Από υφαντές εγκαταστάσεις και μνημειακές κεραμικές σαρανταποδαρούσες μέχρι γλυπτά από φλούδες πορτοκαλιού, χρησιμοποιημένα φακελάκια τσαγιού και σύρμα, η πρώτη έκθεση του Nóema Craft Prize στο Καπνεργοστάσιο παρουσιάζει δεκαπέντε δημιουργούς που επαναπροσδιορίζουν τη σχέση χειροτεχνίας και σύγχρονης τέχνης.
Περπατώντας στην οδό Λένορμαν, πλάι στο μεγάλο λευκό πανό με τη χειροποίητη, σχεδόν εύθραστη, γραφή που αναγγέλλει ότι στο Καπνεργοστάσιο φιλοξενείται η έκθεση «Βραβείο Χειροτεχνίας Nóema 2026», στέκομαι πλάι στο κτίριο που κατασκευάστηκε το 1930 και έγινε μνημείο για την εργασία που βασίστηκε στα ίδια τα ανθρώπινα χέρια.
Χιλιάδες δάχτυλα έκοψαν, ταξινόμησαν, τύλιξαν, επανέλαβαν τις ίδιες κινήσεις μέσα σε αυτούς τους τοίχους παράγοντας τσιγάρα, πούρα και τις συσκευασίες τους. Σήμερα, και έως τις 30 Ιουνίου, φιλοξενεί γλυπτά υφαντά, κεραμικά, με κεντήματα, νήματα, πηλό, μάρμαρο. Δεν πρόκειται για μια ποιητική σύμπτωση. Είναι σαν ο χώρος να θυμάται ότι πριν γίνει μουσείο -με την ανακατασκευή και τις δυο θριαμβικές εκθέσεις του Οργανισμού ΝΕΟΝ-, ήταν εργοστάσιο. Σαν να θυμάται ότι πριν από κάθε ιδέα υπάρχει πάντοτε ένα χέρι.
Στην έκθεση παρουσιάζονται τα έργα των 15 φιναλίστ, από τους εκατοντάδες που συμμετείχαν στο κάλεσμα της Nóema, της διεπιστημονικής πολιτιστικής πλατφόρμας για τη χειροτεχνία, τη σύγχρονη τέχνη, το design, την αρχιτεκτονική και τις αναδυόμενες τεχνολογίες. Η Nóema, είναι έμπνευση και όραμα της Μαρέβας Γκραμπόφσκι Μητσοτάκη μαζί με μία ομάδα καθηγητών, δημιουργών, στοχαστών.
Στην παρθενική έκθεση Nóema Craft Prize 2026, φιναλίστ είναι η Αλεξία Ψαραδέλη, ο Αργύρης Ράλλιας, η Αριάδνη Στροφύλλα, η Δήμητρα Κωνσταντινίδη, ο Γιώργος Βαβάτσης, η Ερμιόνη Συρογιαννοπούλου, η Ιφιγένεια Παππά, ο Κώστας Λαμπρίδης, η Μαρία Σταυροπούλου, η Μάρω Φασουλή, η Νάσια Παυλίδου, ο Νίκος Ποδιάς, η Σεβαστιάνα Κωνστάκη, η Σεκινέ Ναϊντί και η Βάλια Καπελέτζη. Η επιλογή του νικητή θα γίνει μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης.
Ας ξανακερδίσουμε τις αισθήσεις μας
Το 1964, η Σούζαν Σόνταγκ έγραφε στο δοκίμιό «Against Interpretation» ότι «αυτό που έχει σημασία σήμερα είναι να ξανακερδίσουμε τις αισθήσεις μας. Πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε περισσότερο, να ακούμε περισσότερο, να αισθανόμαστε περισσότερο». Η έκθεση Nóema Craft Prize 2026, είναι η ιδανική άσκηση σε αυτό.
Το διαπιστώνω μπαίνοντας μέσα σε έναν από τους έξι υφασμάτινους κίονες της Δήμητρας Κωνσταντινίδη -τις «Καρυάτιδες», όπως τους αποκαλεί η ίδια- και για λίγα δευτερόλεπτα βρίσκομαι στο εσωτερικό ενός αρχιτεκτονήματος φτιαγμένου όχι από μάρμαρο αλλά από ύφασμα, κλωστή και χιλιάδες βελονιές. Το βλέμμα ακολουθεί υπομονετικά τις ραφές, τα κεντήματα, τις ζωγραφισμένες λεπτομέρειες. Ένα δάσος φλέγεται. Ένας άνδρας πάνω σε μια μοτοσικλέτα διασχίζει τις φλόγες κρατώντας έναν σκύλο στην αγκαλιά του. Η εικόνα δεν είναι αλληγορία· είναι μια συλλογική μνήμη που κουβαλάμε τα τελευταία χρόνια.
Μπαίνω διαδοχικά και στις έξι Καρυάτιδες της υφασμάτινης εγκατάστασης «Η αγκαλιά της μητέρας, 5+1 ιστορίες που αφηγούνται οι Καρυάτιδες». Κάθε μία είναι σαν μια διαφορετική μαρτυρία εκτοπισμού, φροντίδας, απώλειας και επιστροφής. Οι κλωστές είναι οι λέξεις του αφηγήματός. Κάθε βελονιά είναι μια επανάληψη. Κάθε επανάληψη είναι χρόνος. Και κάθε ώρα εργασίας παραμένει ορατή πάνω στην επιφάνεια του έργου.
Η πραγματική πρώτη ύλη της έκθεσης δεν είναι ούτε το ύφασμα, ούτε ο πηλός ούτε το ξύλο. Είναι ο χρόνος. Περπατώ αργά μέσα στον χώρο καθώς επεξεργάζομαι τα αντικείμενα, διαβάζω τον εξαιρετικής φροντίδας κατάλογο. Είναι σαν η έκθεση να επιβάλλει έναν διαφορετικό ρυθμό, εκείνον που απαιτεί η χειρονομία της κατασκευής της.
Ένα δίχτυ από φακελάκια τσαγιού
Λίγα μέτρα πιο πέρα, ο Νίκος Ποδιάς μετατρέπει την ίδια την ευθραυστότητα σε υλικό. Από απόσταση, το «Δίκτυ Μνήμης» θυμίζει αρχαίο ύφασμα ή πολύτιμο λειτουργικό άμφιο που σώθηκε από κάποιον άγνωστο πολιτισμό. Όταν πλησιάζω, ανακαλύπτω ότι η επιφάνειά του αποτελείται από εκατοντάδες χρησιμοποιημένα φακελάκια τσαγιού, υφασμένα ένα προς ένα πάνω σε ένα παλιό δίχτυ ψαρέματος και φωτισμένα διακριτικά από φύλλα χρυσού.
Το τσάι έχει αφήσει τους λεκέδες του πάνω στο χαρτί όπως ο χρόνος αφήνει το αποτύπωμά του πάνω στη μνήμη. Το δίχτυ, φτιαγμένο κάποτε για να συγκρατεί ψάρια, μοιάζει τώρα να συγκρατεί αναμνήσεις, απώλειες, εμπειρίες που κινδυνεύουν να διαλυθούν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο καλλιτέχνης μιλά για ένα σύγχρονο φυλαχτό. Κοιτάζοντάς το, σκέφτεσαι πως ίσως η μεγαλύτερη δύναμη της χειροτεχνίας βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην ικανότητά της να παίρνει το πιο εύθραυστο υλικό και να του χαρίζει διάρκεια.
Μέχρι εδώ, τα έργα ζητούσαν σχεδόν να τα αγγίξεις. Το επόμενο σε κάνει ενστικτωδώς να κρατήσεις απόσταση. Μπροστά μου αιωρείται το έργο της Ερμιόνης Συρογιαννοπούλου «Στον άνεμο του χρόνου» που από μακριά μοιάζει με ένα παλιό υφαντό, σαν αυτά που βλέπουμε στις διακοπές σε κάποιο σπίτι του Αιγαίου. Όσο πλησιάζω, η ψευδαίσθηση διαλύεται. Δεν είναι νήμα. Είναι σκουριασμένο και γαλβανιζέ σύρμα.
Η καλλιτέχνιδα ανασυνθέτει δύο παραδοσιακά υφαντά της Αλοννήσου με ένα υλικό αφιλόξενο υλικό. Κάθε κόμπος, κάθε δέσιμο, κάθε κόψιμο του σύρματος κουβαλά τον ίδιο επαναλαμβανόμενο μόχθο της ύφανσης, μόνο που εδώ η διαδικασία γίνεται σχεδόν βίαιη. Μπορείς σχεδόν να φανταστείς τα δάχτυλα να πληγώνονται.
Από την Έξω Μεριά της Τήνου στη Λένορμαν
Η Συρογιαννοπούλου παίρνει μια από τις πιο τρυφερές εικόνες της ελληνικής χειροτεχνίας, το υφαντό, και την ανασυνθέτει με ένα υλικό που αντιστέκεται στο χέρι. Το αποτέλεσμα αιωρείται ανάμεσα στην ομορφιά και στην απειλή, σαν να σε ρωτά αν η παράδοση διατηρείται επειδή την προστατεύουμε ή επειδή αντέχει να τραυματίζεται χωρίς να σπάει.
Γυρίζοντας, αντικρύζω το «Litany» της Ιφιγένειας Παππά που δουλεύει με φλούδες πορτοκαλιού που γίνονται λεπτή σκόνη, με ίνες αγαύης καθαρισμένες στο χέρι, με υπολείμματα καφέ, με φυσικό κερί μέλισσας. Υλικά που στην καθημερινότητα καταλήγουν στα απορρίμματα αποκτούν νέα υπόσταση μέσα από μια επίπονη διαδικασία συλλογής, επεξεργασίας και σύνθεσης.
Η θερμότητα των κεριών απελευθερώνει διακριτικά αρώματα πορτοκαλιού, καφέ και μελισσοκεριού, μετατρέποντας την εμπειρία σε κάτι που ξεπερνά την εικόνα και ενεργοποιεί τη μνήμη μέσω της όσφρησης. Είναι μία ακόμη υπενθύμιση ότι ένα υλικό, όσο ταπεινό κι αν είναι, μπορεί να αποκτήσει διάρκεια, παρουσία και νόημα μέσα από την ανθρώπινη εργασία.
Κυριολεκτικά στην είσοδο της αίθουσας, μια εγκατάσταση που καταλαμβάνει τον χώρο σαν ένα μικρό τοπίο. Η Μάρω Φασουλή έχει δημιουργήσει την «Είσοδο (Δ.Γ.)», χρησιμοποιώντας νήμα, μαρμάρινες βάσεις από την Έξω Μεριά της Τήνου και το σωζόμενο τμήμα ενός παλιού αργαλειού με χαραγμένα τα αρχικά «Δ.Γ.».
Η καλλιτέχνις μετατρέπει αυτά τα υλικά –άλλα ταπεινά, άλλα φορτισμένα με ιστορία– σε μια εγκατάσταση που μοιάζει λιγότερο με γλυπτό και περισσότερο με ένα τοπίο μνήμης. Δεν είμαι βέβαιη αν κοιτάζω κορμούς δέντρων, αρχαϊκά ξόανα, αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ή τα ίχνη ενός αργαλειού που διαλύθηκε για να αποκτήσει μια δεύτερη ζωή. Η εγκατάσταση μοιάζει να αποσυναρμολογεί την παράδοση και να τη συνθέτει εκ νέου, καταργώντας τα στερεότυπα που συνόδευαν για αιώνες τη χειρωνακτική εργασία, τον διαχωρισμό ανάμεσα στην ανδρική κατασκευή και τη γυναικεία ύφανση, ανάμεσα στο κτίσμα και το ύφασμα.
Ακριβώς απέναντι, στο τέλος της αίθουσας, στέκει η βιβλιοθήκη «It's Not Enough» του Κώστα Λαμπρίδη. Με ύψος που ξεπερνά τα δύο μέτρα και κατασκευασμένη από μάρμαρο, γρανίτη, κεραμικό, ορυκτά, ατσάλι, αλουμίνιο, ορείχαλκο, χαλκό, διαφορετικά είδη ξύλου και πλαστικά, ανατρέπει την στερεοτυπική αντίληψη για τη χειροτεχνία. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έχω δει νήματα, υφαντά, κεντήματα, οργανικά υλικά, εύθραυστες επιφάνειες. Ο Λαμπρίδης υπενθυμίζει ότι η χειροτεχνία μπορεί να είναι και μνημειακή, βαριά, σχεδόν αρχιτεκτονική.
Η ραχοκοκαλιά με τα 66 χειροποίητα κεραμικά τμήματα
Παρά τον όγκο του, το έργο δεν προσπαθεί να κρύψει τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάστηκε. Οι ενώσεις, οι συνδέσεις, οι διαφορετικές υφές των υλικών παραμένουν ορατές. Όπως λέει και ο ίδιος ο καλλιτέχνης, τον ενδιαφέρει να αποκαλύπτει «το εσωτερικό, το πίσω μέρος, το κρυμμένο μέρος, την αλήθεια και τη διαδικασία». Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη συγγένειά του με τα υπόλοιπα έργα της έκθεσης: ο μόχθος δεν εξαφανίζεται πίσω από το αποτέλεσμα, αλλά παραμένει μέρος του ίδιου του έργου.
Η «Σκολόπενδρα» της Αριάδνης Στροφύλλα, με μήκος τεσσάρων μέτρων και αποτελούμενη από 66 χειροποίητα κεραμικά τμήματα, απλώνεται στο δάπεδο σαν μια ραχοκοκαλιά που διατρέχει την αίθουσα και οργανώνει σχεδόν ασυνείδητα την κίνηση του επισκέπτη. Η επιφάνειά της φέρει αποτυπώματα από ρωγμές πεζοδρομίων, ενώ τα υαλώματα από στάχτη διατηρούν ίχνη από υλικά που έχουν ήδη εξαφανιστεί. Η σαρανταποδαρούσα, ένα πλάσμα που ζει κάτω από την επιφάνεια της γης, μετατρέπεται εδώ σε φορέα μιας αφήγησης όπου η φυσική ιστορία, η αρχαιολογία και η κεραμική συνυπάρχουν.
Το Nóema Craft Prize θα απονέμεται σε ετήσια βάση σε δημιουργούς των οποίων το έργο γεφυρώνει την παράδοση με τον πειραματισμό, διατηρώντας ζωντανή τη γνώση και τις τεχνικές του παρελθόντος, ενώ παράλληλα διερευνά νέες μορφές, υλικά και βιώσιμες πρακτικές. Με την ολοκλήρωση της έκθεσης στις 30 Ιουνίου, η Διεθνής Κριτική Επιτροπή θα ανακοινώσει τους νικητές της φετινής διοργάνωσης. Η επιτροπή αποτελείται από τους: Manuela Lucà-Dazio, Nicoletta Fiorucci, Amin Jaffer, Γεράσιμο Γιαννόπουλο, Κατερίνα Γρέγου, Ελίνα Κουντούρη και Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου.
Θα απονεμηθούν συνολικά τρία βραβεία. Το Μεγάλο Βραβείο (Nóema Craft Prize), που συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο €30.000, με στόχο την έμπρακτη υποστήριξη του δημιουργού για την εξέλιξη του έργου του, και δυο Ειδικές Μνείες (Special Mentions) που συνοδεύονται από το ποσό των €5.000 εκάστη.