Στην Παλαιά Διαθήκη, η «Έξοδος» είναι μια πορεία φυγής και αναζήτησης νέας γης. Στη σύγχρονη ελληνική πολιτική, η «έξοδος» της ομάδας Χαρίτση μοιάζει να επαναλαμβάνεται - από τον ΣΥΡΙΖΑ στη Νέα Αριστερά και τώρα, ενδεχομένως, προς ένα νέο εγχείρημα, μετά από διαδοχικές εσωκομματικές ήττες.
Είναι πλέον κοινός τόπος ότι η χθεσινή παραίτηση του Αλέξη Χαρίτση αποτελεί το πρελούδιο της μετακίνησης μιας σειράς στελεχών και βουλευτών από τη Νέα Αριστερά στο νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, όταν αυτό ανακοινωθεί. Αν αυτή η εκτίμηση επιβεβαιωθεί, τότε ίσως θα πρόκειται για μια από τις πιο ιδιόμορφες πολιτικές διαδρομές των τελευταίων δεκαετιών: η ίδια ηγετική ομάδα να χάνει τα ηνία ενός κόμματος μέσα από εσωκομματική σύγκρουση, να αποχωρεί, να δημιουργεί νέο φορέα — και στη συνέχεια να χάνει και αυτόν.
Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο -Από τη βαριά ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το 2023 ως τον Κασσελάκη
Για να κατανοήσει κανείς πώς φτάσαμε εδώ, πρέπει να επιστρέψει στο καλοκαίρι του 2023, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά από μια βαριά εκλογική ήττα, μπήκε σε περίοδο έντονης εσωστρέφειας και αναζήτησης νέας ηγεσίας. Η αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα άνοιξε έναν κύκλο που αρχικά έμοιαζε με τυπική διαδικασία διαδοχής, αλλά πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε σύγκρουση δύο διαφορετικών πολιτικών κόσμων. Από τη μία πλευρά, η Έφη Αχτσιόγλου και η ομάδα που τη στήριζε — μεταξύ αυτών και ο Αλέξης Χαρίτσης — που εξέφραζαν τη συνέχεια της κομματικής παράδοσης και μιας πιο κλασικής αριστερής ταυτότητας. Από την άλλη, ο Στέφανος Κασσελάκης, ένας πολιτικά εξωκομματικός υποψήφιος, με διαφορετικό λόγο, ύφος και πολιτική προσέγγιση.
Η επικράτηση του Κασσελάκη δεν ήταν απλώς μια εκλογική ανατροπή. Με έναν λόγο που συχνά χαρακτηριζόταν λαϊκίστικος και κατά στιγμές ασυνάρτητος , κατάφερε παρ’ όλα αυτά να επιβληθεί πολιτικά απέναντί τους. Ήταν μια βαθύτερη μετατόπιση ισορροπιών. Από την πρώτη στιγμή έγινε σαφές ότι δεν επρόκειτο για μια εύκολη συνύπαρξη. Οι εντάσεις εκδηλώθηκαν σχεδόν αμέσως, με την πλευρά Αχτσιόγλου–Χαρίτση να θέτει ζητήματα πολιτικής κατεύθυνσης, ιδεολογικής σαφήνειας και εσωκομματικής λειτουργίας, και την ηγεσία Κασσελάκη να βλέπει απέναντί της μια διαρκή εσωτερική αμφισβήτηση. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η κατάσταση είχε ξεφύγει από τα όρια της διαφωνίας και είχε περάσει σε ανοιχτή σύγκρουση.
Η ρήξη του 2023 και ο ρόλος του Χαρίτση
Το φθινόπωρο του 2023 η ρήξη έγινε μη αναστρέψιμη. Η αποχώρηση δεκάδων στελεχών από την Κεντρική Επιτροπή και στη συνέχεια βουλευτών δεν ήταν μια απλή διαφοροποίηση, αλλά μια οργανωμένη έξοδος. Η ομάδα που είχε χάσει τη μάχη για την ηγεσία επέλεξε να αποχωρήσει αντί να προσαρμοστεί στους νέους συσχετισμούς. Έτσι γεννήθηκε η Νέα Αριστερά — ένα εγχείρημα που φιλοδοξούσε να επανασυστήσει έναν πιο καθαρό και συλλογικό αριστερό πόλο.
Στη νέα αυτή προσπάθεια, ο Αλέξης Χαρίτσης βρέθηκε σε κεντρικό ρόλο. Η ομάδα που είχε αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ έδειχνε αρχικά να ανακτά τον έλεγχο και την πρωτοβουλία κινήσεων. Σε εκείνη τη φάση, ένα από τα πρόσωπα που προσέλκυσε ιδιαίτερη προσοχή ήταν ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης. Η ένταξή του στη Νέα Αριστερά, λίγο πριν τις ευρωεκλογές, έγινε με μεγάλο ενθουσιασμό από την πλευρά της ηγετικής ομάδας Χαρίτση. Θεωρήθηκε μια προσθήκη με πολιτικό βάρος, αναγνωρισιμότητα και δυνατότητα να συμβάλει στη διεύρυνση του νέου εγχειρήματος.
Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή έμελλε να αποκτήσει διαφορετική δυναμική. Μαζί με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και άλλα στελέχη, ο Σακελλαρίδης δεν εντάχθηκε απλώς στο κόμμα, αλλά σταδιακά συγκρότησε έναν διακριτό εσωκομματικό πόλο. Έναν πόλο που δεν αμφισβητούσε μόνο επιμέρους επιλογές, αλλά συνολικά τη στρατηγική κατεύθυνση της ηγεσίας Χαρίτση.
Εσωκομματικές αντιπαραθέσεις: Χαρίτσης vs Σακελλαρίδη-Τσακαλώτου
Τα ερωτήματα που είχαν οδηγήσει στη ρήξη με τον ΣΥΡΙΖΑ επανεμφανίστηκαν σχεδόν αυτούσια: ποια πρέπει να είναι η στρατηγική του χώρου, πόσο ανοιχτός πρέπει να είναι σε συνεργασίες και, κυρίως, ποια στάση πρέπει να κρατήσει απέναντι σε ένα ενδεχόμενο νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα. Η πλευρά Χαρίτση έδειχνε διατεθειμένη να κρατήσει ανοιχτά τα ενδεχόμενα, βλέποντας τη διεύρυνση ως πολιτική ανάγκη. Αντίθετα, η ομάδα Σακελλαρίδη–Τσακαλώτου αντιμετώπιζε αυτό το ενδεχόμενο με έντονη επιφυλακτικότητα, επιμένοντας στην αυτονομία και στη διαμόρφωση ενός καθαρού αριστερού στίγματος.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν έμεινε σε θεωρητικό επίπεδο. Εκδηλώθηκε οργανωτικά και πολιτικά πριν ακόμη φτάσει στο συνέδριο. Ήδη από τις εσωτερικές διαδικασίες φάνηκε ότι η ηγετική ομάδα δεν διέθετε πλέον τον πλήρη έλεγχο των συσχετισμών. Η πλευρά Σακελλαρίδη–Τσακαλώτου κατάφερε να επιβάλει κρίσιμες επιλογές για τη μορφή και τη λειτουργία του συνεδρίου, δείχνοντας ότι είχε αποκτήσει ουσιαστικό πλεονέκτημα στο εσωκομματικό πεδίο.
Το συνέδριο του Ιανουαρίου 2026
Το συνέδριο του Ιανουαρίου 2026 αποτέλεσε την κορύφωση αυτής της διαδικασίας. Εκεί, η γραμμή Χαρίτση βρέθηκε αντιμέτωπη με μια καλά συγκροτημένη εσωκομματική αντιπολίτευση που δεν περιοριζόταν σε κριτική, αλλά διεκδικούσε τον καθορισμό της πολιτικής κατεύθυνσης. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μια θεαματική ανατροπή, αλλά μια καθαρή μετατόπιση των ισορροπιών. Η απόφαση που προέκυψε ήταν συμβιβαστική, αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα, όμως η ουσία ήταν διαφορετική: η ηγετική ομάδα δεν είχε πλέον την πρωτοβουλία.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ειρωνεία της διαδρομής. Ένα από τα πρόσωπα που είχαν ενταχθεί με την προσδοκία να ενισχύσουν το εγχείρημα, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, κατέληξε να αποτελεί τον βασικό εσωκομματικό αντίπαλο της ηγεσίας Χαρίτση — και τελικά έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες της αποδυνάμωσής της.
Η παραίτηση Χαρίτση
Η εξέλιξη αυτή δεν άργησε να αποτυπωθεί και σε τυπικό επίπεδο. Η παραίτηση του Αλέξη Χαρίτση λίγους μήνες αργότερα επιβεβαίωσε ότι οι ισορροπίες είχαν αλλάξει οριστικά. Η ομάδα που είχε αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ για να διατηρήσει την πολιτική της ταυτότητα και επιρροή, βρέθηκε και πάλι εκτός ελέγχου του κόμματος που συνέβαλε να δημιουργηθεί.
Κάπου εδώ επανέρχεται το αρχικό ερώτημα. Αν πράγματι ακολουθήσει μια νέα μετακίνηση προς το υπό διαμόρφωση κόμμα Τσίπρα, τότε η πορεία αυτής της πολιτικής ομάδας θα αποκτήσει μια ιδιαιτερότητα που δύσκολα συναντάται: θα έχει χάσει δύο φορές, σε δύο διαφορετικά κόμματα, τον έλεγχο μέσα από εσωκομματικές διαδικασίες, πριν επιλέξει εκ νέου την αποχώρηση.
Δεν πρόκειται απλώς για μια αλληλουχία πολιτικών επιλογών, αλλά για μια διαδρομή που αντανακλά τις βαθύτερες δυσκολίες του χώρου να βρει σταθερό προσανατολισμό μετά το 2023. Η ίδια ομάδα επιχείρησε να διαχειριστεί αυτή τη μετάβαση δύο φορές — πρώτα εντός ΣΥΡΙΖΑ και στη συνέχεια εκτός — χωρίς να καταφέρει να σταθεροποιήσει τους συσχετισμούς γύρω της.
Το αν η «Έξοδος» θα ολοκληρωθεί με μια νέα πολιτική στέγη ή θα οδηγήσει σε έναν ακόμη κύκλο ανακατατάξεων παραμένει ανοιχτό. Αυτό που είναι ήδη σαφές, όμως, είναι ότι η διαδρομή μέχρι εδώ αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες διαδοχικών εσωκομματικών ηττών και μετακινήσεων στη σύγχρονη ελληνική πολιτική σκηνή.