Μια ερώτηση-κλειδί υποτιμάται συνήθως στην ανάγνωση των δημοσκοπήσεων. Είναι το ερώτημα, αν οι πολίτες επιθυμούν να κυβερνηθεί ο τόπος την επομένη των εκλογών.
Ορισμένοι ταυτίζουν τις θετικές απαντήσεις με το πρόκριμα της σταθερότητας και της συνέχειας για τη χώρα. Ωστόσο, με βάση την τελευταία δημοσκόπηση της MARC, το 41,1% προκρίνει την ανάγκη σταθερότητας ενώ το 54% υιοθετεί το αίτημα για πολιτική αλλαγή με άλλα κόμματα.
Βέβαια, αυτοί που επιθυμούν πολιτική αλλαγή δεν είναι μια ομοιογενής ομάδα. Είναι άλλοι που ζητούν να κυβερνηθεί ο τόπος, επιθυμώντας παράλληλα αλλαγές, ενώ υπάρχει και ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό που υιοθετεί το αίτημα «να πέσει η κυβέρνηση και γαία πυρί μειχθήτω».
Μια άλλη ένδειξη της επιθυμίας να κυβερνηθεί η χώρα είναι πως περίπου ο ένας στους δύο προκρίνει τη λύση της αυτοδυναμίας. Στη δημοσκόπηση της GPO (Μάρτιος 2026), η πλειοψηφία (51,7%) δήλωσε ότι επιθυμεί αυτοδύναμη κυβέρνηση ακόμη κι αν χρειαστεί να γίνουν επαναλαμβανόμενες εκλογές. Παράλληλα,, το 44,9% απάντησε ότι θα ήθελε μία κυβέρνηση συνεργασίας χωρίς όμως να προσδιορίζεται τι είδους και ποιοι με ποιους. Και αυτοί δηλαδή εκφράζουν τη διάθεση να υπάρξει κυβέρνηση έστω και συμμαχικού σχήματος την επομένη των εκλογών. Ενισχυτικό των διαθέσεων για να υπάρξει κυβέρνηση - έστω με προσφυγή και σε δεύτερη κάλπη - είναι και η μικρή απήχηση πρότασης που είχε διατυπώσει παλιότερα ο Χάρης Δούκας, για αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις μέχρις ότου αναδειχτεί βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα, χωρίς τη ΝΔ.
Εδώ καταγράφεται η μεγάλη αντίφαση στο δρόμο προς τις εκλογές. Ενώ το ρεύμα να κυβερνηθεί ο τόπος είναι ισχυρό, το πολιτικό φάσμα εμφανίζεται κατακερματισμένο και μεταβαλλόμενο όσο ποτέ. Αποτέλεσμα; Οι βαθμοί δυσκολίας για οποιαδήποτε λύση μετεκλογική μεγαλώνουν μέρα με τη μέρα. Ας ξεχωρίσουμε δύο από αυτές.
Η πρώτη έχει να κάνει με το στόχο της ΝΔ για τρίτη αυτοδυναμία. Όλοι αναγνωρίζουν ότι αυτή τη φορά τα πράγματα είναι εξαιρετικά δύσκολα. Η κυβέρνηση είναι αντιμέτωπη με ένα αδυσώπητο κύμα ακρίβειας, που ροκανίζει τα εισοδήματα των πολιτών, με τις ανισότητες να μεγαλώνουν, με τη φθορά των δύο κυβερνητικών θητειών, με την δυσαρέσκεια και την κόπωση της πλειοψηφίας της κοινής γνώμης, με το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης να την πολεμούν. Ακόμα και αν επιτευχθεί ο στόχος της, η κυβερνησιμότητα θα είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Αυτοδυναμία, σε αυτές τις συνθήκες δεν θα σημαίνει κατ’ ανάγκην και πολιτική κυριαρχία. Είτε γιατί οι διεθνείς προκλήσεις θα βάζουν ψηλά τον πήχη είτε γιατί θα χρειαστεί να παρθούν δύσκολες αποφάσεις - ασφαλιστικό, ακρίβεια, περιβαλλοντικό, δημογραφικό, δικαιοσύνη, παραγωγικό μοντέλο - που απαιτούν πολιτικό κόστος αλλά και συναινέσεις, απαγορευτικές σήμερα λόγω της πόλωσης.
Αν όμως για τη ΝΔ τα δύσκολα μπορούν να περιγραφούν, στο χώρο της Κεντροαριστεράς, η εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Με απαγορευτικό το όραμα της αυτοδυναμίας, η εναλλακτική λύση διακυβέρνησης του τόπου με συμμαχικά σχήματα αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός. Στο χώρο αυτό, ο πολυκερματισμός και ο κομματικός ανταγωνισμός αποκτά νέα χαρακτηριστικά που επιδεινώνουν την εικόνα.
Ξεχωρίζει η σφοδρή αντιπαράθεση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα με το ΠΑΣΟΚ, με αφορμή τα οικονομικά των κομμάτων. Μια φωτιά που άναψε και δύσκολα θα σβήσει, ενώ η κούρσα για τη δημοσκοπική δεύτερη θέση ανάμεσα στα δύο κόμματα προοιωνίζεται κλιμάκωση της αντιπαράθεσης αμέσως μετά τα «μπάνια του λαού»… Είναι ολοφάνερο ότι η σύγκρουση αυτή αποδυναμώνει τη δυνατότητα παραγωγής συναινέσεων, αφού τα ίδια τα κόμματα φροντίζουν να τονίζουν περισσότερο τα σημεία προγραμματικής διαφωνίας τους από τις όποιες συγκλίσεις. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης επιδίδονται πλέον σε μια υπαρξιακή αντιπαράθεση, που φτάνει μέχρι και την αμφισβήτηση της πολιτικής νομιμοποίησης στους «απέναντι». Πώς είναι δυνατόν σε ένα τέτοιο εχθρικό περιβάλλον να πειστεί η κοινή γνώμη ότι είναι σε θέση να συμβάλλουν σε κυβερνητική λύση την επομένη των εκλογών;
Ακόμη και το ενδεχόμενο ενός σεναρίου συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, που κάποιοι το μνημονεύουν αν και δεν καταγράφεται στις έρευνες υψηλό ποσοστό αποδοχής, κάποιοι φροντίζουν ήδη να το «κάψουν». Η εμφάνιση ενός δείπνου-φάντασμα μεταξύ Γεραπετρίτη-Διαμαντοπούλου-Χριστοδουλάκη για μετεκλογικές συγκλίσεις αυτόν τον σκοπό υπηρετεί…
Κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει ποια θα είναι η συνισταμένη όλων αυτών των τάσεων και υπόγειων ρευμάτων, που τροφοδοτούν τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα, με φόντο ένα απρόβλεπτο διεθνές περιβάλλον. Θα είναι κατορθωτή μια συγκρότηση κυβέρνησης την επομένη της κάλπης ή θα μπούμε σε βάση ριζικών πολιτικών αναδιατάξεων, που κάποιοι προεξοφλούν; Πρόκειται για την πρόβλεψη του ενός εκατομμυρίου… Άλλωστε, εδώ και αιώνες το μαντείο των Δελφών είναι εκτός λειτουργίας. Σε κάθε περίπτωση, οι οιωνοί δεν είναι ευνοϊκοί.