Πώς βιώνεται η επιστροφή μιας παράστασης-θρύλου; Ο κορυφαίος μαέστρος που βρέθηκε με τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι στην Επίδαυρο πριν 20 χρόνια, η ερευνήτρια που μελετά επί χρόνια τη Μαρία Κάλλας και η διεθνής υψίφωνος που ερμήνευσε την Γλαύκη μιλάνε στο iefimerida
Στις 20 Ιουνίου η Εθνική Λυρική Σκηνή επανέφερε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου τη θρυλική παραγωγή της «Μήδειας» του Λουίτζι Κερουμπίνι, που είχε παρουσιαστεί το καλοκαίρι του 1961 με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο.
Ήταν η πρώτη φορά που επιχειρήθηκε μια τόσο εκτεταμένη αναβίωση μιας ιστορικής παραγωγής, με βάση το αυθεντικό σκηνοθετικό βιβλίο του Αλέξη Μινωτή, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη και το πολύτιμο αρχειακό υλικό που διασώθηκε από το Ωδείο Αθηνών, την Εθνική Λυρική Σκηνή και άλλους φορείς. 10.000 θεατές βρέθηκαν την Κυριακή στην παράσταση, ενώ τουλάχιστον 6.000 παρακoλούθησαν την γενική δοκιμή δυο μέρες πριν…
Η αναβίωση μιας ιστορικής παράστασης δεν κρίνεται μόνο από όσα συμβαίνουν πάνω στη σκηνή. Κρίνεται και από το πώς την αναγνωρίζουν όσοι κουβαλούν διαφορετικά είδη μνήμης. Ο Λουκάς Καρυτινός, ο γνωστός αρχιμουσικός και Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ) που είχε διευθύνει τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι στην Επίδαυρο πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια και παραδέχεται ότι ποτέ δεν τη θεωρούσε από τα αγαπημένα του έργα, βρέθηκε αυτή τη φορά βαθιά συγκινημένος από το αποτέλεσμα. Η Στέλλα Κουρμπανά, Έφορος Ιστορικού Αρχείου και Διευθύντρια του Κέντρου Ερευνών και Τεκμηρίωσης στο Ωδείο Αθηνών, η οποία επί δεκατρία χρόνια μελετά τα τεκμήρια της Μαρίας Κάλλας και της ιστορίας της ελληνικής όπερας, μας εξηγεί ότι οι μεγάλοι μύθοι δεν γεννιούνται, αλλά χτίζονται με δουλειά, γνώση και συλλογική δημιουργία, όπως ακριβώς συνέβη και με την ίδια την Κάλλας.
Από την άλλη πλευρά, η Δανάη Κοντόρα, μια νέα αλλά ήδη διεθνώς ανερχόμενη υψίφωνος, η νεότερη ερμηνεύτρια στην παράσταση στον ρόλο της Γλαύκης, περιγράφει πώς ο άνεμος, το φως, ακόμη και μια πεταλούδα που πέρασε μπροστά της έγιναν μέρος της ερμηνείας της. Τρεις διαφορετικές διαδρομές, τρεις διαφορετικές γενιές και τρεις μαρτυρίες που, η καθεμία από τη δική της σκοπιά, εξηγούν γιατί η επιστροφή της «Μήδειας» του Κερουμπίνι λειτούργησε όχι ως μία τελετή νοσταλγίας, αλλά ως μια παράσταση που απέκτησε νέα ημερομηνία αναφοράς.
Δανάη Κοντόρα: Μπήκα πρώτη στη σκηνή, πριν νυχτώσει και είδα 10.000 ανθρώπους απέναντί μου
«Η πρόταση να ερμηνεύσω την Γλαύκη έγινε πολλούς μήνες πριν. Στην αρχή μου έκανε τρομερή εντύπωση ότι η παράσταση θα παρουσιαζόταν στην Επίδαυρο, γιατί δεν είναι ένας χώρος που συνδέει κανείς αυτονόητα με την όπερα. Άρχισα να μελετώ τον ρόλο για να δω αν ήταν κατάλληλος για τη φωνή μου. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσα ότι δεν κάναμε απλώς μια νέα παραγωγή, αλλά μια ανασύνθεση ακριβώς εκείνης της ιστορικής παράστασης. Και όσο προχωρούσε η δουλειά, τόσο περισσότερο καταλάβαινα τα μεγέθη αυτού που πηγαίναμε να κάνουμε.
Όλη την εβδομάδα στην Επίδαυρο, πριν από τη γενική δοκιμή, κάναμε πρόβες με κοστούμια, εισόδους και εξόδους, για να δούμε πώς λειτουργούν όλα. Είχα πάει μία φορά πριν στην Επίδαυρο, μόνο ως μικρή, δεν ήταν χώρος που θυμόμουν ιδιαίτερα. Με το που πάτησα όμως σε αυτό το θέατρο, με έπιασε ένα δέος και μια συγκίνηση. Και ειδικά όταν βάλαμε τα κοστούμια, τις περούκες και το μακιγιάζ, ενώ είχε ακόμη φως, μυρίζαμε το χώμα, τα δέντρα, αντικρίζαμε το θέατρο. Ήταν απερίγραπτο.
Και δεν το συνήθισα ποτέ αυτό. Δεν είπα ούτε τη δεύτερη, ούτε την τρίτη μέρα «α, εδώ ήμουν και χθες». Ανακάλυπτα νέες λεπτομέρειες κάθε μέρα. Πριν από την πρόβα έκανα διαλογισμό μέσα στο θέατρο, κάπου ψηλά. Η ενέργεια είναι απερίγραπτη.
Στην πρώτη πρόβα με ορχήστρα υπήρχαν δυσκολίες. Ο χώρος δεν είναι χτισμένος για όπερα, όσο καλή ακουστική και αν έχει για το θέατρο. Δεν σκέφτηκε κανείς όταν χτίστηκε ότι θα βάλει μια ορχήστρα μαζί με τις φωνές. Ήταν μια δύσκολη ακουστική συνθήκη. Οι σολίστ χρειαστήκαμε δύο ή τρεις μέρες για να συνηθίσουμε αυτό που ακούμε εμείς, που είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που ακούγεται στις κερκίδες. Και το συνηθίσαμε όλοι μαζί την ίδια μέρα. Ενεργοποιήθηκε και η μνήμη του σώματος. Υπήρχαν όλα αυτά τα στάδια.
Ερμηνευτικά υπήρξαν κάποιες κορυφαίες στιγμές. Ξαφνικά φυσούσε ένας αέρας που προσέθετε όλα τα στοιχεία της φύσης, μια μαγική ενέργεια. Κάθε πρόβα ήταν διαφορετική. Είχαμε μία μέρα με πολλά σύννεφα και ένα μυστικιστικό φως. Η γενική δοκιμή ήταν ήδη η καλύτερή μας πρόβα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έγινε ένα κλικ εκείνη την ημέρα και όλο αυτό που είχαμε σε κομμάτια τις προηγούμενες μέρες έδεσε. Έγινε ένα δικό του κράμα. Αυτό που προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε στήθηκε.
Με μεγάλη χαρά πήγαμε στην παράσταση. Η πρώτη σκηνή είναι η δική μου και, επειδή εκείνη την ώρα είχε ακόμη φως, είχα την τύχη να δω όλη την κερκίδα γεμάτη κόσμο. Δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Ήταν ένα συναίσθημα απίστευτο. Ανατρίχιασα από την κορυφή ως τα νύχια. Προσπάθησα να κρατηθώ, να μη συγκινηθώ. Χρειάζεσαι άλλου είδους συγκέντρωση. Δεν μπορεί ο ίδιος να είναι θεατής της δουλειάς του. Πρέπει να είναι δημιουργός εκείνη την ώρα.
Και στην παράσταση είχαμε αέρα, έντομα, μια πεταλούδα πέταξε μπροστά μου και μου έδωσε κάτι ακόμη και για τον ρόλο μου. Ακόμη και ο αέρας, το πώς φυσούσε το φόρεμα, όλα έδιναν κάτι στον ρόλο, στη φωνή μας και στο χρώμα που βγάζαμε. Είναι αδύνατον να τα αγνοήσει κανείς.
Υπήρχαν στιγμές, για παράδειγμα, στην πρώτη πρόβα στην Αθήνα, που ήμουν μόνο εγώ με τον Παναγή Παγουλάτο. Στην αρχή κοιτούσαμε φωτογραφίες της παράστασης, εικόνες από τη σκηνή μου, το βιβλίο σκηνοθεσίας. Μετά όμως έπρεπε να απομακρυνθώ για να βρω τη δική μου θέση, τη δική μου χροιά και τον δικό μου ρόλο μέσα σε αυτό το έργο.»
Λουκάς Καρυτινός: Μαγικές στιγμές, σταθμός στην ιστορία της Λυρικής
«Ήταν μια μαγική στιγμή για εμένα. Δεν είχα δει την παράσταση του 1961 και δεν πίστευα ότι θα μπορούσε -έτσι όπως αναγγέλθηκε ότι θα αναβιώσουν τα σκηνικά και τα κοστούμια του Τσαρούχη και η σκηνοθεσία του Μινωτή- να λειτουργήσει με τόσο μοντέρνο τρόπο. Νόμιζα ότι θα δω κάτι πολύ παλιό. Και όμως, δεν ήταν καθόλου παλιό.
Έχω να πω ένα μεγάλο μπράβο στον σκηνοθέτη Παναγή Παγουλάτο, που κατάφερε να κινήσει όλο αυτό το τεράστιο πλήθος. Η απόδοση των συνόλων ήταν εξαιρετική, γιατί η Επίδαυρος είναι δύσκολος χώρος μουσικά. Τόσο η χορωδία όσο και η ορχήστρα είχαν ωραίες ισορροπίες. Μάλιστα, κάποια στιγμή τον Αγαθαγγέλο Γεωργακάτο (διευθυντής της Χορωδίας της Λυρικής) αν έχουν μικροφωνική ενίσχυση, και όμως όχι· απλώς είχαν περισσότερα μέλη στη χορωδία.
Ζήσαμε μαγικές στιγμές που θα γραφτούν στην ιστορία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.Ήταν από τις μοναδικές φορές που ήμουν στην Επίδαυρο και δεν έβλεπα να φεύγει κανείς από το πάνω διάζωμα. Πάντα υπάρχει μια συνεχής ροή. Όμως στις 20 Ιουνίου ήταν όλοι εκεί, δεν κουνήθηκε κανείς.
Όταν με ρωτάνε αν μου αρέσουν οι μοντέρνες ή οι παλιές σκηνοθεσίες. Η αλήθεια είναι ότι έχω δει στην όπερα παραστάσεις παραδοσιακής σκηνοθεσίας που βαριέμαι την ώρα και τη στιγμή που πήγα, άλλα το ίδιο έχει συμβεί και με μοντέρνες προσεγγίσεις.
Το δικό μου κριτήριο για να δω μια παράσταση όπερας είναι το κατά πόσο η παράσταση με συγκινεί. Και εδώ, συγκινήθηκα. Οι άριες ήταν συγκλονιστικές, ιδίως η άρια από την Έριδα με το σόλο φαγκότο, που έπαιξε πολύ ωραία.
Είχα διευθύνει τη Μήδεια του Κερουμπίνιτο 2007 στην Επίδαυρο με την Άννα Αντονάτσι, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Κόκκου. Δεν αγαπώ ιδιαίτερα αυτό το έργο, δεν κόβω τις φλέβες μου, πρέπει να πω. Το τεράστιο πρόβλημα που είχα εκείνη τη στιγμή ήταν η ατυχής έμπνευση του Γιώργου Λούκου να έχουμε μικρό σύνολο με παραδοσιακά ιστορικά όργανα. Ο ήχος ήταν ανεπαρκής για το μεγάλο θέατρο και δεν λειτούργησε τόσο πολύ μουσικά, ενώ στην παράσταση της 20ης Ιουνίου ήταν εξαιρετικός. Είναι μια παράσταση που δεν πρόκειται να ξεχάσω, μια παράσταση σταθμός για τη Λυρική.»
Στέλλα Κουρμπανά: Η Κάλλας έμαθε μέσα από τα λάθη της
«Κατέβηκα στην Επίδαυρο με το ενδιαφέρον της επαγγελματικής διαστροφής να δω πώς θα ήταν αυτή η παράσταση του 1961, αλλά και με το δεδομένο ότι δεν πρέπει να κάνουμε συγκρίσεις. Θα ήταν τεράστιο λάθος να συγκρίνει κανείς την Πιρότσι με την Κάλλας. Αδικο. Πηγαίνεις γνωρίζοντας ότι θα δεις μια ανασύνθεση και αφήνεσαι να ζήσεις την παράσταση του σήμερα, φέρνοντας στο νου κάποιες εικόνες και ήχους από το 1961.
Βίωσα μια μαγική εμπειρία. Όλα βρίσκονταν σε αρμονία. Το υπέροχο σκηνικό του Τσαρούχη ήταν τόσο οργανικά ενταγμένο στον χώρο, που πραγματικά δεν ήξερες πού τελείωνε το σκηνικό και πού ξεκινούσε η πέτρα της Επιδαύρου. Περνούσαμε δίπλα του μπαίνοντας στο θέατρο και το άγγιζε ο κόσμος για να δει από τι ήταν φτιαγμένο. Ο Τσαρούχης είχε σεβαστεί απόλυτα τον χώρο, το πνεύμα της εποχής και τη συνολική σύλληψη της παράστασης. Ακόμη και οι τάφροι της ορχήστρας ήταν προσεκτικά διαμορφωμένες. Ήταν όλα τόσο φροντισμένα.
Σε συνδυασμό με τη λιτή σκηνοθεσία και τη μουσική του Κερουμπίνι, που ακολουθούσε πιστά το γράμμα του έργου, είχα συχνά την αίσθηση ότι παρακολουθούσα μια αρχαία τραγωδία. Το συνειδητοποίησα όταν τελείωσε η παράσταση. Θεωρώ ότι ήταν ένα στοίχημα που πέτυχε.
Ο κόσμος ενθουσιάστηκε γιατί μας έχει λείψει να βλέπουμε παραστάσεις που συνομιλούν τόσο ουσιαστικά με τον χώρο της Επιδαύρου. Ακόμη και η ησυχία του τοπίου σε προδιαθέτει για διαφορετικούς ρυθμούς. Προσωπικά θα ήθελα να βλέπω μόνο παραστάσεις με φυσικό ήχο. Δεν χρειάζεται η ενίσχυση. Είχα την αίσθηση ότι μεταφέρθηκε ολόκληρο το τραγικό βάρος μιας όπερας που βασίζεται σε μύθο και τραγωδία. Το φυσικό τοπίο, ο φυσικός ήχος, το σκηνικό του Τσαρούχη, τα χρώματα που ήταν τόσο εναρμονισμένα, η λιτή σκηνοθεσία και η μουσική συνέβαλαν σε αυτό.
Ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη αναβίωση με συγκίνησε τόσο. Εδώ και δεκατρία χρόνια εργάζομαι με το Αρχείο του Ωδείου Αθηνών. Έχω σπουδάσει Θεατρολογία και στη συνέχεια μεταπήδησα στη Μουσικολογία, αφιερώνοντας την έρευνά μου στην ιστορία της μουσικής στην Ελλάδα. Μέσα από αυτή τη διαδρομή αναδείχθηκε και το κεφάλαιο της Μαρίας Κάλλας.
Με κάθε ευκαιρία υπενθυμίζω ότι αυτό το παγκόσμιο μέγεθος της όπερας σπούδασε μόνο στην Ελλάδα. Ξεκίνησε από το Εθνικό Ωδείο και συνέχισε στο Ωδείο Αθηνών. Αυτό με κινητοποίησε να ψάξω περισσότερο.
Προσωπικότητες όπως η Κάλλας θα έπρεπε να μας κάνουν να αναρωτιόμαστε τι υπήρχε γύρω τους. Είναι δυνατόν να ξεπήδησε από το πουθενά; Όχι. Υπήρχε παράδοση. Υπήρχαν σημαντικοί καλλιτέχνες την ίδια εποχή, για τους οποίους σήμερα γνωρίζουμε ελάχιστα. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που με γοήτευσε η έρευνα. Να ανακαλύψω όλα εκείνα τα σημαντικά πράγματα που συχνά αντιμετωπίζουμε μόνο ως ημερομηνίες και γεγονότα, χωρίς να αναζητούμε την ουσία τους.
Το Αρχείο του Ωδείου Αθηνών είναι ένας φορέας ιστορικής μνήμης. Αν το προσεγγίσουμε ως τέτοιο, μπορεί να μας αποκαλύψει πολλά. Σε σχέση με την Κάλλας, διαθέτουμε μαθητολόγια και τεκμήρια από τις σπουδές της, μοναδικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Μελετώντας τα, συνειδητοποιεί κανείς ότι η Κάλλας ξεκίνησε από ένα σημείο και έφτασε κάπου.
Στους επισκέπτες προσπαθώ να αναδείξω ακριβώς αυτό: ότι για να γίνει η Μαρία Κάλλας χρειάστηκε να προσπαθήσει, να μελετήσει, να κάνει λάθη, να σκοντάψει, να πέσει και να ξανασηκωθεί. Έχουμε ακόμη και το γραπτό της στην Αρμονία. Πέρασε και από θεωρητικά μαθήματα. Το γεγονός ότι έκανε λάθη, ότι έπρεπε να προσπαθήσει για να βελτιωθεί, είναι ίσως το πραγματικό μυστικό της επιτυχίας της. H Kάλλας δεν γενήθηκε, έγινε.
Η Κάλλας σπούδασε τραγούδι στο Ωδείο Αθηνών την περίοδο της Κατοχής. Φανταστείτε πόσο δύσκολο ήταν: πείνα, βομβαρδισμοί, καταφύγια, απαγόρευση κυκλοφορίας. Νομίζω ότι αυτή η εμπειρία τη σημάδεψε βαθιά και την έκανε να βλέπει την τέχνη ως κάτι που θα μπορούσε να την απελευθερώσει από όλα.
Θα ήθελα επίσης να θυμίσω ότι η ίδια η όπερα ως είδος γεννήθηκε από την προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας τραγωδίας. Ίσως οι δημιουργοί της Αναγέννησης να το είχαν κάπως έτσι στο μυαλό τους.»