλλά εκείνη των αστέρων παγκοσμίου βεληνεκούς -πλέον- σα του λόγου του.
Υπάρχουν λογιών λογιών ποδοσφαιρικά μυθιστορήματα, νουβέλες ή παραμύθια, όπως κανείς προτιμά. Ειδικότερα, οι προσωπικές ιστορίες θριάμβου που αναδεικνύει το χορτάρι, χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: σ' αυτές που ξεκίνησαν πασπαλισμένες με χρυσόσκονη, λέγε με Κωνσταντίνο Καρέτσα, και σ' εκείνες που ανέδειξαν αστέρια από τις σκιές, λέγε με -καλή ώρα- Τάσο Δουβίκα.
Έφτασε 27 εκείνος ο πιτσιρικάς με το πεντακάθαρο πρόσωπο, που συστήθηκε στα του ελληνικού ποδοσφαίρου με τη φανέλα του Αστέρα κάπου στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας κι αποτέλεσε τη μεγάλη δικαίωση του Βόλου, όταν τον απέκτησε έναντι 600 χιλιάδων ευρώ και διπλασίασε την αξία του έναν χρόνο και μισή πανδημία αργότερα.
Έφτασε 27 και για να καθιερωθεί στην εθνική ομάδα χρειάστηκε να δει τ' όνομά του σε μια θέση που είχε δει το δικό του ο Ρονάλντο Ναζάριο, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο, ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, ο Βιέρι, ο Ιντσάγκι, ο Τρεζεγκέ, τα νεότερα χρόνια ο Τέβεζ, ο Ντιμπάλα κι ο Κριστιάνο: στη θέση του δεύτερου σκόρερ της Serie A. Ας είναι.
Εθνική Ελλάδος: Κανείς δε μιλούσε για τον Δουβίκα
Το «εννιά» της Εθνικής Ελλάδος ήταν κάποτε μια υπόθεση ας την πούμε εύκολη. Δε χρειαζόταν, εν πάση περιπτώσει, να είσαι ο segundo marcatore του calcio για να βρεις μια θέση πίσω από τον Χαριστέα, τον Γκέκα, τον Μήτρογλου ή τον Γιακουμάκη.
Υπήρξαν εποχές που υπήρχε χώρος για να πάρουν ευκαιρία με το εθνόσημο ποδοσφαιριστές που έγραψαν τη μετέπειτα ιστορία τους μαρκιά από τα φώτα, όπως ο Θανάσης Παπάζογλου, ο Απόστολος Γιάννου, ο Μιχάλης Μανιάς, ο Απόστολος Βέλλιος, ο Δημήτρης Διαμαντάκος ή ο Φιορίν Ντουρμισάι.
Ο ήλιος γύρισε, φώτισε και τα ποδοσφαιρικά γήπεδα της κατά τ' άλλα ηλιόλουστης γωνιάς μας στη Μεσόγειο, και πια πρέπει κανείς να γίνει γνωστός σε όλη την ποδοσφαιρική Ευρώπη για να βρει μια θέση στη γαλανόλευκη κορυφή.
Ή τουλάχιστον -αν αυτό θεωρείται «τουλάχιστον»- να γίνει το πρώτο βιολί ενός γίγαντα του ελληνικού ποδοσφαίρου, όπως πριν τη μεταγραφή του ο Φώτης Ιωαννίδης ή σήμερα ο -πολυθεσίτης- Ανδρέας Τεττέη. Το άλλοτε παρακμιακό μπαράκι, πια θέλει από το Πάσχα κράτηση για την πρωτοχρονιά...
Ο Τάσος Δουβίκας φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα της εθνικής ομάδας των ανδρών ως ένας από τους πολλούς του μεγάλου τρένου του Τζον φαν'τ Σχιπ. Τον Μάρτη του 2023 σε ένα λησμονημένο φιλικό με την Ονδούρα. στο οποίο είχε σκοράρει δις ο Βαγγέλης Παυλίδης. Το όνομά του το έβλεπε στις αποστολές του Ολλανδού, αλλά και του Γκας Πογέτ, ως τον Μάρτη του 2023.
Παρότι ακριβώς εκείνη την περίοδο... μάτωνε τα δίχτυα με τη φανέλα της Ουτρέχτης και κέρδιζε τη μεταγραφή του στο ισπανικό πρωτάθλημα και τη Θέλτα, έκανε 15 μήνες να πάρει αγωνιστικά λεπτά με τη γαλανόλευκη. Όχι πολλά: 22' σκάρτα σε ένα φιλικό με τη Γερμανία, και χρειάστηκε να περιμένει ως τον Οκτώβρη του 2024 για να παίξει σε επίσημο παιχνίδι. Σε ένα από τα έξι που έδωσε εκείνη την περίοδο η εθνική για το Nations League.
Μέχρι την 24η του τρέχοντος Σεπτέμβρη δε μεσολάβησαν πολλά για τον Δουβίκα. Δεκάλεπτα, εικοσάλεπτα, κλήσεις δίχως το όνομά του, και κάτι πιο γεμάτες εμφανίσεις σε φιλικά απογοήτευσης.
Ο Δουβίκας θα έχει για πάντα το Βελιγράδι
«A cold, rainy night in Belgrade», απ' αυτές που παραδοσιακά βρίσκουν τους παίκτες της εθνικής μας ομάδα με τα κεφάλια κάτω, η κατάληξη ήταν επιτέλους ευτυχής. Το στρωτό, κάθετο και πανέμορφο στο μάτι ποδόσφαιρο, λίγο έλειψε να μας βγει θεόξινο, όμως η τύχη είπε να μας χαμογελάσει, o Γιόβελιτς σούταρε στο δοκάρι, ο Τζολάκης έβγαλε τρελούς τους Γαλιλαίους και τους Νεύτωνες αψηφώντας τη βαρύτητα, η προμενάδα του Ρέτσου πέρασε ατιμώρητη...
Στο πέμπτο λεπτό των καθυστερήσεων, το στρωτό και κάθετο ποδόσφαιρο, που λέγαμε, απέκτησε ύψος, έγινε οριζόντιο και ο Τσιμίκας έβγαλε μια σέντρα που γύρισε τα ρολόγια: στην άλλη της άκρη, έτοιμος να σηκώσει το «τηλεφώνημα», ο Τάσος Δουβίκας. Έβαλε το κεφάλι στη φωτιά και έκτοτε θα έχει για πάντα το Βελιγράδι. Στον πέμπτο του χρόνο στην εθνική, ήταν το τρίτο του γκολ. Περισσότερο, όμως, έμοιαζε με την αρχή μιας νέας περιόδου. Για τον ίδιο, για την εθνική, για τον ίδιο στην εθνική.