Σε μια προσπάθεια να επανασυσπειρώσει δυνάμεις από την παλιά εκλογική του βάση, ο ΣΥΡΙΖΑ ανεβάζει κατακόρυφα τους τόνους απέναντι στους 14 ανεξάρτητους βουλευτές που εξελέγησαν με τα ψηφοδέλτιά του, επενδύοντας πολιτικά στο αίσθημα της κομματικής πίστης και στην αντιπαράθεση με όσους εγκατέλειψαν την Κουμουνδούρου.
Ειδικότερα, με ένα βίντεο που έδωσε στη δημοσιότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να κατονομάσει τους ανεξάρτητους βουλευτές που εξελέγησαν με τα ψηφοδέλτιά του και στη συνέχεια αποχώρησαν από το κόμμα χωρίς να παραδώσουν τις έδρες τους. Στο υλικό περιλαμβάνονται παλαιότερες δηλώσεις των ίδιων στελεχών, τις οποίες η Κουμουνδούρου αντιπαραβάλλει με τη σημερινή τους στάση, επιχειρώντας να τους εκθέσει πολιτικά. Η κίνηση ήρθε μετά την εκπνοή της προθεσμίας που είχε θέσει η ηγεσία για την παράδοση των εδρών, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από τις δημόσιες εκκλήσεις στην ανοιχτή αντιπαράθεση.
Οι παλαιότερες δηλώσεις και η κατηγορία περί πολιτικής ασυνέπειας
Με το βίντεο, η Κουμουνδούρου επιχειρεί να φέρει τους ανεξάρτητους βουλευτές αντιμέτωπους με τις ίδιες τους τις δηλώσεις. Όταν, στις προηγούμενες διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, συνάδελφοί τους αποχωρούσαν για τη Νέα Αριστερά ή το κόμμα του Στέφανου Κασσελάκη, αρκετοί από τους σημερινούς ανεξάρτητους απαιτούσαν την παράδοση των κοινοβουλευτικών εδρών. Υποστήριζαν τότε ότι η έδρα ανήκει στο κόμμα με το οποίο εξελέγη ο βουλευτής και δεν αποτελεί προσωπικό του λάφυρο, ενώ χαρακτήριζαν τη μη παράδοσή της παραβίαση της λαϊκής εντολής. Σήμερα, έχοντας αποχωρήσει οι ίδιοι από τον ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να παραιτηθούν από το βουλευτικό αξίωμα, βρίσκονται αντιμέτωποι με τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσαν εναντίον των πρώην συντρόφων τους. Το βίντεο ολοκληρώνεται με τις υπεύθυνες δηλώσεις που είχαν υπογράψει για τις έδρες τους, ενισχύοντας την κατηγορία της Κουμουνδούρου περί πολιτικής ασυνέπειας.
Η δημοσιοποίηση του βίντεο με τα ονόματα των πρώην βουλευτών, οι αιχμηρές δηλώσεις της Ρένας Δούρου και η νέα ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου συνθέτουν μια κλιμακούμενη πολιτική παρέμβαση, με αποδέκτες όχι μόνο τους ανεξάρτητους αλλά και τον Αλέξη Τσίπρα.
Το χαρτί του κομματικού πατριωτισμού
Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η σημερινή ηγεσία επιχειρεί να αναδείξει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εκείνους που παρέμειναν στο κόμμα και σε όσους αποχώρησαν διατηρώντας τις κοινοβουλευτικές τους έδρες. Με τον τρόπο αυτό, η Κουμουνδούρου φαίνεται να επενδύει στο χαρτί του κομματικού πατριωτισμού, προβάλλοντας την έννοια της συνέπειας απέναντι στην παράταξη και επιχειρώντας να χρεώσει πολιτικά στους αποχωρήσαντες την εικόνα της εγκατάλειψης του κόμματος σε μια δύσκολη περίοδο.
Η ένταση της επίθεσης αποτυπώνεται και στα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στο βίντεο. Μεταξύ αυτών βρίσκονται ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτης Φάμελλος, η πρώην αντιπρόεδρος της Βουλής Όλγα Γεροβασίλη, καθώς και οι Γιάννης Σαρακιώτης, Διονύσης Καλαματιανός, Κώστας Μπάρκας, Χάρης Μαμουλάκης, Μίλτος Ζαμπάρας και Ανδρέας Παναγιωτόπουλος. Πρόκειται για πρωτοκλασάτα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, με μακρά κομματική διαδρομή και ισχυρή παρουσία στην πολιτική και κοινοβουλευτική ζωή του κόμματος, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη δημόσια αντιπαράθεση με την Κουμουνδούρου.
Η Κουμουνδούρου επέλεξε να ανασύρει παλαιότερες δημόσιες τοποθετήσεις τους και να τις αντιπαραβάλει με τη σημερινή στάση τους, επιχειρώντας να αναδείξει αντιφάσεις γύρω από την πολιτική δέσμευση που συνεπάγεται η εκλογή με τα ψηφοδέλτια ενός κόμματος.
Η προθεσμία για τις έδρες και η σκλήρυνση της στάσης του ΣΥΡΙΖΑ
Η προθεσμία που είχε δοθεί στους ανεξάρτητους για να παραδώσουν τις έδρες τους εξέπνευσε χωρίς αποτέλεσμα, με την Κουμουνδούρου να σκληραίνει τη στάση της απέναντι στους πρώην βουλευτές της.
Η Κουμουνδούρου υπενθυμίζει ότι από τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2026 καταγράφηκε ένα νέο κύμα αποχωρήσεων, με βουλευτές να ανεξαρτητοποιούνται χωρίς να εντάσσονται σε άλλο κόμμα και, στην πλειονότητά τους, χωρίς να παραδίδουν τις έδρες τους, παρά τις σχετικές γραπτές δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η ηγεσία έδωσε αρχικά περιθώριο τριών μηνών, ενώ στις 7 Οκτωβρίου ανακοίνωσε μια τελευταία «προθεσμία αξιοπρέπειας», με καταληκτική ημερομηνία τη 14η Οκτωβρίου. Η παρέλευση και αυτής της προθεσμίας οδήγησε στην περαιτέρω σκλήρυνση της στάσης του κόμματος.
Μάλιστα, ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει πλέον ότι η διατήρηση των εδρών «παρακωλύει την λειτουργία της ίδιας της Δημοκρατίας», ενώ κάνει λόγο για πολιτικές συναλλαγές που δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Πρόκειται για ιδιαίτερα βαριές αιχμές, οι οποίες μεταφέρουν την αντιπαράθεση πέρα από τα στενά όρια μιας εσωκομματικής διαφωνίας.
Η Κουμουνδούρου στρέφει τα πυρά της και προς τους πιθανούς μελλοντικούς πολιτικούς υποδοχείς των ανεξάρτητων. «Από σήμερα, κάθε κόμμα που θα εντάξει ως υποψηφίους/ες βουλευτές και βουλεύτριες στα ψηφοδέλτιά του θα κουβαλά το στίγμα της σύμπραξης με το μη ηθικό», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση.
Η αιχμή για τον Αλέξη Τσίπρα και το νέο κόμμα
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία υπό το βάρος των διεργασιών για τη συγκρότηση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.) του Αλέξη Τσίπρα. Ο πρώην πρωθυπουργός έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να δεχθεί στο κόμμα του εν ενεργεία βουλευτές που εξελέγησαν με άλλα κόμματα, θέτοντας ως προϋπόθεση την παραίτηση από την έδρα για όσους επιθυμούν να ενταχθούν στον νέο φορέα.
Ωστόσο, η πίστωση χρόνου που, σύμφωνα με τον ΣΥΡΙΖΑ, παρέχεται στους ανεξάρτητους βουλευτές δημιουργεί ένα διαφορετικό πολιτικό δεδομένο. Τους επιτρέπει να διατηρούν τις κοινοβουλευτικές τους έδρες για ένα ακόμη διάστημα, πριν αποφασίσουν εάν θα παραιτηθούν προκειμένου να ενταχθούν στην ΕΛ.Α.Σ. Η Κουμουνδούρου θεωρεί ότι αυτή η πρακτική είναι υποκριτική, καθώς, ενώ επισήμως τίθεται ως όρος η μη συμμετοχή εν ενεργεία βουλευτών, στην πράξη τους παρέχεται η δυνατότητα να παραμένουν στη Βουλή μέχρι να ολοκληρωθεί η πολιτική τους μετάβαση.
Είχε προηγηθεί, άλλωστε, η δημόσια κριτική του Νίκου Παππά, ο οποίος κατηγόρησε τον Αλέξη Τσίπρα ότι έδωσε ουσιαστικά «συγχωροχάρτι» στους ανεξάρτητους, παρατείνοντας το χρονικό περιθώριο μέσα στο οποίο μπορούν να αποφασίσουν για το κοινοβουλευτικό τους μέλλον.
Η σκληρή επίθεση της Ρένας Δούρου
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, Ρένα Δούρου, η οποία σε συνέντευξή της στο Newsit εξαπέλυσε ιδιαίτερα σκληρή επίθεση κατά των πρώην συντρόφων της.
«Μια σειρά στελεχών μας, που τα τίμησαν οι ψηφοφόροι μας, αγωνιστές και αγωνίστριες στις άκριες της χώρας, έχουν κατακρατήσει την έδρα λες και είναι προικιό, λες και την έφεραν από το σπίτι τους, λες και ήταν του μπαμπά τους», ανέφερε, συνδέοντας την επιλογή τους με την απαξίωση της πολιτικής και την ενίσχυση της αντίληψης ότι «όλοι ίδιοι είστε».
Η Ρένα Δούρου αναφέρθηκε παράλληλα στην προσπάθεια αποκατάστασης του τραυματισμένου προφίλ του ΣΥΡΙΖΑ, αποδίδοντας στις προηγούμενες ηγεσίες την ευθύνη για την τριετή περιδίνηση του κόμματος. Πρόκειται για μια τοποθέτηση που εντάσσει την αντιπαράθεση για τις έδρες στη γενικότερη προσπάθεια της σημερινής ηγεσίας να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητα και την πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος.
Το συνταγματικό ζήτημα και η πολιτική αντιπαράθεση
Η επίκληση της κομματικής πίστης, πάντως, έχει και σαφή όρια. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει περάσει από διαδοχικές διασπάσεις, αλλαγές ηγεσίας και μετακινήσεις στελεχών, με αποτέλεσμα η σημερινή του σύνθεση να διαφέρει αισθητά από εκείνη με την οποία προσήλθε στις τελευταίες εθνικές εκλογές. Αυτό είναι και ένα από τα βασικά επιχειρήματα που προβάλλονται από την πλευρά όσων αποχώρησαν, αμφισβητώντας ότι η σημερινή Κουμουνδούρου μπορεί να διεκδικεί αποκλειστικά την πολιτική κληρονομιά του κόμματος με το οποίο εξελέγησαν.
Σε κάθε περίπτωση, η κοινοβουλευτική έδρα δεν αποτελεί ιδιοκτησία του κόμματος, καθώς το Σύνταγμα κατοχυρώνει την ανεξαρτησία της βουλευτικής εντολής. Συνεπώς, η απαίτηση για παράδοσή της παραμένει πρωτίστως πολιτική και ηθική διεκδίκηση, χωρίς δυνατότητα θεσμικής επιβολής.
Πέρα, ωστόσο, από τη συνταγματική διάσταση, η επιλογή της Κουμουνδούρου μπορεί να διαβαστεί και ως προσπάθεια να διαμορφώσει ένα νέο πεδίο συσπείρωσης γύρω από την έννοια της κομματικής συνέπειας. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο Αλέξης Τσίπρας διεκδικεί εκ νέου πολιτικό χώρο και ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητεί τα ερείσματά του, η αντιπαράθεση με τους αποχωρήσαντες προσφέρει στη σημερινή ηγεσία τη δυνατότητα να απευθυνθεί στο πιο παραδοσιακό κομματικό ακροατήριο, αναδεικνύοντας τη διάκριση ανάμεσα σε εκείνους που έμειναν και σε εκείνους που επέλεξαν διαφορετική πολιτική διαδρομή.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο η επένδυση σε αυτή τη διαχωριστική γραμμή μπορεί να συμβάλει στην ανάκτηση της χαμένης επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ ή εάν θα παρατείνει μια αντιπαράθεση που εξακολουθεί να υπενθυμίζει στους ψηφοφόρους τις διασπάσεις και τις συγκρούσεις των τελευταίων ετών.