fbpx Μια δεύτερη ανάγνωση της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν | ΠΟΛΙΤΙΚΗ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μια δεύτερη ανάγνωση της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν

05|12|2019 | 15:37
Θάνος Οικονομόπουλος

Δεν κερδίσαμε τίποτα από τη συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν. Ήταν, όμως, χρήσιμη. Και διδακτική.

Και αν η διπλωματία μας και η πολιτική τάξη κάτσει και την αναλύσει ψύχραιμα και προσεκτικά, σε συνδυασμό με τις αντιδράσεις του «διεθνούς παράγοντα» τις τελευταίες μέρες,θα ωφεληθούν πολλαπλά στην χάραξη των μελλοντικών κινήσεών μας…

Από τις δηλώσεις Μητσοτάκη μετά την συνάντηση, η φράση «προβλήματα με την Τουρκία υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν…», είναι η πιο κομβική. Χωρίς να υποβαθμίζει την κρισιμότητα στην οποία βρίσκονται αυτή τη στιγμή οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, αποφεύγει την δραματοποίηση. Την κίνηση με την συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης, την θεωρεί μια ακόμη κλιμάκωση της πολιτικής της Άγκυρας να δημιουργεί τετελεσμένα, για να τα χρησιμοποιεί όταν η ίδια κρίνει και οι συγκυρίες το επιτρέπουν. Σοβαρό, αλλά όχι δραματικό και άμεσα επικίνδυνο.

Η κίνηση Ερντογάν να φέρει στο τουρκικό κοινοβούλιο προς κύρωση την συμφωνία με την Λιβύη, ήταν διπλωματικά αναμενόμενη. Κανείς δεν περίμενε στην συνάντηση στο Λονδίνο ο Τούρκος πρόεδρος να υποχωρήσει και να «μαζέψει» την συμφωνία, επειδή την αποδοκίμασαν Γαλλία, Ισραήλ, Ρωσία και Στέϊτ Ντηπάρτμεντ και εκ του γεγονότος ότι βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το Διεθνές Δίκαιο. Κι’ αφού εμμένει σ’ αυτήν, φυσικά και θα την ολοκληρώσει τυπικά. Και επίσης θα την… επισείει για «προσεχή» εφαρμογή της, στέλνοντας ερευνητικά σκάφη και πολεμικά συνοδείας στην συγκεκριμένη περιοχή.

Η σχέση της Τουρκίας με το Διεθνές Δίκαιο, είναι επιλεκτική και ιδιόρρυθμη. Το επικαλείται (με την δική της ερμηνεία…) θεωρητικά όταν την συμφέρει, και το περιφρονεί πρακτικά, προκλητικά κι’ αδιάντροπα όταν την βολεύει. Ανάλογη συμφωνία με αυτή της Λιβύης έχει συνάψει η Άγκυρα με το τουρκοκυπριακό «κράτος», εδώ και χρόνια. Κι’ αυτή είναι εκτός πλαισίου διεθνούς νομιμότητας. Αλλά αυτό εν εμπόδισε την Τουρκία να την επικαλεσθεί και… να στείλει γεωτρύπανα και φρεγάτες ανοικτά της Κύπρου και ν’ ανεβάσει κατακόρυφα την ένταση στην περιοχή…

Η εισβολή της Τουρκίας στην Συρία και η κατοχή ενός τμήματος της επικράτειάς της, αυτή κι’ αν είναι κατάφωρη παραβίαση κάθε έννοιας διεθνούς νομιμότητας. Με την στήριξη της Ρωσίας και την ανοχή του Τράμπ ( η Ευρώπη απασχολημένη με την “ενότητά» της και προσπαθώντας να καταλήξει σε κοινή γραμμή, προτίμησε να αδιαφορήσει…) ο Ερντογάν έκανε κι’ αυτό το βήμα. Παράνομη (με πλείστα όσα ψηφίσματα του ΟΗΕ!) άλλωστε είναι και η εισβολή και παράνομη κατοχή της Βόρειας Κύπρου. Ε, και;

Το ότι η Τουρκία ( με την ακρογωνιαία γεωστρατηγική θέση της, με την τεράστια αγορά της, με την υψηλού επιπέδου και ευελιξίας διπλωματία της…) καταφέρνει να “παίζει» στα δάκτυλα αντιτιθέμενα διεθνή συμφέροντα, να εκβιάζει υπερδυνάμεις, να αγοράζει ταυτόχρονα αμερικανικά και ρωσικά όπλα, να ξεφτιλίζει τον Τράμπ, να βρίζει τον Μακρόν, να «φτύνει» δημόσια το ΝΑΤΟ,να απειλεί ευθέως την Ενωμένη Ευρώπη, να μην αναγνωρίζει τον ΟΗΕ, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι Ελλάδα δεν έχει τίποτε να ωφεληθεί από την επιμονή της να είναι «καλό παιδί», να σέβεται και να επικαλείται το διεθνές δίκαιο, να καταφεύγει στα διεθνή φόρα, σε συμμάχους και εταίρους και να ζητά στήριξη και προστασία.

Είναι απολύτως βέβαιο, ότι αν η χώρα μας δεν ήταν μέλος της ΕΕ και (πολύ περισσότερο) του ΝΑΤΟ, η Τουρκία θα είχε κινηθεί προ πολλού «δυναμικά» έναντι της Ελλάδος. Στην κρίση με τα Ίμια, ήταν οι ΗΠΑ που παρενέβησαν για να υπάρξει αποκλιμάκωση. Δεν ήθελαν την πολεμική ρήξη, την ρηγμάτωση του ΝΑΤΟ. Για τους δικούς τους λόγους, βέβαια. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η «ευρωπαϊκή προοπτική» της Άγκυρας (την οποία η Ελλάδα τόσο πολύ υποστήριζε και πόνταρε σ’ αυτήν) σε σημαντικό βαθμό συγκρατούσε, χωρίς να αποκλείει εντελώς, την τουρκική προκλητικότητα. Όλα αυτά, σε σημαντικό βαθμό εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα, παρά τις τουρκικές κινήσεις.

Ο Ερντογάν μπορεί ν’ αποδεικνύεται «άρχοντας του παιχνιδιού» στην εκμετάλλευση συγκυριών, την διαχείριση λεπτών γεωπολιτικών στρατηγικών και την εκμετάλλευση υπέρ του διεθνών ισορροπιών και συμφερόντων, μπορεί όλο και περισσότερο να αποκτά χαρακτηριστικά επικίνδυνου αλαζόνα, αλλά στο βάθος ξέρει ότι η διαρκώς επιταχυνόμενη απειλητική και προκλητική συμπεριφορά του urbi et orbi, κάποια στιγμή θα του γυρίσει μπούμερανγκ.

Η γλώσσα του σώματος, το ύφος του Ερντογάν κατά την συνάντηση με τον Μητσοτάκη στο Λονδίνου αλλά και αμέσως μετά, δείχνουν ένα κουρασμένο, προβληματισμένο ηγέτη, πολύ διαφορετικό από τον εκρηκτικό δημεγέρτη που προκαλεί και απειλεί τους πάντες σε λαϊκές συγκεντρώσεις στην πατρίδα του. Αυτό δεν τον κάνει αναγκαστικά λιγότερο επικίνδυνο και απρόβλεπτο. Ίσως, όμως, επιτρέπει μια διαφορετική ανάγνωση της προτροπής του στον Μητσοτάκη «να πέσουν οι τόνοι»…

Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ήδη από το Λονδίνο, ότι από βδομάδα ο υπουργός Εξωτερικών θα συγκαλέσει το Ανώτατο Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής στο οποίο συμμετέχουν όλα τα κόμματα. Απολύτως λογικό και επιβεβλημένο. Εμείς θα προτείναμε να συσταθεί και μόνιμη διακομματική επιτροπή για θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, με συμμετοχή τεχνοκρατών στρατιωτικών και πολύπειρων νυν και πρώην διπλωματών,η οποία να συνεδριάζει τακτικά και όχι μόνο σε περιπτώσεις κρίσεων και να επεξεργάζεται συμβουλευτικά για την εκάστοτε κυβέρνηση
ένα εθνικό σχέδιο…

Ο Αλέξης Τσίπρας, μπορεί να άσκησε…«εθιμικά» σκληρή κριτική στον πρωθυπουργό («υποβαθμίζει τις προκλήσεις, δεν ζητά την επιβολή κυρώσεων, ακολουθεί αναποτελεσματική πολιτική αδράνειας και κατευνασμού») αλλά μιλώντας στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν παρέλειψε να τονίσει ότι η συνάντηση Μητσοτάκη- Ερντογάν «καλώς έγινε, καθώς δίαυλοι επικοινωνίας πρέπει πάντα να κρατιούνται ανοικτοί»…

Λογικό, λοιπόν, να εικάσει κανείς ότι αυτό που θεωρεί καλό, τους διαύλους επικοινωνίας Ελλάδας-Τουρκίας, το θεωρεί εξ ίσου καλό και επιβεβλημένο να ισχύει, στο συγκεκριμένο ζήτημα τουλάχιστον, και στο εσωτερικό. Και την ίδια άποψη είναι σίγουρο ότι συμμερίζεται και η κ. Γεννηματά, πέρα από τις δημόσιες…υποχρεωτικές καταγγελίες της ότι η κυβέρνηση στις ελληνοτουρκικέ σχέσεις «δείχνει έλλειψη αποφασιστικότητας…»!

Ας λένε λοιπόν αυτά, αν το θεωρούν μικροπολιτικά χρήσιμο, από την αντιπολίτευση στο φως του προσκηνίου. Αρκεί με υπευθυνότητα και αίσθηση καθήκοντος να εξασφαλίσουν (και φυσικά να πρωτοστατήσει η κυβέρνηση) ότι στο… ασφαλές και χρήσιμο παρασκήνιο, μυστικά έστω και άρρητα, θα υπάρχουν και θα λειτουργούν θετικά και εθνικά οι δίαυλοι επικοινωνίας των κομμάτων, για να επιδιωχθεί επιτέλους κάποτε εθνική στρατηγική, τουλάχιστον σ’ αυτόν τον κρίσιμο τομέα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΣΧΟΛΙΑ