Από ένα χωράφι της Ευρωπού, όπου βρέθηκε θαμμένος για αιώνες, o κούρος της Ευρωπού βρήκε στέγη σε ένα μουσείο και από εκεί βρέθηκε στα χέρια αρχαιοκαπήλων, σε έναν οίκο δημοπρασιών της Γερμανίας, και ξανά πίσω στην Ελλάδα.
Ο κούρος της Ευρωπού έχει διανύσει μια διαδρομή που περιλαμβάνει την αρχαία ταφική παράδοση της Μακεδονίας, την αρχαιοκαπηλία, τον βανδαλισμό, τον επαναπατρισμό και την αποκατάσταση, πριν φτάσει σήμερα ένα βήμα πριν από τη νέα του θέση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κιλκίς. Εκεί, το 2027, πρόκειται να αποτελέσει το κεντρικό έκθεμα της αίθουσας με τα ταφικά μνημεία, σε ειδικά σχεδιασμένη αντισεισμική βάση.
Είναι ο μοναδικός σχεδόν ακέραιος κούρος που έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα στον μακεδονικό χώρο και ένα από τα ελάχιστα γλυπτά της Αρχαϊκής Εποχής που έχουν διασωθεί από την περιοχή. Η ιστορία του, από τη δημιουργία του στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. έως την επιστροφή του στην Ελλάδα, την αποκατάσταση και την προετοιμασία του για τη νέα του έκθεση, αποκαλύπτει στοιχεία για την τέχνη, τις ταφικές πρακτικές και την κοινωνία της αρχαίας Μακεδονίας, αλλά και για την περιπέτεια της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Την ιστορία του κούρου της Ευρωπού αφηγήθηκαν στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κιλκίς, δρ Γεωργία Στρατούλη, ο προϊστάμενος του Τμήματος Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, δρ Νεκτάριος Πουλακάκης, και ο αρχαιολόγος της ΕΦΑ Κιλκίς, δρ Αλέξανδρος Βουβουλής.
Από το χωράφι, στο... μουσείο
Ο κούρος εντοπίστηκε το 1967, κατά την άροση ενός αγροτεμαχίου στην Ευρωπό, περίπου ένα χιλιόμετρο βορειοανατολικά του λόφου της ακρόπολης της αρχαίας πόλης, και μεταφέρθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κιλκίς. Στην ευρύτερη περιοχή είχαν εντοπιστεί κατά το παρελθόν τάφοι, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, γεγονός που έχει οδηγήσει στην υπόθεση ότι το άγαλμα συνδεόταν με ταφικό μνημείο.
Η κ. Στρατούλη διατηρεί, ωστόσο, επιφυλάξεις ως προς τη σύνδεση της συγκεκριμένης θέσης εύρεσης με την αρχική θέση του γλυπτού. Αυτό που θεωρείται βέβαιο είναι ότι ο κούρος είχε δημιουργηθεί ως σήμα επιτύμβιου μνημείου, πιθανότατα για έναν εξέχοντα νεκρό της τοπικής αριστοκρατίας.
Το έργο χρονολογείται στη μετάβαση από τον 6ο στον 5ο αιώνα π.Χ. και πιθανότατα προέρχεται από παριανό εργαστήριο. Στη χρονολόγηση και στην προέλευσή του συνηγορεί, μεταξύ άλλων, το λευκό, χονδρόκοκκο μάρμαρο με την κιτρινωπή πατίνα, το οποίο προέρχεται από τη Θάσο. Η χρήση ενός τόσο ακριβού μαρμάρινου γλυπτού ως επιτύμβιου σήματος παραπέμπει στην προσπάθεια της τοπικής αριστοκρατίας να υιοθετήσει πρότυπα που ήταν διαδεδομένα σε περιοχές νοτίως του Ολύμπου.
Ο κούρος έχει ύψος 1,78 μέτρα και είναι φυσικού μεγέθους ή ελάχιστα μεγαλύτερος. Απεικονίζει μια όρθια, γυμνή ανδρική μορφή στον χαρακτηριστικό τύπο του κούρου, με ελαφριά συστροφή προς τα δεξιά. Τα χέρια είναι κολλημένα στον κορμό έως τους αγκώνες, ενώ οι κλειστές γροθιές φτάνουν λίγο κάτω από το μέσον των μηρών.
Το πρόσωπο είναι μακρόστενο, τα μάτια αμυγδαλόσχημα και σχετικά στενά, ενώ τα αυτιά τοποθετούνται πλάγια, κάτω από την ευθεία των ματιών. Το αρχαϊκό μειδίαμα διακρίνεται αδρά, πιθανότατα λόγω της διάβρωσης της επιφάνειας του γλυπτού. Στην πίσω όψη διακρίνεται η πλαστικά διαμορφωμένη σπονδυλική στήλη, ενώ αποδίδονται πλαστικά και τα γόνατα και οι κνήμες.
Από το άγαλμα απουσιάζουν τα κάτω άκρα έως το ύψος των αστραγάλων και το δεξί άκρο χέρι, ενώ έχουν αποκρουστεί το αριστερό γόνατο, τμήμα του πιγουνιού και η μύτη.
Το κράνος που δεν σώθηκε
Ένα ιδιαίτερο στοιχείο του γλυπτού βρίσκεται στην κεφαλή. Εκεί διακρίνεται μια πλαστικά αποδοσμένη λοξή γραμμή, η οποία περνά από το άνω τμήμα του μετώπου, πάνω από τα αυτιά και πίσω από τον αυχένα, σχηματίζοντας ένα είδος καλύμματος.
Η διαμόρφωση αυτή συνδέεται πιθανότατα με ένθετο χάλκινο κράνος ιλλυρικού τύπου, το οποίο μπορεί να στερεωνόταν με τον ιμάντα των παραγναθίδων ή και στην κορυφή της κεφαλής. Η παρουσία του κράνους εκτιμάται ότι τόνιζε την πολεμική αρετή του νεκρού. Αντίστοιχα κράνη έχουν εντοπιστεί ως κτερίσματα σε ταφές της ευρύτερης περιοχής, μεταξύ άλλων στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και στο Αρχοντικό Πέλλας.
Το μαρμάρινο σήμα και το χάλκινο κράνος που έφερε αρχικά αποτελούσαν στοιχεία ενός μνημείου που αναδείκνυε την κοινωνική θέση και την πολεμική αρετή του νεκρού, ενώ παράλληλα μαρτυρούν την προσπάθεια της τοπικής αριστοκρατίας να ακολουθήσει τα πρότυπα των πλούσιων ταφικών μνημείων των νοτιότερων περιοχών του ελληνικού κόσμου.
Η κλοπή, ο βανδαλισμός και ο επαναπατρισμός
Η περιπέτεια του κούρου, όμως, δεν σταμάτησε στην αρχαιότητα. Το 1978 έπεσε θύμα κλοπής και βανδαλισμού. Οι δράστες τον τεμάχισαν επιτόπου στον λαιμό, τη μέση και τα γόνατα, προκειμένου να διευκολύνουν τη μεταφορά του. Τελικά κατάφεραν να αφαιρέσουν μόνο την κεφαλή, η οποία εντοπίστηκε σε οίκο δημοπρασιών στη Γερμανία. Το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού τη διεκδίκησε και ο επαναπατρισμός της πραγματοποιήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1981.
Η επιστροφή της κεφαλής ήταν μόνο το πρώτο βήμα για να αποκατασταθεί ο κούρος και να επιστρέψει στη θέση του. Στο Μουσείο Θεσσαλονίκης ανέλαβαν την αποκατάστασή του ο γλύπτης Τριάντης, ο τεχνίτης Καρδάμης και άλλοι εργαζόμενοι της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, υπό την επίβλεψη του αρχαιολόγου Γεωργίου Δεσποίνη, ειδικού στα γλυπτά.
Τη διαδικασία περιγράφει ο αρχαιολόγος Φώτιος Πέτσας στο «Κιλκισιακό Ημερολόγιο 1984», αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι στο έργο της αποκατάστασης συμμετείχαν «οι καλύτεροί μας από το επιστημονικό, καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας». Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, γράφει, «λουσμένο και χτενισμένο» το μαρμάρινο γλυπτό μεταφέρθηκε και στήθηκε στο Μουσείο Κιλκίς.
Η αποκατάσταση εκείνη εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος. Πρόσφατα πραγματοποιήθηκε γεωφυσική σάρωση με τη μέθοδο του γεωραντάρ (Ground Penetrating Radar) από τον γεωλόγο Μ. Πουλτσίδη, με σκοπό τη διερεύνηση πιθανών εσωτερικών ρωγμώσεων που δεν ήταν ορατές, αλλά και της πιθανής παρουσίας μεταλλικών ράβδων στις ενώσεις των τμημάτων του κούρου, οι οποίες ενδέχεται να είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την αποκατάστασή του.
Από τη μελέτη προέκυψε ότι οι εργασίες αποκατάστασης ήταν «πολύ ακριβείς και έντεχνες» και δεν διαπιστώθηκαν ρωγμώσεις στο εσωτερικό του γλυπτού. Πιθανότατα, ωστόσο, έχουν τοποθετηθεί μεταλλικές ράβδοι στις κνήμες, στη μέση και στον λαιμό του, δηλαδή στα σημεία συγκόλλησης των τμημάτων.
Έκτοτε, ο κούρος αποτελεί αναγνωρίσιμο έργο της αρχαίας πλαστικής της Μακεδονίας και έχει παρουσιαστεί σε πλήθος μελετών και δημοσιεύσεων.
Η ιστορία του έχει καταγραφεί κατά καιρούς σε περιοδικά και εφημερίδες, ενώ η παρουσία του στην περιοχή υπήρξε καθοριστική και για την ίδια την ιστορία της αρχαιολογικής έρευνας στο Κιλκίς. Ο κούρος της Ευρωπού, μαζί με τα αγάλματα του Ηρώου του Παλατιανού, που επίσης βρέθηκαν το 1967, αποτέλεσαν την αφορμή για τη δημιουργία του πρώτου Αρχαιολογικού Μουσείου Κιλκίς, το οποίο άνοιξε για τους επισκέπτες το 1971.
Το νέο μουσείο με την περίοπτη θέση του κούρου και οι περίπατοι μνήμης την ερχόμενη Κυριακή
Σήμερα, ο κούρος βρίσκεται μπροστά σε μια ακόμη αλλαγή. Το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Κιλκίς, έπειτα από προγράμματα αναβάθμισης, μελέτες και εργασίες που διήρκεσαν περίπου δέκα χρόνια, προγραμματίζεται να ανοίξει για το κοινό το 2027.
Ο κούρος θα αποτελέσει κεντρικό έκθεμα στην αίθουσα με τα ταφικά μνημεία, ακριβώς απέναντι από την είσοδο του μουσείου. Και αυτή τη φορά, η προστασία του βρίσκεται στο επίκεντρο του σχεδιασμού. Για την ασφαλή έκθεσή του δημιουργήθηκαν ειδική αντισεισμική βάση και ειδικό σύστημα στήριξης, μετά από εξειδικευμένες μελέτες, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος πτώσης του σε περίπτωση σεισμού.
Η πρόσφατη γεωφυσική έρευνα έρχεται να προστεθεί σε αυτή την προσπάθεια, δίνοντας περισσότερα στοιχεία για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα το γλυπτό και για τον τρόπο με τον οποίο είχε αποκατασταθεί πριν από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.
Από τον κούρο της Ευρωπού έως τα παλιά σπίτια και τα τοπόσημα του Άνω Θεοδωρακίου, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Κιλκίς στρέφει αυτές τις ημέρες το βλέμμα σε διαφορετικές εκφάνσεις της πολιτιστικής κληρονομιάς του νομού. Την ερχόμενη Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η μνήμη περνά από το αρχαιολογικό εύρημα στον ίδιο τον τόπο και στους ανθρώπους του, με τη δράση «Περίπατοι μνήμης, μια ολόκληρη ζωή».
Στις 11 το πρωί, κάτοικοι και επισκέπτες θα περιηγηθούν στα δρομάκια, τις πλατείες και τα τοπόσημα του παλιού οικισμού των Κρουσσίων, ενώ ηλικιωμένοι κάτοικοι θα μοιραστούν μνήμες από την περασμένη εποχή. Τα παλιά σπίτια, το σχολείο και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που διατηρούνται στον οικισμό, θα αποτελέσουν σημεία μιας περιήγησης στις συλλογικές και προσωπικές ιστορίες του τόπου.
Η δράση πραγματοποιείται στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς 2026, με θέμα «Κληρονομιά σε κίνδυνο, αναβίωση, ανθεκτικότητα, αναστοχασμός», και επιχειρεί να φέρει στο επίκεντρο έναν οικισμό με ιστορία περισσότερων από δύο αιώνων, τις μνήμες των ανθρώπων του και τα κτίρια που εξακολουθούν να μαρτυρούν την παρουσία μιας κοινότητας που σήμερα αριθμεί λίγους κατοίκους.
ΑΠΕ-ΜΠΕ