Το παρατραβάνε το σκοινί οι αγρότες. Έχουν αιτήματα που θα πρέπει να αντιμετωπισθούν (θα έπρεπε να αντιμετωπισθούν σχεδιασμένα, συντεταγμένα και στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων από καιρό και διακομματικά…), αλλά η εμμονική αδιαλλαξία και τα συνδικαλιστικά παίγνια, και, επιτέλους, η άρνηση της πραγματικότητας δεν οδηγούν πουθενά.
Η κυβέρνηση δεν πολιτεύθηκε αυταρχικά, παρά τις «καταγγελίες» ορισμένης πτέρυγας αγροτοσυνδικαλιστών. Ο πρωθυπουργός κάλεσε τα μπλόκα σε διάλογο μαζί του στο Μαξίμου (άλλοι δέχθηκαν, οι περισσότεροι κράτησαν «πόζα»), ξεκαθαρίζοντας ποια και σε ποιο βαθμό αιτήματα μπορούν να ικανοποιηθούν, 23 από τα 28, και ποια θα αντιμετωπισθούν με την πάροδο του χρόνου και τη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης.
Η επιτεινόμενη αδιαλλαξία από πλευράς αγροτοσυνδικαλιστών, και η εκβιαστική απειλή τους για αύξηση (αριθμητικά και γεωγραφικά) των μπλόκων, σε κάποιο βαθμό σκληραίνει και τη στάση της κυβέρνησης, που δεν θέλει (και κυρίως δεν μπορεί) να εμφανισθεί πανικόβλητη και σε άτακτη υποχώρηση.
Σε τέτοιο κλίμα, κανένα πρόβλημα δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί με την απαραίτητη ψυχραιμία και ορθολογισμό. Απλώς, θα επιδεινώνεται. Και θα παρατείνεται. Η όποια λύση εμφανίζεται σήμερα ανεκτή, αύριο θα είναι ελλειμματική και «λίγη».
Στην αρχή των μπλόκων, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες (που κι αυτές έχουν αιτήματα και προβλήματα) στάθηκαν στο πλευρό των αγροτών, έστω και για να διαδηλώσουν τα δικά τους παράπονα αναφορικά με την αποτελεσματικότητα και την αποδοτική λειτουργία της «επιτελικής κυβέρνησης». Συν τω χρόνω, όμως, η επιμονή των αγροτών κατέληξε στο να απειλεί τα συμφέροντα και την προγραμματισμένη καθημερινότητά τους. Και άρχισαν να δυσφορούν, με το «παρακάνετε!» να ακούγεται όλο και πιο δυνατά και συχνά. Ο «κοινωνικός αυτοματισμός», που λέμε. Τον οποίον φυσικά εκμεταλλεύεται (συχνά ακόμη και υποθάλπει…) η κυβέρνηση. Αναμενόμενο.
Εδώ που φτάσανε τα πράγματα, για να αντιμετωπισθούν και να μπουν σε δρόμο κατά το δυνατό ρεαλιστικής επίλυσης χρειάζεται η ευρύτατη δυνατή κοινωνική αλλά και πολιτική συναίνεση. Με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου να κανακεύει τα τρακτέρ, το ΚΚΕ να αποδεικνύεται… πολιτικός και ιδεολογικός τους ταγός, τον Βελόπουλο να χαίρεται σε κάθε αναμπουμπούλα, και την ευρύτερη Αριστερά να επιμένει στο δόγμα «η κανονικότητα δεν ταιριάζει στην αριστερά!», το απαραίτητο εγχείρημα δεν μοιάζει εφικτό και αισιόδοξο.
Από δω και μπρος, η σκλήρυνση της στάσης της κυβέρνησης προβάλλει ως αναγκαία συνθήκη, με άγνωστα, όμως, απρόβλεπτα επιγενόμενα, που σε τελευταία ανάλυση θα επωμισθεί ο απλός κόσμος. Ως συνήθως. Αλλά και η σκλήρυνση της κυβερνητικής πρακτικής θα έχει επιπτώσεις και για την ίδια, σε μια μακρά (ή ίσως όχι και τόσο μακρά…) προεκλογική περίοδο, στην οποία εκ των πραγμάτων έχουμε εισέλθει, ασχέτως με τον χρόνο των εκλογών.
Είναι, ίσως, ουτοπικό (και, πάντως, για τη χώρα μας…) να ζητάει κανείς συναίνεση και εθνική υπευθυνότητα. Ας σκεφθούν, όμως, οι διστάζοντες ότι αυτή η δυσλειτουργικότητα της δημοκρατίας μας ρίχνει νερό στον μύλο της αντισυστημικότητας, την οποία πρώτα από όλα τα λεγόμενα συστημικά κόμματα θα πληρώσουν…
Και, βεβαίως, όλοι μας οι υπόλοιποι…