Η Δήμητρα Γαλάνη συνέλαβε και επιμελήθηκε μια θεατρική συναυλία που μας έβαλε μέσα στον κόσμο της Μαριανίνας Κριεζή, με τη Σαβίνα Γιαννάτου και τον Γιάννη Παλαμίδα, νέες ενορχηστρώσεις και ένα σκηνικό σύμπαν που μοιάζει να γεννιέται μέσα από τους στίχους της.
Ένα τεράστιο ροζ φλαμίνγκο διασχίζει αργά τη σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, που σε λίγο θα γεμίσει πουλιά, ζώα, δέντρα, δάση, δωμάτια σαν από πίνακα του Βαν Γκογκ, δεκάδες καντηλάκια, εικόνες που εμφανίζονται η μία μέσα από την άλλη σαν να άνοιξε μπροστά μας ένα από εκείνα τα παλιά pop-up βιβλία της παιδικής ηλικίας, όπου με κάθε γύρισμα της σελίδας ένα κομμάτι χαρτί σηκωνόταν και αποκτούσε ξαφνικά τρεις διαστάσεις.
Κάπως έτσι μοιάζει να έχει στηθεί ο κόσμος της Μαριανίνας Κριεζή στο «Ακόμα κι αν φύγεις…», τη θεατρική συναυλία σε παραγωγή της Λυρικής που συνέλαβε και επιμελήθηκε η Δήμητρα Γαλάνη: απολύτως ρεαλιστικός και συγχρόνως ελάχιστα μετατοπισμένος από την πραγματικότητα, αρκετά ώστε ένα φλαμίνγκο να μπορεί να περπατήσει ανάμεσά μας χωρίς να αναρωτηθεί κανείς τι δουλειά έχει εκεί. Ίσως επειδή κάτι από αυτό είχε και η ίδια η Κριεζή, μια σπάνια ικανότητα να παρατηρεί τον πραγματικό κόσμο χωρίς να υποτάσσεται στους κανόνες του και να ανακαλύπτει μέσα στα πιο κοινά πράγματα την πρώτη ύλη μιας ιστορίας.
Με τη δύναμη του animation της Ειρήνης Βιανέλλη, ένα τηλέφωνο, μια γάτα, ένα φλιτζάνι τσάι, ένα βάζο με λουλούδια, μια πλατεία ή ένα δωμάτιο, όλα όσα περνούσαν στους στίχους της Κριεζή και αποκτούσαν εκεί μια δεύτερη ζωή, εμφανίζονται τώρα στη σκηνή, άλλοτε αστεία, άλλοτε παράξενα, συχνά μελαγχολικά, χωρίς η μελαγχολία να γίνεται βάρος.
Ένα ροζ γουρουνάκι διασχίζει τη σκηνή και η Σαβίνα Γιαννάτου τραγουδά τη «Ρόζα Ροζαλία», από τη «Λιλιπούπολη» (μουσική Νίκος Κυπουργός), το τραγούδι που η Δήμητρα Γαλάνη αναφέρει στο σημείωμά της ως «το κλειδί που της επέτρεψε να ξαναμπεί στον κόσμο της φίλης της». Η Γιαννάτου έχει πάντα αυτή την εντυπωσιακά διαυγή φωνή, με επίπεδα που δεν κατεβαίνουν προς κάποιο δραματικό βάθος αλλά μοιάζουν να ανυψώνονται, να ξεδιπλώνονται το ένα πάνω από το άλλο, και ήδη από τα πρώτα λεπτά γίνεται φανερό γιατί η συγκεκριμένη φωνή συνδέθηκε τόσο οργανικά με τη γραφή της Κριεζή.
Η Μαριανίνα Κριεζή κινούνταν με την ίδια ελευθερία από τα τραγούδια της παιδικής ηλικίας σε εκείνα που μιλούσαν για τον έρωτα, τον χωρισμό, τη μοναξιά και τη φθορά». Από τη «Λιλιπούπολη» ήδη φανέρωσε κάτι χαρακτηριστικό της γραφής της: την ελευθερία να αντιμετωπίζει μια λέξη σαν παιχνίδι, να φτιάχνει απροσδόκητες ομοιοκαταληξίες ή να καταργεί χωρίς δεύτερη σκέψη τους κανόνες της ρίμας, να δίνει προσωπικότητα σε ζώα και αντικείμενα, να αφήνει το παράλογο να μπαίνει στην καθημερινότητα χωρίς να ζητά εξηγήσεις. Αργότερα, όταν άρχισε να γράφει για τον έρωτα, τον χωρισμό, τη μοναξιά, τον χρόνο, ακόμη και τη φθορά, αυτή η γλωσσική ελευθερία παρέμεινε εκεί, μόνο που τα θέματα είχαν ενηλικιωθεί μαζί της.
Σε κάποιο σημείο της παράστασης προβάλλεται παλιό τηλεοπτικό απόσπασμα με την Κριεζή, να μιλά για «την τρυφερότητα, που και αυτή την πληρώνεις». Είναι μια λέξη που εξηγεί πολλά για τη στιχουργική της, αρκεί να μην την ταυτίσει κανείς με τη γλυκύτητα. Η τρυφερότητα της Κριεζή είχε χιούμορ, ειρωνεία, κάποτε και μια μικρή αγριότητα, επειδή αναγνώριζε πολύ καλά ότι οι άνθρωποι εγκαταλείπουν, πληγώνουν, βαριούνται, μεγαλώνουν, χωρίζουν. Απλώς δεν έχανε ποτέ το ενδιαφέρον της γι’ αυτούς.
Αυτό φαίνεται υπέροχα στο «Batida de Coco» (μουσική Λάκης Παπαδόπουλος), όπου ένας χωρισμός γίνεται μια μικρή ιστορία με πρωταγωνίστρια τη Φρίντα, ένα μπαρ, καρδιές που επιστρέφουν σε κακό χάλι και ένα εξωτικό ποτό. Η περίφημη καρδιά που δεν δανείζεται «με τόκο» είναι μια χαρακτηριστική κίνηση της Κριεζή: παίρνει το λεξιλόγιο μιας οικονομικής συναλλαγής και το βάζει μέσα σε μια ερωτική απογοήτευση, για να φτάσει τελικά στο «χαλάλι». Ο πόνος δεν εξαφανίζεται, αλλά αλλάζει κλίμακα και γίνεται διαχειρίσιμος.
Όταν το «Batida de Coco» ακούγεται στη Λυρική από τη Γαλάνη, τη Γιαννάτου και τον Γιάννη Παλαμίδα μαζί, η αίθουσα αρχίζει να τραγουδά. Το τραγούδι βρίσκεται ήδη αποθηκευμένο στη μνήμη των ανθρώπων που κάθονται εκεί, όπως συμβαίνει με αρκετά από τα τραγούδια της Κριεζή, που έχουν ξεκολλήσει εδώ και χρόνια από τον χρόνο της πρώτης κυκλοφορίας τους.
Πολύ διαφορετικό είναι το σύμπαν του «Σαμποτάζ» (μουσική Λένα Πλάτωνος), του δίσκου του 1981 που υπήρξε μία από τις πιο τολμηρές συναντήσεις της Κριεζή με έναν συνθέτη και στον οποίο οι φωνές ήταν εξαρχής η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Γιάννης Παλαμίδας. Σαράντα πέντε χρόνια μετά, οι δυο τους βρίσκονται πάλι στη σκηνή, όχι ως νεότεροι ερμηνευτές που επισκέπτονται ένα ιστορικό υλικό, αλλά ως οι φωνές που το πρωτοτραγούδησαν.
Ο Παλαμίδας στο «Σαμποτάζ» είναι συγκλονιστικός, ο άνθρωπος που το πρωτοτραγούδησε το φέρνει στη σκηνή χωρίς να προσπαθεί να προστατεύσει μια παλιά ανάμνηση. Στους στίχους της Κριεζή συνυπάρχουν οι ενοχές, τα «αραχνιασμένα παραμύθια», μια κοινωνία σχεδόν μηχανική και η εικόνα παιδιών ενός παράξενου μέλλοντος, και αυτή η μετάβαση από το παραμύθι σε έναν κόσμο που τότε έμοιαζε επιστημονική φαντασία κάνει το τραγούδι να κινείται προς δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα.
Στο «Κοπερτί» (μουσική Λένα Πλάτωνος), από τον ίδιο δίσκο, φαίνεται μια άλλη πλευρά της γραφής της. Η Κριεζή χρησιμοποιεί μια λέξη που παραπέμπει σε παιδικό λαχνίσματα για να μιλήσει για κάτι απολύτως ενήλικο, για την επίγνωση ότι ο έρωτας περνά μέσα από τον χρόνο και ότι η φθορά είναι μέρος της ζωής του. Το παιδικό λεξιλόγιο και η ενήλικη γνώση δεν συγκρούονται στους στίχους της, συνυπάρχουν, και ίσως γι’ αυτό τόσα τραγούδια της μπορούν να επιστρέφουν σε διαφορετικές ηλικίες του ίδιου ακροατή και κάθε φορά να σημαίνουν κάτι άλλο.
Οι νέες ενορχηστρώσεις του Σεραφείμ Γιαννακόπουλου και του Αντώνη Σουσάμογλου δεν αντιμετωπίζουν το υλικό σαν κάτι που πρέπει να διατηρηθεί στην αρχική του συσκευασία, ενώ η σκηνοθετική επιμέλεια της Κατερίνας Πετσατώδη και κυρίως το animation της Ειρήνης Βιανέλλη δίνουν ορατή μορφή στην εικονοποιία των στίχων.
Ακόμη και ένα τηλεφώνημα αρκεί στο «Δεν έχω χρόνο» (μουσική Μιχάλης Χατζηγιάννης). Η ιστορία ξεκινά από κάτι απολύτως καθημερινό: ένας άνθρωπος τηλεφωνεί ύστερα από έναν χωρισμό και η γυναίκα που βρίσκεται στην άλλη άκρη προσπαθεί να κρατήσει την απόσταση που έχει με κόπο δημιουργήσει. Η Σαβίνα Γιαννάτου το τραγουδά στη συγκεκριμένη παράσταση με έναν τρόπο που αφαιρεί από το τραγούδι την εξοικείωση της μεγάλης επιτυχίας και επαναφέρει στο προσκήνιο την ιστορία του. Το «δεν έχω χρόνο για άλλο πόνο» δεν χρειάζεται ποιητικό λεξιλόγιο για να λειτουργήσει και αυτή ακριβώς η απλότητα δείχνει μια ακόμη ικανότητα της Κριεζή, να αλλάζει γλωσσικό ένδυμα ανάλογα με τον συνθέτη και τον ερμηνευτή χωρίς να χάνει το προσωπικό της βλέμμα.
Η γυναίκα που έγραψε τη «Ρόζα Ροζαλία» μπορούσε να βρεθεί στον ηλεκτρονικό, πρωτοποριακό κόσμο της Πλάτωνος, να γράψει για την Αρλέτα, τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Χατζηγιάννη, ακόμη και το «Ένα λεπτό περιπτερά» για τον Στράτο Διονυσίου, (που δεν ακούστηκε στην παράσταση). Άλλαζε γλώσσα ανάλογα με τον συνθέτη και τον ερμηνευτή, χωρίς να χάνει εκείνο που αναγνωρίζεις ως δικό της: την ιστορία, τη λεπτομέρεια, το χιούμορ, την τρυφερότητα και την ξαφνική μετατόπιση του καθημερινού προς κάτι απρόβλεπτο.
Και ύστερα έρχονται τα «Ήσυχα βράδια» (μουσική Λάκης Παπαδόπουλος), το τραγούδι της Αρλέτας από το οποίο δανείστηκε η παράσταση τον τίτλο της. Εδώ νιώθεις την αίθουσα να βουλιάζει στο τραγούδι, ενώ η σκηνή περιστρέφεται και γεμίζει σαπουνόφουσκες, σαν αυτές που φυσούσαμε παιδιά μέσα από το μικρό πλαστικό στεφάνι. Η παιδικότητα και η ευθραυστότητα της εικόνας βρίσκονται πολύ κοντά στον τρόπο της Κριεζή να μιλά για την απουσία χωρίς να τη μετατρέπει σε δράμα, να βάζει τον «γύρο του κόσμου» δίπλα σε ένα ήσυχο βράδυ και μια μεγάλη ερωτική υπόσχεση μέσα στην καθημερινή ζωή μιας πόλης.
Η Δήμητρα Γαλάνη, η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Γιάννης Παλαμίδας εκπροσωπούν τρεις διαφορετικές φωνητικές περιοχές και, μαζί, τρεις διαφορετικές σχέσεις με αυτό το υλικό, ενώ το μουσικό σύνολο και η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ διευρύνουν την αίσθηση ότι τα τραγούδια περνούν από ηλικία σε ηλικία.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το αφιέρωμα «Ακόμα κι αν φύγεις…» αποφεύγει την πιο εύκολη παγίδα ενός αφιερώματος σε έναν δημιουργό που έχει φύγει, τη νοσταλγία ως αυτοσκοπό, και κρατά διαρκώς τη συνείδηση του πόσο σύγχρονη παραμένει η γραφή της Κριεζή, πόσο λίγο εξαρτάται από την εποχή στην οποία γράφτηκε και πόσο εύκολα ένα τραγούδι σαράντα πέντε ετών μπορεί, με άλλη ενορχήστρωση και την ίδια φωνή, να φτάσει στο σήμερα χωρίς να χρειάζεται επεξηγηματική υποσημείωση.
Νωρίς το επόμενο πρωί βρίσκομαι στο αυτοκίνητο, στον ασφυκτικά κολλημένο Κηφισό, με κορναρίσματα, φρένα, μηχανάκια ανάμεσα στις λωρίδες και αυτοκίνητα ακίνητα το ένα πίσω από το άλλο, και πιάνω τον εαυτό μου να τραγουδά «Batida de Coco». Η κίνηση δεν έχει αλλάξει, ο Κηφισός παραμένει Κηφισός, αλλά εγώ είμαι κάπως καλύτερα. Θα έπρεπε να συνταγογραφούνται βραδιές σαν κι αυτή.
Επόμενες παραστάσεις στις 3, 4 και 7 Οκτωβρίου.