Όσοι τα βάζουν με τις δημοσκοπήσεις, θυμίζουν -μέρες που είναι- όσους τα βάζουν στο ελληνικό μπάσκετ με την διαιτησία: αντί να αναζητήσουν τα δικά τους λάθη για την όποια αποτυχία τους, κατασκευάζουν ένα βολικό εξιλαστήριο θύμα ώστε να μην αναγκαστούν να κοιτάξουν κατάματα την πραγματικότητα.
Η πρακτική αυτή ίσως δουλέψει βραχυπρόθεσμα (ιδίως όταν γίνεται με υστερικούς όρους) διότι έχει το πλεονέκτημα να δημιουργεί ισχυρές εντυπώσεις. Η συνωμοσιολογική προσέγγιση που περιγράφει κάποια δήθεν σκοτεινά κέντρα εξουσίας τα οποία ξυπνούν και κοιμούνται με σκοπό την καταστροφή σου, έχει πάντα ευάριθμους θιασώτες, πολύ περισσότερο μάλιστα στην εποχή μας. Μεσοπρόθεσμα είναι όμως καταστροφική για τους ίδιους που την υιοθετούν καθώς αποφεύγει την πρώτη προϋπόθεση για να ξεπεραστεί μια ήττα: να δεις που υστερείς προκειμένου και να διορθωθείς. Αν κάποιος άλλος φταίει μονίμως για τα δεινά σου, γιατί να πρέπει να κάνεις εσύ κάτι για να αλλάξεις την μοίρα σου;
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που όσες φορές και να ξαναειπωθεί αναφορικά με τις δημοσκοπήσεις, οι περισσότεροι θα συνεχίσουν το βιολί τους. Αλλά ας επιμείνουμε αφού δεν έχουμε άλλο τρόπο: οι δημοσκοπήσεις δεν είναι εκλογικά αποτελέσματα, ούτε έχουν σκοπό να λειτουργήσουν ως προάγγελλοι του μέλλοντος. Αν κάτι περιγράφουν είναι απλώς η δυναμική της συγκεκριμένης στιγμής, και τίποτε άλλο. Περιγράφουν μια κοινωνική τάση μόνο, και αυτή πάλι με μια δεδομένη απόκλιση προς τα πάνω ή προς τα κάτω, που μπορεί κάλλιστα να αλλάξει λίγο αργότερα. Αυτός είναι και ο λόγος που όποιος στο παρελθόν έχει κάνει το λάθος να τις αντιμετωπίσει ως κάτι παραπάνω από έναν κοινωνικό παλμογράφο της στιγμής, το έχει πληρώσει ακριβά. Τα παραδείγματα είναι αρκετά στην μεταπολίτευση.
Θα πρότεινα πάντως αντί να διαφωνήσουμε για την αξιοπιστία των δημοσκόπων και τα ποσοστά που παρουσιάζουν, να σκεφτούμε τους εκλογικούς στόχους κάθε κόμματος αυτή τη στιγμή, βάσει των οποίων και θα πρέπει να οργανώσει την στρατηγική του. Με άλλα λόγια, αντί να δούμε που είναι τώρα, να σκεφτούμε που πρέπει να φθάσει, αν θέλει να επιβιώσει πολιτικά. Διότι ένα βασικό χαρακτηριστικό των επόμενων εκλογών θα είναι ότι θα σημάνει και το τέλος της πολιτικής καριέρας όποιου αποτύχει στους στόχους του, είτε πρόκειται για τον Μητσοτάκη, τον Ανδρουλάκη, τον Τσίπρα ή την Καρυστιανού.
Ξεκινώντας από τους “παλιούς νέους”, δηλαδή τον Αλέξη Τσίπρα που επανήλθε προσφάτως πολύ φιλόδοξα στο προσκήνιο με την ΕΛ.Α.Σ., θα λέγαμε ότι η δυνατότητα που έχει να συσπειρώνει, δεν αφορά μόνο τον δικό του χώρο αλλά και τον απέναντι λόγω του βεβαρυμένου κυβερνητικού του παρελθόντος. Δεν έχει άλλωστε πια το “ηθικό πλεονέκτημα” του αμόλυντου από την εξουσία καθώς βρέθηκε στον υψηλότερο θώκο της για πέντε ολόκληρα χρόνια και μάλιστα σε μια κρισιμότατη ιστορική συγκυρία για την χώρα. Η χρήση της ιστορίας από την κάθε πλευρά με εργαλειακούς όρους είναι συνεπώς το μυστικό που ίσως κρίνει σε σημαντικό βαθμό το αποτέλεσμα. Στον δικό του χώρο της (όποιας έχει απομείνει) Αριστεράς, το ταβάνι του είναι το 17% που ήταν εκεί που έπεσε στις δεύτερες εκλογές του 2023. Είναι πρώιμο να πούμε αν μπορεί να το φθάσει στην παρούσα φάση αλλά αυτό είναι το ποσοστό που θα κρίνει την επιτυχία του.
Το απέναντι ποσοστό που έχει να αντιμετωπίσει είναι το περίπου 40% του ΝΑΙ στο κατά τα άλλα δικό του δημοψήφισμα. Όπως προκύπτει και από τις τραυματικές μνήμες που ανακαλεί το ντοκυμαντέρ “Στο χιλιοστό” των Βαρβιτσιώτη-Δενδρινού για το 2015 (ΣΚΑΪ), αυτό το 40% εξακολουθεί να θεωρεί ασυγχώρητη την καταστροφική διαπραγμάτευση του Τσίπρα με τους εταίρους μας που κινδύνευσε να μας πετάξει εκτός Ευρώ. Και όπως φάνηκε από τις πρώτες αντιδράσεις μετά την επιστροφή του, η ανάκληση αυτής της μνήμης προκαλεί από ειρωνεία και χλεύη μέχρι θυμό και οργή στον κόσμο αυτό. Αυτά είναι πάντως τα δύο κρίσιμα νούμερα που πρέπει να κρατήσουμε μέχρι τις επόμενες εκλογές: το 17 και το 40, με το δεύτερο να εξασφαλίζει μάλιστα και την πολυπόθητη αυτοδυναμία σε όποιον το πετύχει.
Εδώ είναι που υπεισέρχεται η μνήμη και η ιστορία διότι τα παραταξιακά αυτά ποσοστά είναι αποτέλεσμα της ιστορικής περιόδου 2015-2023 που υπήρξε καταλυτική για την διαμόρφωση των κοινωνικών συμμαχιών όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί έκτοτε. Το αν θα αποτυπωθούν εκ νέου στην κάλπη, θα εξαρτηθεί προφανώς από την στρατηγική της κάθε πλευράς, και η μνήμη του δημοψηφίσματος θα παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτό. Για να το πούμε απλά, η μία πλευρά θα προσπαθήσει να μας κάνει να ξεχάσουμε το τραύμα του 2015 ενώ η άλλη θα μας το θυμίζει με κάθε ευκαιρία. Η μία πλευρά θα μας λέει πόσο αδιάφθορη είναι έναντι της δήθεν διεφθαρμένης Δεξιάς και η άλλη πόσο ανίκανος αλλά και επικίνδυνος είναι ο Τσίπρας και η ομάδα του για να ξανακυβερνήσει.
Αν ο Τσίπρας έχει στοιχειώδη εξυπνάδα θα πρέπει να αποφύγει την πόλωση. Θα πρέπει δηλαδή να υιοθετήσει την “σταθάκεια” προσέγγιση που τείνει να παρουσιάσει όλο αυτό σαν ένα απολύτως νομιμοποιημένο μακιαβελικό παιχνίδι εκβιασμού των εταίρων από την Πρώτη Φορά Αριστερά: «ελάτε τώρα, υπερβάλετε, απλώς μπλοφάραμε, δεν έγινε και τίποτε, ορίστε δεν μας έδιωξαν από το ευρώ, πάμε παρακάτω και ας τα ξεχάσουμε όλα αυτά». Φυσικά, είναι πολύ ειρωνικό όταν βλέπεις μια Αριστερά που επαναφέρει διαρκώς το θέμα του εμφυλίου ή του δωσιλογισμού εδώ και 80 χρόνια, να την ακούς μετά να λέει ότι δεν έχει νόημα να μιλάμε για ένα δημοψήφισμα που έγινε πριν από μόλις μια δεκαετία.
Σε κάθε περίπτωση, το συμφέρον του Τσίπρα είναι η λήθη ή τέλος πάντων η μετάθεση των ευθυνών σε όλους τους άλλους πλην του ίδιου όπως ακριβώς κάνει στο βιβλίο του. Να το θάψουμε κάτω από το χαλί και να μείνουμε στο “εδώ και τώρα” όπως θα έλεγε και το πρότυπό του, ο Ανδρέας Παπανδρέου. Την ίδια επιμονή είναι σίγουρο ότι θα επιδείξει και αναφορικά με το στέμμα της “εντιμότητας” που θέλει να επιδεικνύει. Αν και ομολογουμένως είναι δείγμα πολύ χαμηλών προσδοκιών μια Αριστερά που στόχευε πάντα να αλλάξει τον κόσμο, να είναι σήμερα ικανοποιημένη απλώς με έναν ηγέτη που το μόνο του παράσημο είναι να αυτοπαρουσιάζεται ως “το καλό παιδί”.
Αντιθέτως, η ΝΔ αναμένεται να επιδιώξει την πόλωση απευθυνόμενη ακριβώς σε αυτό το 40% που είναι και ο στόχος της. Και ο Τσίπρας της προσφέρει μοναδική ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Για να εξηγηθούμε, με την πόλωση εδώ εννοούμε να απευθύνεσαι πρωτίστως στο δικό σου δυνητικό ακροατήριο υπενθυμίζοντας την ανικανότητα του αντιπάλου σου και όχι να ευνοείς την τοξικότητα ή τις επιθέσεις κάτω από την ζώνη. Πάντως το συμφέρον του Κ. Μητσοτάκη ως κυβερνήτη την πρώτη 8ετία της μεταμνημονιακής εποχής είναι να χτυπάει μια στο καρφί και μια στο πέταλο: από την μία να προβάλει το έργο της κυβέρνησης και το σχέδιό της για την Ελλάδα του 2030 (που είναι και το μοναδικό ολοκληρωμένο που διαθέτουμε ως τώρα), και από την άλλη να επαναλαμβάνει από καιρού εις καιρόν αυτά που έλεγε ο Γιούνκερ (και όσοι Ευρωπαίοι στήριξαν πραγματικά την Ελλάδα) για όσα αδιανόητα έγιναν το πρώτο εξάμηνο του 2015 με υπογραφή Τσίπρα, υπενθυμίζοντας έτσι τον κίνδυνο μιας νέας καταστροφής αν κληθεί να ξανακυβερνήσει ο ερασιτεχνισμός και η ιδεοληψία.
Κρίσιμο ερώτημα είναι επίσης πόσο μπορεί να αντέξει χωρίς να συνθλιβεί από την πόλωση αυτή το ΠΑΣΟΚ το οποίο καλείται να δώσει στο εξής έναν διμέτωπο αγώνα στον οποίο ό,τι κερδίζει στην μία πλευρά, πιθανόν θα το χάνει από την άλλη. Σε ό,τι αφορά άλλωστε το δημοψήφισμα, ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ ήταν και είναι διχασμένος, γεγονός που υπογραμμίζει πόσο δομικές και εν μέρει αξεπέραστες είναι οι αντιφάσεις του. Μέχρι τώρα το έργο του Ν. Ανδρουλάκη ήταν σχετικά εύκολο καθώς επικεντρωνόταν αυτονοήτως στην κριτική των αδυναμιών της κυβέρνησης. Άλλο αντίπαλο δεν είχε στην αντιπολίτευση. Από εδώ και πέρα όμως, κάθε φορά που θα κατηγορεί τον Τσίπρα ως ανίκανο, θα στέλνει έναν ακόμη ψηφοφόρο στην αγκαλιά του Μητσοτάκη διότι αυτός είναι που φημίζεται για την ικανότητά του στην διακυβέρνηση. Και κάθε φορά που θα κατηγορεί τον Μητσοτάκη για διαφθορά, θα στέλνει έναν ακόμη ψηφοφόρο στον Τσίπρα διότι αυτός ο τελευταίος είναι που επικαλείται μονίμως το φωτοστέφανο του ηθικού. Οπότε ο στόχος της δεύτερης θέσης έστω και με μια ψήφο δεν θα είναι εύκολος. Αν και πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν βρέθηκε στην αξιωματική αντιπολίτευση ως αποτέλεσμα της εκλογικής του επίδοσης αλλά ως συνέπεια της πολυδιάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ. Το δικό του πρόβλημα συνδέεται πάντως ευρύτερα με όσα βάρη του φόρτωσε -δικαίως ή αδίκως- η μνημονιακή περίοδος και η διαχείρισή της τα πρώτα χρόνια από το ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για ένα ιστορικό βάρος που είναι μάλλον αδύνατον να αποτινάξει καθώς υπήρξε, έτσι κι αλλιώς, το κυρίαρχο κόμμα της μεταπολίτευσης και ταυτίστηκε με όλα τα καλά και τα κακά της.
Αφήνουμε τελευταία την Μαρία Καρυστιανού, καθώς το δικό της εγχείρημα δεν συνδέεται μεν με την ιστορική παρακαταθήκη του δημοψηφίσματος, είναι όμως και αυτό προϊόν της μνημονιακής Ελλάδας. Το κόμμα της ακολουθεί τα πρότυπα του αμεσοδημοκρατικού λαϊκισμού, με θολή ταυτότητα, στόχους, ιδεολογία και στρατηγική, όπως και με ένα αφελές πρόγραμμα, οπότε και ανήκει απόλυτα σε αυτό το 30% που εκλογικού Σώματος το οποίο μοιράζεται εδώ και πάνω από μια δεκαετία στον χώρο που μπορούμε να αποκαλέσουμε εκείνον της πολιτικής μνησικακίας -το οποίο είναι ουσιαστικά μια μετεξέλιξη των Αγανακτισμένων του 2010-12. Το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών και όπως αυτό ερμηνεύτηκε από την επικρατούσα συνωμοσιολογική κουλτούρα αποτέλεσε το γεγονός-καταλύτη για να έρθει δυναμικά στην επιφάνεια το θυμωμένο πνεύμα μιας οπισθοδρομικής Ελλάδας του ανορθολογισμού, της θρησκοληψίας, του εθνικισμού αλλά και του αντιδυτικισμού που έχει σταθερούς οπαδούς ιδίως στη βόρεια Ελλάδα.
Βεβαίως, εντός ενός κόσμου που ζει απανωτές κρίσεις και τρομερούς μετασχηματισμούς, υπάρχουν και οι εξωτερικοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν ένα εκλογικό αποτέλεσμα. Απέναντι σε αυτούς και την διαχείρισή τους ο Κ. Μητσοτάκης έχει δείξει να έχει σαφέστατο πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του. Και ίσως αυτό να αποδειχτεί και από τα πιο κρίσιμα, αναλόγως της διεθνούς συγκυρίας, όταν θα βρεθούμε μπροστά στην κάλπη.