Τα Κόμματα της Μνησικακίας που διεκδικούν σήμερα παγκοσμίως με επιθετικότητα τα αντισυστημικά διαπιστευτήρια, αναδεικνύονται σε πολύ πιο επικίνδυνα για την φιλελεύθερη Δημοκρατία από τα Κόμματα της Αγανάκτησης, όπως ήταν αυτά που ζήσαμε κατά την διάρκεια της κρίσης, την περασμένη δεκαετία.
Ας μείνουμε προσωρινά σε αυτούς τους όρους για να τα διακρίνουμε μεταξύ τους.
Στην Ελλάδα, ιδίως, τα Κόμματα της Αγανάκτησης, την μνημονιακή περίοδο, ήταν τυπικά λαϊκιστικά κόμματα που υπερέβαιναν το δίπολο Αριστερά-Δεξιά και απλώς υπόσχονταν την επαναφορά εκείνων των προβληματικών πτυχών της μεταπολίτευσης που μας είχαν ακριβώς οδηγήσει στην κρίση. Επιχείρησαν κι εκείνα να κινηθούν αντιθεσμικά, σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά γρήγορα αναδιπλώνονταν όταν έπεφταν σε τοίχο (βλ. από το τρίτο μνημόνιο μέχρι τις άδειες των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων). Όλα αυτά ασφαλώς έφθειραν τους δημοκρατικούς θεσμούς και πάντως δεν προσέφεραν καλές υπηρεσίες στη Δημοκρατία μας, αλλά δεν οδηγούσαν αναγκαστικά και στη διάλυσή της. Αφήνω που οι ηγεσίες τους, έτσι κι αλλιώς, στερούνταν πλάνο διακυβέρνησης και βάδιζαν στα τυφλά, μην μπορώντας να εφαρμόσουν καμία προεκλογική τους υπόσχεση διότι ήταν όλες τόσο ανεδαφικές, σε σημείο που το παραδέχονταν και οι ίδιοι εκ των υστέρων ότι ήταν προϊόν ψευδαισθήσεων.
Τα Κόμματα της Μνησικακίας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αντιθέτως, εννοούν απολύτως όσα λένε και δεν υπάρχει νομίζω καλύτερη απόδειξη γι' αυτό από τον τραμπισμό που έχει θέσει το συναίσθημα της μνησικακίας στο επίκεντρο της πολιτικής κουλτούρας των απανταχού ομοϊδεατών του. Το σχέδιό τους έχει άλλωστε αυταρχική βάση, και αν ποτέ καταφέρουν να πάρουν την εξουσία, δεν θα διστάσουν λεπτό να δέσουν χειροπόδαρα τους αντιπάλους τους που γι' αυτούς είναι μισητοί εχθροί άξιοι εξανδραποδισμού, όχι απλώς πολιτικοί μιας άλλης παράταξης με την οποία τυχαίνει να διαφωνούν. Δεν είναι αυθεντικοί εκπρόσωποι της λαϊκής βάσης, δεν προέρχονται από αυτή, αντιθέτως ανήκουν συχνά στην ελίτ και στους πλέον προνομιούχους, ασχέτως αν μπορεί να τους καταγγέλλουν. Τα κόμματά τους είναι εντόνως προσωπαγή και αρχηγικά, καθώς βασίζονται αποκλειστικά στις αυταρχικές ή και μοχθηρές προσωπικότητες των αρχηγών τους, από τις οποίες ξεχειλίζει η πραγματική οργή για όλα (και σε αυτό δεν υποκρίνονται καθόλου). Διακατέχονται από μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας και είναι άτομα κατεξοχήν ανορίωτα που ζουν και αναπνέουν μόνο με την φαντασίωση της εξουσίας και της επιβολής τους σε όλους τους άλλους. Πρόκειται για μια εξουσία απογυμνωμένη από κάθε δημοκρατικό περιορισμό, που ωστόσο διαφοροποιείται από τον γιακωβινισμό ή τον λενινισμό, καθώς όλοι αυτοί οι -ισμοί υπηρετούσαν τουλάχιστον ένα σχέδιο μετασχηματισμού της κοινωνίας και του κράτους, όσο αυταρχικό μπορεί να ήταν αυτό. Τα Κόμματα της Μνησικακίας δεν έχουν, ωστόσο, κανένα σχέδιο ως στόχο παρά μόνο το κυνήγι των «εχθρών του λαού» (βασικά όσων βαφτίσουν οι ίδιοι αυθαίρετα ως δικούς τους εχθρούς), και ζουν με την φαντασίωση να μετατρέψουν την χώρα σε ένα τεράστιο λαϊκό δικαστήριο εν είδει θεάματος για τα πλήθη. Από άρτο βέβαια μην περιμένουμε και πολλά, διότι όλοι αυτοί οι ηγέτες είναι υπέρ της επιστροφής στον εθνικό απομονωτισμό και στα απαξιωμένα εθνικά νομίσματα. Άραγε, μια Ελλάδα της δραχμής, του αυταρχισμού και του κοινωνικού εμφυλίου, τι τύχη θα είχε στην σημερινή Ευρώπη;
Εκείνοι που πάντως πρέπει πρώτοι να ανησυχούν είναι οι ομόσταυλοί τους: τα νεόκοπα ή προαναγγελθέντα Κόμματα της Μνησικακίας θα ξεκινήσουν, στα καθ΄ημάς, καταπίνοντας τα παλιότερα Κόμματα της Αγανάκτησης ή τουλάχιστον αυτή είναι η πρώτιστη επιδίωξή τους -όπως ακριβώς οι μπολσεβίκοι ξεκίνησαν πρώτα με την εκκαθάριση των μενσεβίκων. Και η σύγκρουση θα κλικακώνεται διαρκώς μέχρι τις εκλογές, πόσο μάλλον που οι Μνησίκακοι θεωρούν τους Αγανακτισμένους “προδότες” και “προσκυνημένους”, ιδίως μετά την κωλοτούμπα του δημοψηφίσματος του 2015. Παρότι προήλθαν κι εκείνα από τις πλατείες των Αγανακτισμένων και ζυμώθηκαν με την ρητορική τους απευθυνόμενα σε κοινά ακροατήρια, τα κόμματα της Μνησικακίας έχουν την διαφορά ότι είναι πλέον αποφασισμένα να φθάσουν μακρύτερα την κριτική τους στην φιλελεύθερη δημοκρατία, κάνοντας πράξεις τις απειλές τους εναντίον των «εχθρών» τους. Κοινώς, δεν είναι απλοί λαϊκιστές αλλά έτοιμοι για πολύ πιο άγρια πράγματα αν τυχόν έπαιρναν ποτέ την εξουσία -αρκεί μόνο και πάλι το παράδειγμα των τραμπικών για να πάρουμε μια ιδέα τι θα μας περίμενε σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Πρόκειται, πάντως, στην ελληνική περίπτωση για μια ενδοοικογενειακή σύγκρουση, καθώς η πολυκατοικία αυτή του Μεγάλου Θυμού έχει διασπαστεί σε πολλές μικρές γκαρσονιέρες και δυαράκια, την ίδια ώρα που όλοι ορέγονται το ξενοίκιαστο ρετιρέ για να επιβληθούν στους υπόλοιπους. Ασχέτως αν αυτοπαρουσιάζονται ως αγαθοί περί των δημοσίων υποθέσεων, την εξουσία του ρετιρέ ουδείς εξ αυτών εμίσησε, λιγότερο δε από όλους όσοι επικαλούνται περισσότερο τον «αμόλυντο λαό» των ισογείων.
Τα κόμματα είναι οι πυλώνες μιας δημοκρατίας και, θεωρητικά, η εμφάνιση νέων κομμάτων κάνουν αυτούς τους πυλώνες πιο συμπαγείς, με την προϋπόθεση ότι εκφράζουν πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και (κυρίως) όταν έχουν μεταφράσει τις ανάγκες αυτές σε επεξεργασμένα πολιτικά σχέδια. Τα προσωποπαγή, τα ευκαιριακά ή τα κόμματα διαμαρτυρίας και της οργής δεν καταφέρνουν ποτέ τίποτε από όλα αυτά. Το μόνο που κάνουν είναι να εξυπηρετούν τα ατομικά σχέδια καριέρας των αρχηγών τους, οπότε από οξυγόνο της δημοκρατίας καταντούν τοξικό αέριο, προκειμένου να υφαρπάξουν την ψήφο των πολιτών. Υπάρχει μια πολύ επιτυχημένη εικόνα στην Πολιτεία του Πλάτωνα που περιγράφει τον λαό σαν έναν καλοκάγαθο κυβερνήτη ενός πλοίου που όμως είναι μισότυφλος και όπου γύρω του είναι μαζεμένο το πλήρωμα -δηλαδή, διάφοροι δημαγωγοί- που προσπαθούν να τον πείσουν να τους παραδώσει το πηδάλιο κολακεύοντάς τον. Όχι γιατί ξέρουν να κυβερνούν το σκάφος καλύτερα από αυτόν, αλλά γιατί θέλουν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. Παρότι, δεν φημίζεται για την εκτίμησή του στη Δημοκρατία, ο Πλάτων εντοπίζει το καταγωγικό της πρόβλημα από την πρώτη στιγμή που επινοήθηκε ως τρόπος αυτοκυβέρνησης, δηλαδή τη ροπή της στην λαϊκιστική δημαγωγία και την τοξική καταγγελία.
Και 2.500 χρόνια μετά, η πρόκληση της υπεράσπισής της παραμένει η ίδια για όσους πραγματικά πιστεύουν στην Δημοκρατία, με όλες τις αδυναμίες της.
*Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και Πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ)