fbpx Νέες ταινίες: Ο κλόουν από την κόλαση του Στίβεν Κινγκ επιστρέφει -Πρεμιέρα για το «Το Αυτό: Κεφάλαιο Δύο» (It Chapter 2) | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΤΙ ΘΑ ΔΟΥΜΕ

Νέες ταινίες: Ο κλόουν από την κόλαση του Στίβεν Κινγκ επιστρέφει -Πρεμιέρα για το «Το Αυτό: Κεφάλαιο Δύο» (It Chapter 2)

Το αυτό
05|09|2019 | 12:32
Ταινίες της Εβδομάδας

Το « Αυτό» του Στίβεν Κινγκ επιστρέφει με τους «Χαμένους» πια να έχουν ενηλικιωθεί, η Κέιτ Μπλάνσετ με κωμικό ταμπεραμέντο υποδύεται την ιδιοφυή Μπερναντέτ Φοξ, μια γυναίκα που έχει απογοητευτεί από τη ζωή της και τη ζωή γενικότερα, ενώ για πρώτη φορά στην Ελλάδα προβάλλεται η αριστουργηματική «Τελευταία Ταινία» του Ντένις Χόπερ.

Το Αυτό: Κεφάλαιο Δύο (It Chapter 2)

  • Σκηνοθεσία: Άντι Μουσιέτι
  • Παίζουν: Τζέιμς ΜακΑβόι, Τζέσικα Τσάστεϊν, Μπιλ Χέιντερ, Αϊζέια Μουσταφά, Τζέι Ράιαν, Τζέιμς Ράνσον, Μπιλ Σκάρσγκαρντ, Άντι Μπιν, Ξαβιέ Ντολάν

Περίληψη: Κάθε είκοσι εφτά χρόνια το κακό επισκέπτεται την πόλη του Ντέρι. Στο δεύτερο κεφάλαιο, τρεις δεκαετίες μετά, οι δρόμοι των κεντρικών χαρακτήρων διασταυρώνονται και πάλι. Μπορεί οι φίλοι από το Κλαμπ των Χαμένων να έχουν μεγαλώσει και να έχουν φύγει μακριά από τον εφιάλτη, αλλά ένα κρίσιμο τηλεφώνημα τους φέρνει πίσω, εκεί όπου όλα ξεκίνησαν.

Το κακό, όπως το περιέγραψε η αξεπέραστη πένα του Στίβεν Κινγκ, επιστρέφει στην κωμόπολη Ντέρι, και συγκεντρώνει τα ενήλικα πια μέλη του Κλαμπ των Χαμένων στο δεύτερο κεφάλαιο του «IT».

Το πρώτο κεφάλαιο έσπασε τα ταμία παγκοσμίως με εισπράξεις πάνω από 700 εκατομμύρια δολάρια -κατακτώντας τη θέση της ταινίας τρόμου με τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στα χρονικά- ενώ πήρε και την έγκριση του ίδιου του Κινγκ που δήλωσε ότι η ταινία ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες του. Έτσι οι παραγωγοί και ο σκηνοθέτης Άντι Μουσιέτι θεώρησαν πως θα άξιζε τον κόπο το Κλαμπ των Χαμένων να ξανασυναντηθεί και πάλι και να αντιμετωπίσει για μια ακόμα φορά τον κλόουν Πενιγουάιζ.

Οι ενήλικοι πια ήρωες αν και πλέον έχουν βρει ένα τρόπο να συνεχίσουν τη ζωή τους, ξεπερνώντας τα τραύματα του παρελθόντος, θα επιστρέψουν στην κωμόπολή τους, όταν ο κλόουν κάνει και πάλι την εμφάνισή του , μετά από πρόσκληση του Μάικ, του μοναδικού που έχει παραμένει στο Ντέρι. Ο μόνος τρόπος άλλωστε για να τον αντιμετωπίσουν είναι μια αρχαία ινδιάνικη τελετουργία, που τους χρειάζεται όλους ενωμένους.

Όμως οι τρεις ώρες που διαρκεί η ταινία, παρά τη σκηνοθετική μαεστρία του Μουσιέτι - κυρίως στις σκηνές του Πενιγουάιζ- και το λαμπερό καστ είναι πάρα πολλές. Το αποτέλεσμα είναι πως ένα μεγάλο μέρος αναλώνεται σε φλας μπακ στο παρελθόν που πλατειάζουν και στις σχέσεις των ηρώων, που αν και ενήλικες πια αντιμετωπίζονται με την κλισέ συνταγή μιας teenage movie.

Το βασικό μειονέκτημα όμως του δεύτερου κεφαλαίου είναι η έλλειψη ατμόσφαιρας, με τις αλληγορίες του Κινγκ να υπερτερούν της σεναριακής αφήγησης, ενώ το μεταφυσικό στοιχείο, αν και φιλτράρεται μέσα από τον κώδικα του παραμυθιού, δεν διαθέτει την απαραίτητη σκοτεινιά.

Πού Χάθηκες, Μπερναντέτ (Where You'd Go, Bernadette)

  • Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ
  • Παίζουν: Κέιτ Μπλάνσετ, Μπίλι Κρούνταπ, Κρίστεν Γουίγκ

Περίληψη: Η Μπερναντέτ Φοξ τα έχει όλα: έναν τρυφερό σύζυγο, μια γλυκύτατη κόρη και μια υπέροχη ζωή. Το μόνο που της λείπει είναι η περιπέτεια. Όταν εξαφανίζεται πριν από ένα προγραμματισμένο οικογενειακό ταξίδι στην Ανταρκτική, η δεκαπεντάχρονη κόρη της θα κάνει τα πάντα να την εντοπίσει, ανακαλύπτοντας στην πορεία συγκλονιστικά στοιχεία από το παρελθόν της μητέρας της.

Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ («Ένα Σχολείο Πολύ Ροκ», «Πριν τα Μεσάνυχτα», «Boyhood») διασκευάζει το best seller της Μαρία Σέμπλ, με πρωταγωνίστρια την Κέιτ Μπλάνσετ.

Η Μπερνατέτ Φοξ είναι μια ιδιοφυής αρχιτέκτονας-, μια από τις καλύτερες του κόσμου- που όμως ξαφνικά αποφασίζει να σταματήσει την καριέρα της και να αποτραβηχτεί μακριά από τον κόσμο. Πλέον ζει με τον πολυάσχολο σύζυγό της και την έφηβη κόρη της με την οποία έχουν μια αξιοζήλευτη σχέση στο Σιάτλ. Όμως η ίδια πάσχει από αγοραφοβία, είναι αντικοινωνική, δεν αντέχει κανέναν από τους γείτονές της και λέει πάντα την αλήθεια,- ή τέλος πάντων τη δική της αλήθεια- χωρίς να λογαριάζει τις συνέπειες. Ενώ ο άντρας και η κόρη της ετοιμάζονται για ένα ταξίδι στην Ανταρκτική, η Μπερναντέτ θα μπλέξει εν αγνοία της και κυρίως επειδή αναζητάει την περιπέτεια σε μια τρελή ιστορία, που θα τη στοχοποιήσει στο FBI. Τότε ο σύζυγός της αποφασίζει ότι είναι καιρός να πάρει τα μέτρα του και να κλείσει την Μπερναντέτ σε μια ψυχιατρική κλινική, προκειμένου να συνέλθει. Εκείνη το σκάει από το σπίτι και βάζει πλώρη για τον Νότιο Πόλο, αναζητώντας στην ουσία τον χαμένο της εαυτό.

Το διάσημο βιβλίο της Σεμπλ, αν κι έχει πουλήσει χιλιάδες αντίτυπα και έχει μείνει στη λίστα με τα best sellers ολόκληρες εβδομάδες, σίγουρα δεν είναι ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο. Μέσαλοιπόν από μια σειρά αφηγήσεων της κόρης της Μπερνταντέτ και αρχεία, που ο Λινκλέιτερ κινηματογραφεί με τη μορφή ενός ακαδημαϊκού ντοκιμαντέρ μαθαίνουμε τη συναρπαστική ιστορία της, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούμε μια χαριτωμένη ιδιόρρυθμη περσόνα – η Κέιτ Μπλάνσετ με τα μαύρα της γυαλιά και τον αέρα παλιού Χόλιγουντ είναι πραγματικά απολαυστική- σε αστεία ενσταντανέ, που αποκαλύπτουν τον μικροαστισμό και το ανελεύθερο πνεύμα του περίγυρού της.

Όταν όμως η ταινία πρέπει να μπει στα βαθιά και να καταλάβουμε γιατί αυτή «η ιδιοφυΐα, που δεν δημιουργεί, μπορεί να γίνει επικίνδυνη για την κοινωνία», τότε φαίνεται πως ο Λινκλέιτερ δεν διαθέτει αρκετό υλικό στα χέρια του για να αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα θεωρητικά ιδέα. Έτσι ποτέ δεν καταλαβαίνουμε γιατί ή ποιος έχει εμποδίσει την Μπερναντέτ να συνεχίσει το πρωτοποριακό της έργο και τι την έχει οδηγήσει σε μια επιθετική συμπεριφορά. Οι νόμοι της αγοράς, τα παιχνίδια της εξουσίας, η ριζοσπαστική της σκέψη που δεν βρίσκει αντίκρισμα, ή απλώς η αυτοκαταστροφική φύση του καλλιτέχνη;

Όλα αυτά παραμένουν θολά τόσο και στο βιβλίο όσο και στο σενάριο, οπότε αναγκαστικά ο Λινκλέιτερ προκειμένου να ολοκληρώσει την ταινία επιλέγει τον δρόμο μιας εύκολης κομεντί, όπου όλα λύνονται με ένα φαντασμαγορικό μεν ταξίδι, κι όχι μια πορεία αυτογνωσίας.

Η Εμμονή (Une Intime Conviction)

  • Σκηνοθεσία: Αντουάν Ρεμπόλ
  • Παίζουν: Μαρίνα Φόι, Ολιβιέ Γκουρμέ

Περίληψη: Ο Ζακ κατηγορείται για τον φόνο της γυναίκας του. Η ένορκος στην πρώτη δίκη, η Νόρα, πεπεισμένη για την αθωότητά του, πείθει έναν επιφανή δικηγόρο να τον αναλάβει για το εφετείο. Μαζί δίνουν μια λυσσαλέα μάχη κατά της αδικίας και, ενώ η θηλιά σφίγγει γύρω από εκείνον που όλοι κατηγορούν, η αναζήτηση της αλήθειας γίνεται εμμονή για τη Νόρα.

Δικαστικό δράμα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, σχετικά με την αναζήτηση της αλήθειας.

Ο Ζακ Βιγκέρ, καθηγητής Νομικής στην Τουλούζη , κατηγορήθηκε για την δολοφονία της συζύγου του, που είχε εξαφανιστεί, ενώ το πτώμα της δε βρέθηκε. Μια από τις ένορκους της πρώτης δικής, η Νόρα, είναι πεπεισμένη πως είναι αθώος και ξεκινάει έναν εμμονικό αγώνα, προκειμένου να αποκαλύψει την αλήθεια.

Τα πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει ο Αντουάν Ρεμπόλ στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, που έχει ως αφετηρία το γαλλικό δικαστικό σύστημα, είναι καταρχάς ότι δεν μπορεί εύκολα να επικοινωνήσει τα ερωτηματικά του σε χώρες που το νομοθετικό τους πλαίσιο λειτουργεί διαφορετικά. Οπότε εξαρχής φαντάζει περίεργο, γιατί κάποιος κατηγορείται για ένα φόνο, ενώ δεν υπάρχει πτώμα. Επίσης το γαλλικό σύστημα δεν έχει τη θεατρικότητα του αμερικανικού, άρα δεν είναι τόσο εντυπωσιακό από καλλιτεχνικής πλευράς.

Το δεύτερο είναι ο χαρακτήρας της Νόρα, που δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά προϊόν μυθοπλασίας η οποία λειτουργεί ως όχημα για να αναπτύξει μια κεντρική ιδέα του Ρεμπόλ ότι η αλήθεια μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στην παράνοια. Όμως γιατί η συγκεκριμένη ηρωίδα αποκτάει αυτή την εμμονή, παραμένει ασαφές καθ’ όλη τη διάρκεια. Ο κεντρικός χαρακτήρας της υπόθεσης, ο Ζακ , αντίθετα μένει υπό σκιάν και απλώς υπομένει στωικά τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Αντίστοιχα και οι χαρακτήρες των παιδιών του, που γίνονται οι αποδέκτες της όλης κατάστασης μοιάζουν σχηματικοί.

Το αποτέλεσμα είναι ότι τόσο τα κομμάτια της δίκης όσο και οι προσωπικές στιγμές των ηρώων παραμένουν εξαιρετικά θολές, βασικά ερωτήματα που θέλει να θέσει ο Ρεμπόν αντιμετωπίζονται επιφανειακά, και μένει τελικά η Μαρίζα Φόι μόνη της, προσπαθώντας να δώσει υπόσταση στην τρέλα ενός χαρακτήρα βιαστικά σχεδιασμένου.




Παίζονται ακόμα:

Angry Birds: Η Ταινία 2(The Angry Birds Movie 2)

  • Σκηνοθεσία: Θούροπ Βαν Ορμαν
  • Με τις φωνές των (στα ελληνικά) Γιώργου Πυρπασόπουλου, Γιάννη Ζουγανέλη, Φοίβου Ριμένα, Χάρη Γρηγορόπουλου, Βασίλη Μήλιου, Χρύσας Διαμαντοπούλου, Άντριας Ράπτη

Περίληψη: Τα θυμωμένα πουλιά, Angry Birds, που δεν πετάνε και τα κακόβουλα πράσινα γουρούνια αντιμετωπίζουν μία κοινή απειλή, που βάζει σε κίνδυνο τα νησιά τους. Ο Ρεντ, ο Τσακ, ο Μπομπ και ο Σούπερ Αετός επιστρατεύουν την αδελφή του Τσακ, Σίλβερ, και ενώνουν τις δυνάμεις τους με το γουρούνι Λέοναρντ, τη βοηθό του Κόρτνεϊ και τον Γκάρι για να κάνουν ανακωχή και να σχηματίσουν μία απίθανη ομάδα που θα σώσει τον τόπο τους.

Βασισμένη στο επιτυχημένο ηλεκτρονικό παιχνίδι από τη Φινλανδία, που έχει κατέβει πάνω από 4 δισεκατομμύρια φορές μέχρι τώρα, η πρώτη ταινία «Angry Birds « ήταν μία παγκόσμια εισπρακτική επιτυχία.
Αυτή τη φορά, οι δημιουργοί ήθελαν να εξερευνήσουν ένα νέο κεφάλαιο στο saga των πτηνών που δεν πετάνε.

Ο Ρεντ λοιπόν είναι ένας ήρωας που αγαπάνε όλοι στο νησί. Εν τω μεταξύ, η αντιπαλότητα ανάμεσα στα γουρούνια και τα πουλιά έχει εξελιχθεί σε μάχη. Όλα αλλάζουν όμως, όταν γιγάντιες μπάλες πάγου αρχίζουν να πέφτουν από τον ουρανό. Μία ψυχρή απειλή έχει αναδυθεί από ένα μυστηριώδες τρίτο νησί και τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο πολύπλοκα, όταν ο Λέοναρντ επισκέπτεται κρυφά τον Ρεντ, προτείνοντας του να συμμαχήσουν ενάντια στον κοινό εχθρό.
Η καινούρια ομάδα ανακαλύπτει ότι ο χειμώνας έρχεται από τα παγωμένα βλήματα, που εξαπολύονται από το νησί του Αετού, όπου η Ζέτα βασιλεύει με τη βοήθεια του επιστήμονα Γκλεν.

Η ομάδα πρέπει να πάει κρυφά στο νησί του Αετού, να αποδυναμώσει τη Ζέτα και να εξουδετερώσει το υπερσύγχρονο όπλο της. Οι ήρωες μπαίνουν σε έναν αγώνα δρόμου για να σώσουν τα σπίτια τους, μία παράλληλη περιπέτεια εκτυλίσσεται, ενώ μερικά αξιαγάπητα μικρά πουλάκια, που γνωρίσαμε στην πρώτη ταινία, κάνουν πάλι τα δικά τους και παίζουν ένα παιχνίδι ρόλων που εκτροχιάζεται, για να αποδείξουν ότι ακόμα και ένας μικρούλης νεοσσός μπορεί να έχει μεγάλα όνειρα.




Επαναπροβολές:

Ο δράκος του Ντίσελντορφ (M)

  • Σκηνοθεσία: Φριτς Λανγκ
  • Παίζουν: Πέτερ Λόρε, Ελεν Γουίντμαν, Ινγκε Λάντγκουτ:

Περίληψη: Στο Βερολίνο του 1930, η αστυνομία αλλά και ο υπόκοσμος αναζητούν έναν κατ’ εξακολούθηση δολοφόνο μικρών παιδιών.

Η πρώτη ταινία με πρωταγωνιστή έναν serial killer και η πιο αγαπημένη του σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ, που θεωρείται σήμερα αριστούργημα του γερμανικού εξπρεσιονισμού.

Στο Βερολίνο, στις αρχές του ‘30. Η τοπική κοινωνία αναστατώνεται από την ύπαρξη ενός τρομακτικού δολοφόνο, που σκοτώνει μόνο παιδιά. Ο «δράκος» καταφέρνει και ξεφεύγει συνέχεια και ο αριθμός των παιδιών που εξαφανίζονται μεγαλώνει. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ποιος μπορεί να είναι, αλλά ο δολοφόνος έχει ένα χαρακτηριστικό: σφυρίζει πάντα έναν συγκεκριμένο σκοπό από ένα κομμάτι κλασικής μουσικής.

Στο μεταξύ, η υποψία πλανάται στον αέρα και οι άνθρωποι ψάχνουν ανάμεσά τους τον ένοχο. Η αστυνομία κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια να εντοπίσει τον δολοφόνο, ενώ ο υπόκοσμος της περιοχής αποφασίζει να αναλάβει δράση.

Ο Φριτς Λανγκ, στην πρώτη του ομιλούσα ταινία, μας μεταφέρει στη ζοφερή εποχή του γερμανικού Μεσοπολέμου, μόλις αρχίζει δηλαδή η άνοδος του ναζισμού. Σε μια κοινωνία σε κρίση, όπου οι αξίες δοκιμάζονται, αρκεί η ιδέα ενός άγνωστου δολοφόνου, για να καλλιεργηθεί ένα διάχυτο αίσθημα φόβου. Το αποτέλεσμα είναι πως οι άνθρωποι χάνουν την ψυχραιμία τους, μετατρέπονται σε όχλο, παραιτούνται από τα δικαιώματά τους και αποδέχονται μεγαλύτερη αστυνόμευση.

Ο διάσημος μουσικός σκοπός από την σουίτα νο.1 από το «Πέερ Γκυντ» του Έντβαρντ Γκριγκ, που προμηνύει το κακό, προοιωνίζει την έλευση μια απειλής , σε μια περίοδο που στη Γερμανία δεν είχε γίνει ακόμα ξεκάθαρη η επιλογή ανάμεσα στην αναρχία και την αυταρχικότητα, γεγονός που καταγράφει και ο Λανγκ. Γι’ αυτό άλλωστε αντιπαραβάλλει δύο παράλληλες κοινωνίες, αυτή του επίσημου κράτους και της αστυνομία με την παρανομία και τους κακοποιούς που έχουν τους δικούς τους νόμους, να συναγωνίζονται και ανταγωνίζονται πάνω στο ίδιο θέμα, η καθεμία για διαφορετικούς λόγους: την εύρεση του δολοφόνου.

Και ενώ η ταινία δεν αρνείται την αποτελεσματικότητα των αστυνομικών επιθεωρητών, όπου με μεγάλη μεθοδικότητα φτάνουν στα ίχνη του εγκληματία, η πλάστιγγα γέρνει λίγο περισσότερο προς το μέρος του υπόκοσμου, που αναλαμβάνει δράση αποτελεσματικά.

Το «Μ» είναι εμπνευσμένο από την υπόθεση του γερμανού serial killer Πέτερ Κούρτεν, τον λεγόμενο «Δράκο του Ντίσελντορφ», που έδρασε τη δεκαετία του ’20, αν και ο Λανγκ έλεγε ότι η ταινία αντλεί στοιχεία και από διάφορους άλλους δολοφόνους που τρομοκρατούσαν εκείνη την εποχή τη Γερμανία, όπως τους Χάαρμαν, Γκρόσμαν και Ντένκε.

Το σενάριο της ταινίας είναι της τότε συζύγου του Λανγκ, Τέα Φον Χάρμπου, η οποία είχε γράψει και το «Μετρόπολις». Η Τέα, αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, που ασπάστηκε τον ναζισμό, κινείται στην κόψη του ξυραφιού: ο φόβος που επικρατεί δεν μπορούμε εύκολα να ξεχωρίσουμε αν μας προειδοποιεί να προφυλαχτούμε, ή αν προοιωνίζει αυτό που επερχόταν , στο πολιτικό προσκήνιο. Όμως η οπτική του Λανγκ, σοφά απαισιόδοξη και στοχαστική, μετατρέπει τελικά όλο το δίλημμα σε μια ταινία-μαρτυρία. Δεν είναι τυχαίο που ο δημιουργός αντιμετώπισε προβλήματα από τους ναζί , όταν ήθελε να ξεκινήσει τα γυρίσματα, ούτε το ότι τελικά το φιλμ απαγορεύτηκε το 1934.
Μέσα στις άλλες αρετές της ταινίας είναι και η πρωτοποριακή για την εποχή του χρήση του ήχου, καθώς ο Λανγκ δεν βασίζεται στον διάλογο, όπως συνηθιζόταν, αλλά χρησιμοποιεί τον ήχο με μια εξαίσια κινηματογραφική οικονομία .
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Πέτερ Λόρε δίνει μια αξεπέραστη ερμηνεία, που τον καθιέρωσε και εκτός της Γερμανίας και τον οδήγησε στα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ.

Η τελευταία ταινία (Τhe last movie)

  • Σκηνοθεσία: Ντένις Χόπερ
  • Παίζουν: Ντένις Χόπερ, Στέλα Γκαρσία, Ντον Γκόρντον, Τζούλι Ανταμς, Σίλβια Μάιλς, Πίτερ Φόντα, Σάμιουελ Φούλερ

Περίληψη: Ο κασκαντέρ Κάνσας είναι μέλος ενός συνεργείου του Χόλιγουντ που συγκλονίζεται από το θάνατο ενός ηθοποιού κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ενός γουέστερν σε ένα απομακρυσμένο χωριό στο Περού. Όταν η παραγωγή ολοκληρώνεται, ο Κάνσας παραμένει εκεί, προσπαθώντας να βρει τη λύτρωση στην απομόνωση του Περού και στην αγκαλιά μιας πρώην πόρνης.

‘Ένα εξαφανισμένο μέχρι πρόσφατα αριστούργημα του Ντένις Χόπερ, που εδώ έχει τον τριπλό ρόλο του σκηνοθέτη, σεναριογράφου και πρωταγωνιστή, προβάλλεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία που σκηνοθέτησε ο Χόπερ στο Περού, αμέσως μετά την επιτυχία του «Ξένοιαστου Καβαλάρη».

«Η Τελευταία Ταινία» έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 1971, όπου αποθεώθηκε από την κριτική, αλλά η παραγωγή αρνήθηκε να την κυκλοφορήσει στις αίθουσες. Έτσι για δεκαετίες παρέμεινε ένας χαμένος θρύλος με σποραδικές μόνο προβολές και με μια κάκιστη VHS εκδοχή της να παραμένει ο βασικός τρόπος να τη δει κανείς.

Το 2018 ολοκληρώθηκε επιτέλους η ψηφιακή της αποκατάσταση σε ποιότητα 4Κ και προβλήθηκε με επιτυχία σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία.

Ανάμεσα στις πιο περιπετειώδεις παραγωγές της εποχής του Νέου Χόλιγουντ, η Universal είχε δώσει λευκή κάρτα στον Χόπερ να κάνει ό,τι θέλει μετά την τεράστια επιτυχία του «Ξένοιαστου Καβαλάρη». Εκείνος πήρε τα λεφτά και έφυγε, στην κυριολεξία, για να γυρίσει την ταινία στο Περού, με μια ομάδα που συμπεριλάμβανε τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας Λάζλο Κόβακς.

Αν και η ταινία κέρδισε το Βραβείο CIDALC το 1971 στο Φεστιβάλ Βενετίας, θα τερμάτιζε την καριέρα του Χόπερ για πολλά χρόνια, καθώς η βιομηχανία του Χόλιγουντ τον ξέγραψε ως έναν εγωκεντρικό τρελό. Πέρα όμως από το περιπετειώδες παρασκήνιο, παραμένει και σήμερα όχι απλώς ένα μοναδικό τεκμήριο μιας ρηξικέλευθης περιόδου του αμερικανικού σινεμά, αλλά μια ολοζώντανη δημιουργία εντυπωσιακά καινοτόμα στην κινηματογραφική γλώσσα και μοναδικά σύγχρονη, επηρεασμένη ιδιαίτερα από τη γαλλική Νουβέλ Βαγκ, αλλά και τον Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι που όπως λέγεται ήταν αυτός που έπεισε τον Χόπερ να «απελευθερωθεί» ολοκληρωτικά στο μοντάζ ακολουθώντας μια ονειρική λογική , καθώς και από τους καλλιτέχνες της Ποπ και της Αφηρημένης Τέχνης.

Συνειδητά αυτοαναφορική και γραμμένη από τον Χόπερ και τον σεναριογράφο Στιούαρτ Στερν (« Επαναστάτης Χωρίς Αιτία»), το φιλμ ακολουθεί ένα συνεργείο από το Χόλιγουντ κατά τη διάρκεια γυρίσματος ενός γουέστερν σε ένα απομακρυσμένο χωριό στο Περού. Όταν η παραγωγή ολοκληρώνεται, ο Χόπερ, ως κασκαντέρ Κάνσας, παραμένει εκεί, προσπαθώντας να βρει τη λύτρωση στην απομόνωση του Περού και στην αγκαλιά μιας πρώην πόρνης. Την ίδια στιγμή, οι ντόπιοι έχουν καταλάβει το ερειπωμένο σκηνικό και ξεκινούν να στήσουν μια τελετουργική αναπαράσταση της παραγωγής, με τον Κάνσας ως το εξιλαστήριο θύμα τους.

Ο Χόπερ είχε στο μυαλό του μια κατά μέτωπο επίθεση στην ψευδαισθητική λειτουργία του χολιγουντιανού σινεμά, ένα μανιφέστο ενάντια στη ίδια την κινηματογραφική βιομηχανία που τον τιμώρησε τελικά παραδειγματικά.

Οι Νύχτες της Καμπίρια (Le Notti di Cabiria)

Σκηνοθεσία: Φεντερικό Φελίνι
Παίζουν: Τζουλιέτα Μασίνα, Φρανσουά Περιέ, Ένιο Γκιρολάμι, Μάριο Πασάντε

Περίληψη: Η Καμπίρια είναι μια πάμπτωχη πόρνη, που μένει σε ένα μικρό σπιτάκι στην πιο φτωχική γειτονιά της Ρώμης. Ελπίζει μόνο σε ένα θαύμα, όμως αντ΄ αυτού πέφτει πάνω σε ανθρώπους που θέλουν να την εκμεταλλευτούν.

Η εμβληματική ταινία από την πρώτη περίοδο του Φεντερίκο Φελίνι, βραβευμένη με το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας , επανακυκλοφορεί με νέες αποκατεστημένες κόπιες.

Η Καμπίρια είναι μια αγαθή λαϊκή πόρνη, που ζει κι επιβιώνει στις εργατικές συνοικίες της Ρώμης. Μια νύχτα θα βρεθεί στην πολυτελή έπαυλη ενός σταρ του σινεμά, ενώ σε μια άλλη περίπτωση θα συμμετάσχει σε νούμερο ταχυδακτυλουργού ενός συνοικιακού βοντβίλ. Εκεί θα γνωρίσει έναν όμορφο νεαρό, θα της πουλήσει έρωτα.

Η Καμπίρια ως μια θηλυκή εκδοχή του Σαρλό- η έξοχη Τζουλιέτα Μασίνα δίνει μια υποδειγματική ερμηνεί- , εκπροσωπεί την πιο αγνή πλευρά της Ρώμης, που έρχεται σε αντιδιαστολή με την κίβδηλη κοσμικότητα, με τον Φελίνι να κάνει την πιο αιχμηρή του κριτική στη μεταπολεμική Ιταλία.

Πορφυρά Ποτάμια (Les Rivières Pourpres/ Crimson Rivers)

Σκηνοθεσία: Ματιέ Κασοβίτς
Παίζουν: Ζαν Ρενό, Βενσάν Κασέλ

Περίληψη: Δύο τελείως διαφορετικοί αστυνομικοί υποχρεώνονται να συνεργαστούν σε δύο ασυνήθιστες υποθέσεις, η διερεύνηση των οποίων τους οδηγεί στον μυστηριώδη θάνατο ενός κοριτσιού.

To best seller μυθιστόρημα του Ζακ Κριστόρφ Γκρανζέ μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη από τον Ματιέ Κασοβιτς.

Δύο διαφορετικές αστυνομικές έρευνες, 300 χιλιόμετρα μακριά η μία από την άλλη, προβληματίζουν τους αστυνομικούς επιθεωρητές που τις αναλαμβάνουν. Ο ένας είναι ένας έμπειρος επαγγελματίας, που του ανατίθεται μια περίεργη υπόθεση σε μια κωμόπολη στους πρόποδες των Άλπεων, όπου το πανεπιστήμιο αποτελεί τον πυρήνα της. Αντικείμενό του ένας απίστευτα βίαιος και μεθοδικά εκτελεσμένος φόνος. Ο άλλος είναι ένας νέος πανέξυπνος, μοναχικός άλλα και βίαιος αστυνομικός, , που διεξάγει έρευνες σχετικά με έναν βεβηλωμένο τάφο σε ένα νεκροταφείο και μια διάρρηξη δημοτικού σχολείου. Η έρευνά των δυο υποθέσεων τον οδηγεί στα χνάρια του μυστηριώδους θανάτου ενός κοριτσιού είκοσι χρόνια πριν. Οι δύο έρευνες θα συγκλίνουν και τελικά θα συναντηθούν, φέρνοντας στο φως ένα απίστευτο παρελθόν.

H ταινία αποτέλεσε εμπορική επιτυχία όταν προβλήθηκε στην Ελλάδα, ενώ στη Γαλλία έσπασε ταμεία ενώ απέσπασε και πέντε υποψηφιότητες για τα γαλλικά Σεζάρ.

ΣΧΟΛΙΑ