Με ένα από τα πιο διαχρονικά και συγκινητικά έργα του λυρικού ρεπερτορίου, την όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη», ταξίδεψε το Μέγαρο Μουσικής στην Αρχαία Μεσσήνη.
Συγκεκριμένα παρουσιάστηκε η εκδοχή του Μπερλιόζ, ο οποίος με απόλυτο σεβασμό στο πρότυπο του Γκλουκ συνδύασε τις δύο αυθεντικές εκδοχές του 1762 και 1774 και μάγεψε το κοινό που ταξίδεψε το βράδυ του Σαββάτου μέχρι το εντυπωσιακό Αρχαίο Θέατρο της Μεσσήνης.
Ενθουσίασε η Καμεράτα υπό τον Γιώργο Πέτρου
Επιστρέφοντας στον εμβληματικό αρχαιολογικό χώρο για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και η καταξιωμένη Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, υπό τον διεθνούς φήμης μαέστρο Γιώργο Πέτρου, παρουσίασαν και φέτος κάτι μοναδικό.
Με τη συνδρομή των διακεκριμένων σολίστ Teresa Iervolino, Μαρίας Κοσοβίτσα και Μαριλένας Στριφτόμπολα και των ποιοτικών φωνητικών συνόλων της Χορωδίας Δωματίου Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, έδωσαν μια ανεπανάληπτη συναυλία στο ιδανικό σκηνικό του αρχαίου θεάτρου, αποσπώντας το ενθουσιώδες χειροκρότημα όσων είχαν την τύχη να παραβρεθούν.
Αλλά γιατί επιλέχθηκε να παρουσιαστεί το συγκεκριμένο έργο στον ξεχωριστό αυτό αρχαιολογικό χώρο; «Ο χώρος επιβάλλει μια θεματολογία. Δεν ‘σηκώνει’ δηλαδή μια οποιαδήποτε επιλογή απλώς με μουσικά κριτήρια. Θεωρήσαμε ότι ο ‘Ορφέας και Ευρυδίκη’, που είναι ένα εμβληματικό έργο το οποίο άλλαξε την ιστορία της όπερας με την επιλογή του Gluck να ‘απογυμνώσει’ τη μουσική από κάθε ‘στολίδι’ και να εστιάσει στο δράμα, πλησιάζοντας όσο πιο πολύ μπορεί στη λογική της αρχαίας τραγωδίας, ήταν το πλέον κατάλληλο. Γιατί αυτό που έκανε ο Γκλουκ για την εποχή του ήταν κάτι ριζοσπαστικό, γι’ αυτό και έμεινε στους αιώνες ως ο μεγάλος μεταρρυθμιστής της όπερας. Με αυτή τη λογική έγινε η επιλογή και πιστεύω ότι λειτούργησε», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιώργος Πέτρου μετά το πέρας της συναυλίας.
Με τον «Ορφέα» του, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βιέννη το 1762, ο Gluck έφερε την επανάσταση στον κόσμο της όπερας, αφαιρώντας τα διακοσμητικά στοιχεία που αποσπούν από τη μουσική δραματουργία και, αντλώντας έμπνευση από το παρελθόν, κοιτάζει στο μέλλον του ρομαντισμού, που αναζητά το ανθρώπινο δράμα ως κύρια μορφή μουσικής έκφρασης. Ο «Ορφέας» του Γκλουκ γίνεται σύντομα θρύλος, γνωρίζει το θρίαμβο στην παρισινή εκδοχή του το 1774 και επιβιώνει ως μία από τις ελάχιστες όπερες του 18ου αιώνα μέσα στον 19 αιώνα του ρομαντισμού.
Ο Hector Berlioz υπήρξε από πολύ νωρίς ένθερμος θαυμαστής του. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Γκλουκ ήταν ο λόγος για τον οποίο ο νεαρός Μπερλιόζ στράφηκε στη μουσική. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο διευθυντής του Théâtre Lyrique του Παρισιού, το 1859, ζήτησε από τον Berlioz να επιμεληθεί μια νέα εκδοχή του «Ορφέα», στην οποία τον επώνυμο ρόλο θα ερμήνευε η διασημότερη κοντράλτο της εποχής, η Pauline Viardot. Στη διαδικασία αυτή, εκτός από τον Μπερλιόζ και τη Βιαρντό (η οποία συνέθεσε την περίφημη καντέντσα στην άρια «Οbjet de mon amour») ενεπλάκη και ο νεαρός τότε Camille Saint-Saëns, εξίσου μέγιστος θαυμαστής του Gluck, ενώ ο 17χρονος τότε Jules Massenet έπαιξε τύμπανα στην ορχήστρα.
«Ο Μπερλιόζ ήταν μεγάλος θαυμαστής του Γκλουκ -ήξερε πολύ καλά το έργο του, ήξερε και τις δυο εκδοχές του ‘Ορφέα’ του, την πρώτη, τη βιεννέζικη και αργότερα την γαλλική, που ήταν πιο εξελιγμένη. Όταν του ζητήθηκε να δημιουργήσει μια νέα εκδοχή που να τραγουδηθεί από την Pauline Viardot έκανε έναν συνδυασμό από τις δυο εκδοχές, βασιζόμενος κυρίως στη γαλλική, δημιουργώντας την εκδοχή όπου φαίνεται πώς έβλεπε ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα τον κλασικισμό του Γκλουκ του τέλους του 18ου αι.», υπογράμμισε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γ. Πέτρου, ο οποίος αναφέρθηκε και στις λίγες αλλαγές που επέφερε ο Μπερλιόζ στο έργο.
«Η βασική διαφορά με του Γκλουκ είναι η μεταγραφή του ρόλου του Ορφέα από τενόρο σε κοντράλτο και κάποιες ενορχηστρωτικές παρεμβάσεις. Και φυσικά τα μουσικά όργανα -της εποχής του Μπερλιόζ είναι τελείως διαφορετικά, πιο κοντά στα μοντέρνα όργανα που έχουμε ακόμα και σήμερα. Κι αυτός ήταν επίσης ένας λόγος που επιλέχθηκε αυτή η εκδοχή για την Αρχαία Μεσσήνη. Τα όργανα εποχής δεν θα μπορούσαν να έρθουν εδώ λόγω των καιρικών συνθηκών. Με την υγρασία δεν μπορούν να λειτουργήσουν, ενώ τα μοντέρνα όργανα είναι πιο δεκτικά, πιο σκληρά στις συνθήκες αυτές», εξηγησε ο συνομιλητής του ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Το έργο που παρουσιάστηκε στην Αρχαία Μεσσήνη
Ο Ορφέας θρηνεί την αγαπημένη του Ευρυδίκη. Ο Θεός Έρωτας του δίνει μια ευκαιρία: να κατέβει στον Άδη και να τη φέρει πίσω, με τον όρο να μην γυρίσει να την κοιτάξει ως την έξοδο. Η μουσική ακολουθεί την ψυχή του: από τον σπαρακτικό θρήνο «Objet de mon amour», στη φρίκη των Ερινυών, στη γαλήνη των Ηλυσίων Πεδίων με το περίφημο σόλο φλάουτου, και τελικά στην κορυφαία άρια «J’ai perdu mon Euridice». Ο Ορφέας λυγίζει, γυρίζει να την κοιτάξει, και η Ευρυδίκη πεθαίνει για δεύτερη φορά. Ωστόσο, το τέλος στο έργο του Γκλουκ, που διατηρεί και ο Μπερλιόζ, είναι αισιόδοξο. Σε αντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό μύθο όπου ο Ορφέας χάνει για πάντα την αγαπημένη του, η όπερα ολοκληρώνεται με τον θρίαμβο της αγάπης.
Ο μύθος του Ορφέα υπήρξε κομβικός στην εξέλιξη της όπερας: από την Ευρυδίκη του Jacopo Peri, την πρώτη όπερα που σώζεται, στον Ορφέα του Luigi Rossi, την πρώτη όπερα που παρουσιάστηκε στη Γαλλία, στο μεγαλείο του Ορφέα του Claudio Monteverdi, περνώντας μέσα από την πένα του Joseph Haydn και την κωμική ματιά του Jacques Offenbach, ως τον 20ό αιώνα με τους Hans Werner Henze και Philip Glass.
Φωτογράφος: Χάρης Αλκιβιάδης. Πηγή: Μέγαρο Μουσικής.
ΑΠΕ-ΜΠΕ