Μπαίνεις στην γκαλερί Hauser & Wirth και ακούς μια γυναίκα να τραγουδά «She Abandoned Me». Αυτό το τραγούδι θα σε ακολουθήσει παντού: στα γλυπτά, στις στοίβες, στις ρωγμές, στην αφαίρεση. Η έκθεση της Λουίζ Μπουρζουά είναι μια διαδρομή μέσα στον φόβο της εγκατάλειψης, με έργα που δεν έχουμε δει ξανά.
Έχουν ανοίξει οι ουρανοί, είναι Σάββατο, και οι δρόμοι με τις γκαλερί στο Τσέλσι είναι γεμάτοι κόσμο που αψηφά τη δυνατή βροχή. Μπαίνω στην Ηauser & Wirth, κλείνω την ομπρέλα και ήδη ακούω μια γυναικεία φωνή που τραγουδά κάπως σαν να σπαράζει όμως για τη solitude vibration. Τη δόνηση της μοναξιάς.
Στο ισόγειο -τον έναν από τους δύο ορόφους όπου απλώνεται η απρόσμενη έκθεση με έργα που δεν έχουμε ξαναδεί της Λουίζ Μπουρζουά- το φιλμ με την περφόρμανς της «Α Fashion Show of Body Parts» (1978) προβάλλεται στον έναν τοίχο και η φωνή της ηθοποιού Σούζαν Κούπερ τραγουδά το «She Abandonded Me».
Εδώ η Μπουρζουά, πέρα από τις τεράστιες αράχνες και τις φαλλικές εκφράσεις, η Μπουρζουά του μονίμως ανοιχτού τραύματος για τη σχέση με τη μητέρα και το ανήκειν, αποκαλύπτεται με έναν τρόπο τρυφερό, ουσιαστικό, βαθύ, ψυχολογικά και συναισθηματικά μεγαλειώδη. Το «She Abandoned Μe» γίνεται ο ρυθμός της έκθεσης «Collecting Wool» και θυμάμαι το κείμενο όπου η Μπουρζουά έγραφε: «Γεννήθηκα ανήμερα τα Χριστούγεννα· η μητέρα μου ζητούσε συγγνώμη και ο γιατρός τής είπε: “Κυρία Μπουρζουά, χαλάτε τη γιορτή μου”. Ήμουν μπελάς. Όταν γεννήθηκα, με εγκατέλειψαν τελείως». Το «She Abandoned Me» δεν είναι, λοιπόν, μια θεματική επιλογή. Είναι βιογραφική συνθήκη.
Απέναντι από το φιλμ, το «Twosome» (1991) λειτουργεί σαν γλυπτική μηχανή αυτού του τραύματος. Δύο μεταλλικοί όγκοι -ο ένας μικρότερος, ο άλλος μεγαλύτερος- κινούνται αδιάκοπα, με τον μικρό να εισέρχεται και να εξέρχεται από τον μεγάλο. Η Μπουρζουά έχει μιλήσει ξεκάθαρα: εδώ πρόκειται για τη σχέση μητέρας-παιδιού. Όχι ως δεσμό τρυφερότητας, αλλά ως σύστημα εξάρτησης και επανάληψης. Η κίνηση δεν οδηγεί πουθενά. Όπως και το τραύμα.
Αυτό το τραύμα, όμως, δεν γεννιέται μόνο από τη μητέρα. Ο πατέρας είναι πανταχού παρών. Η ίδια θυμόταν ως παιδί να πλάθει λευκό ψωμί σε μορφή του πατέρα της και να κόβει αργά, με μαχαίρι, τα χέρια και τα πόδια του. Τη χαρακτήρισε αργότερα «την πρώτη μου γλυπτική λύση». Η τέχνη, από την αρχή, ως εκτόνωση. «Η τέχνη είναι εξορκισμός. Είναι εργαλείο επιβίωσης», έλεγε.
Ο πατέρας της, ο Λουί Μπουρζουά, εγκαθιστά τη σχέση του με την Αγγλίδα ερωμένη του, τη Σέιντι, μέσα στο σπίτι, όπου την έφερε να γίνει δασκάλα της μικρής Λουίζ. Για δέκα χρόνια. Εξαφανίζεται για εβδομάδες με το αυτοκίνητο, χωρίς εξηγήσεις. «Κάποτε πέθανε η μητέρα του ενώ εκείνος περιπλανιόταν στην Ισπανία και δεν είχαμε τρόπο να τον ειδοποιήσουμε», θυμόταν.
Η μητέρα της, αντίθετα, παρουσιάζεται ως φιγούρα αντοχής: εργατική, σταθερή, υπεύθυνη για την αποκατάσταση των ταπισερί. «Δεν φοβόταν καθόλου την εγκατάλειψη. Δεν απειλούνταν. Αλλά εμένα με επηρέασε. Από τότε ζω με το τραύμα της εγκατάλειψης».
Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στον άστατο, υποκριτικό πατέρα και στη σιωπηλή, ανθεκτική μητέρα διατρέχει όλη την έκθεση. Στα έργα του ισογείου -«Untitled (With Hand)» (1989), «Mamelles» (1991), «Gathering Wool» (1990)- κυριαρχεί η χειρονομία του προβάλλω, στάζω, ξεπροβάλλω. Ένα χέρι βγαίνει από μια σφαίρα. Νερό τρέχει από μπρούτζινα στήθη. Μανιτάρια φυτρώνουν από ρωγμές ξύλου. Είναι μορφές που βρίσκονται στο κατώφλι: ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, στο προστατευμένο και στο εκτεθειμένο. Η ίδια ψυχική κατάσταση που γεννά την κραυγή «She Abandoned Me» γεννά και αυτά τα «αφηρημένα» συμβάντα.
Η σχέση της Μπουρζουά με τα υλικά φωτίζει ακόμη περισσότερο αυτή τη σύνδεση. Ο πατέρας της συνέλεγε γλυπτά κήπου του 17ου και του 18ου αιώνα, μορφές ηθικών αρετών από την αρχαιότητα. Πηνελόπες, Ηρακλήδες. «Την απατούσε κάθε φορά που μπορούσε και γύριζε με μια συγγνώμη, πάντα με τη μορφή ενός αγάλματος πιστής συζύγου», έλεγε με πικρία.
Στο ισόγειο της «Hauser & Wirth» δεσπόζει το έργο που λειτουργεί ως ψυχικός και εννοιολογικός πυρήνας ολόκληρης της έκθεσης: «Gathering Wool» (1990). Πρόκειται για μια εγκατάσταση αποτελούμενη από επτά μεγάλες ξύλινες σφαίρες, τοποθετημένες κυκλικά μπροστά από ένα υψηλό, ημικυκλικό παραβάν τεσσάρων πάνελ. Από τις ρωγμές του ξύλου ξεφυτρώνουν μικρά μανιτάρια οργανικά, απρόβλεπτα, σχεδόν αδιάφορα προς την ανθρώπινη τάξη.
Ο τίτλος «Gathering Wool» παραπέμπει στην αγγλική έκφραση που σημαίνει ονειροπόληση, περιπλάνηση του νου, παύση από τη συνειδητή, σκοποκεντρική σκέψη. Οι σφαίρες είναι βαριές, φθαρμένες, τραυματισμένες. Λειτουργούν ως σωματοποιημένες σκέψεις που επιστρέφουν κυκλικά στον εαυτό τους. Σαν τα γλυπτά κήπου του πατέρα της. Στον ίδιο χώρο το «Le Défi I»I (1992), ένα μεταλλικό ντουλάπι, με αντικείμενα από γυαλί προσεκτικά τοποθετημένα στα ράφια, ενώ το φως αναδύεται από το εσωτερικό. Το φως υποδηλώνει μνήμη, επίγνωση, αλλά και ευαλωτότητα. Το έργο ακροβατεί ανάμεσα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, στο αποθηκευμένο και στο αποκαλυπτόμενο.
Στον πέμπτο όροφο, όπου κυριαρχούν οι αφηρημένες, στοιβαγμένες μορφές, όλα αυτά μεταφράζονται σε δομή. Η στοίβαξη γίνεται πράξη επιβολής τάξης. Η επανάληψη δηλώνει εμμονή. Η επισφαλής ισορροπία δηλώνει φόβο. Όπως έγραφε η ίδια, «κάθε μέρα πρέπει είτε να εγκαταλείπεις το παρελθόν είτε να το αποδέχεσαι. Αν δεν μπορείς να το αποδεχθείς, γίνεσαι γλύπτης».
Mεταφερόμαστε από τη μηχανική επανάληψη του ισογείου (Twosome, She Abandoned Me) προς την αυστηρότερη αφαίρεση. Εδώ, τα έργα δεν αφηγούνται γραμμικά. Το παρελθόν προβάλλει στο παρόν, το μέσα γίνεται έξω, το σώμα γίνεται ψυχισμός.
Η Μπουρζουά δεν προσπαθεί να κλείσει το τραύμα. Το αφήνει να εμφανίζεται, να στάζει, να προεξέχει. Και μέσα από αυτή την επιμονή, η έκθεση αποκαλύπτει κάτι ουσιώδες: ότι η αφαίρεση, στο έργο της, δεν είναι φυγή από τη βιογραφία, αλλά ο πιο ακριβής τρόπος να τη φέρει στην επιφάνεια.
Έτσι, η έκθεση «Gathering Wool» δεν διαχωρίζει τη ζωή από το έργο, ούτε τη μορφή από την αφαίρεση. Δείχνει πώς η Μπουρζουά χρησιμοποίησε κάθε υλικό -ξύλο, μάρμαρο, μέταλλο, φωνή, χαρτί- για να επανέρχεται ξανά και ξανά στο ίδιο ψυχικό σημείο. Κατάφερε, έτσι, να το αντέξει.