Δεν υπήρχε περίπτωση να μην ξεσπάσει πολιτική αντιπαράθεση-και μάλιστα οξεία- με αφορμή τη μετακόμιση του Βρετανού δισεκατομμυριούχου Κρις Ρόκος στην Ελλάδα.
Εδώ που τα λέμε δεν είναι να προσπερνάς μια τέτοια εξέλιξη. Ο Κρις Ρόκος δεν είναι ένας ακόμη εύπορος ξένος που αποφάσισε να αποκτήσει σπίτι στην Ελλάδα. Είναι ιδρυτής της Rokos Capital Management, ενός από τα σημαντικότερα hedge funds διεθνώς, που διαχειρίζεται περίπου 22 δισ. δολάρια. Ο ίδιος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους φορολογουμένους της Βρετανίας, έχοντας καταβάλει περίπου 330 εκατομμύρια λίρες σε φόρους τον τελευταίο χρόνο. Όμως ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπέρναμ κατάργησε το ευνοϊκό καθεστώς
Η Ελλάδα τού προσφέρει ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον. Το καθεστώς non-dom προβλέπει, υπό τις σχετικές προϋποθέσεις, κατ’ αποκοπή φορολόγηση 100.000 ευρώ ετησίως για εισοδήματα εξωτερικού, έως και για δεκαπέντε χρόνια και αγορά ακινήτου αξίας 500.000 ευρώ και άνω. Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα επιχειρεί να ανταγωνιστεί την Ιταλία, την Ελβετία, την Μάλτα, την Κύπρο και άλλους προορισμούς για την προσέλκυση ανθρώπων πολύ υψηλής οικονομικής επιφάνειας.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική σύγκρουση.
Για την κυβέρνηση αποτελεί ένδειξη ότι η χώρα αλλάζει: από οικονομία που πριν από δεκαπέντε χρόνια έδιωχνε κεφάλαια και ανθρώπινο δυναμικό, γίνεται τόπος που μπορεί να προσελκύσει ορισμένους από τους ισχυρότερους διαχειριστές κεφαλαίων διεθνώς. Για την ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα, αντίθετα, η υπόθεση αποδεικνύει ότι δημιουργείται ένα προνομιακό φορολογικό καθεστώς για τον μεγάλο, διεθνώς κινητικό πλούτο. Ο τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛ.Α.Σ., Φραγκίσκος Κουτεντάκης, συμπύκνωσε την κριτική της αντιπολίτευσης σε μία φράση: «Δεν φέρνετε τον πλούτο, φέρνετε τους κατόχους του με φορολογική ασυλία». Η κυβέρνηση απάντησε εξίσου καθαρά. Κύκλοι του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υποστήριξαν ότι «στη Wall Street και στο City δεν μπορείς να επιβάλεις “πατριωτικό φόρο”» και ότι η προσέλκυση επενδύσεων, κεφαλαίων και ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί εθνική και όχι κομματική υπόθεση.
Θέση πήρε και ο πρώην υπουργός Οικονομικών Νίκος Χριστοδουλάκης, σημειώνοντας ότι «το καθεστώς non-dom θα αποτελέσει άλλο ένα βήμα στον εκφυλισμό της οικονομίας σε ένα περιφερειακό και αδιαφανές δίκτυο λογιστικών συναλλαγών χωρίς καμία συνεισφορά στην παραγωγή και κανένα ουσιαστικό όφελος σε ουσιαστικές επενδύσεις».
Έχουμε επομένως δύο διαφορετικές οικονομικές φιλοσοφίες. Η μία λέει ότι σε έναν κόσμο στον οποίο κεφάλαια και στελέχη μετακινούνται εύκολα, μια μικρή οικονομία οφείλει να προσφέρει ισχυρά κίνητρα για να τα προσελκύσει. Η άλλη θέτει πρωτίστως ζήτημα φορολογικής ισότητας και ανταποδοτικότητας: γιατί να απολαμβάνει ένας δισεκατομμυριούχος ειδικό καθεστώς που δεν είναι διαθέσιμο στον μέσο φορολογούμενο;
Βεβαίως, η μεταφορά φορολογικής κατοικίας δεν είναι ταυτόσημη με μια παραγωγική επένδυση. Αλλά ακόμα δεν γνωρίζουμε το πραγματικό βάθος της «μετακόμισης». Αν ο κ. Ρόκος εγκατασταθεί στην Ελλάδα, αγοράσει ένα ακριβό ακίνητο, πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες επενδύσεις, καταναλώνει υπηρεσίες και αξιοποιεί το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, ασφαλώς δημιουργείται κάποια οικονομική δραστηριότητα. Αλλά αυτό από μόνο του δύσκολα συνιστά μεταμόρφωση του παραγωγικού μοντέλου.
Το πραγματικά ενδιαφέρον είναι ότι η υπόθεση Ρόκος φαίνεται να μην περιορίζεται εκεί. Η Rokos Capital σχεδιάζει παρουσία στην Αθήνα, ενώ παράλληλα η Millennium Management, που διαχειρίζεται περισσότερα από 97 δισ. δολάρια, προετοιμάζει επίσης γραφείο στην ελληνική πρωτεύουσα. Οι Financial Times περιγράφουν ευρύτερη κυβερνητική προσπάθεια δημιουργίας ενός οικοσυστήματος hedge funds και asset management στην Αθήνα, με κίνητρα που συνδέονται και με πραγματική επιχειρηματική παρουσία. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μιλάμε για ένα project πολύ σημαντικότερο από τη φορολογική δήλωση ενός δισεκατομμυριούχου.
Στις μέρες μας όμως- και σε καθεστώς γενικής δυσπιστίας απέναντι στις ελίτ αλλά και έντονης προεκλογικής διαμάχης-το ερώτημα τι «μέρισμα» θα έχει ο Έλληνας πολίτης έχει βάση. Γιατί η μέτρηση των ωφελειών από την προσέλκυση δισεκατομμυριούχων, μπορεί να επιμεριστεί στο πόσα πραγματικά κεφάλαια επενδύθηκαν στην ελληνική οικονομία, πόσες επιχειρήσεις εγκαταστάθηκαν, πόσες νέες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν, πόσοι Έλληνες επιστήμονες επέστρεψαν και πόσα πρόσθετα φορολογικά έσοδα προέκυψαν συνολικά. Αυτό είναι το κοινωνικό αντάλλαγμα, συν το πρόβλημα της κατοικίας που και εδώ εμφανίζεται οξύ. Σε μια χώρα που αντιμετωπίζει οξύ στεγαστικό πρόβλημα, η προσέλκυση ξένου πλούτου μέσω ακινήτων θα δώσει νέα ώθηση στις ήδη δυσπρόσιτες τιμές. Χρειάζεται προσοχή ώστε να μην επιβαρύνει περισσότερο μια αγορά που ήδη δυσκολεύει τη νέα γενιά.
Η Ελλάδα έχει περάσει δεκαετίες προσελκύοντας ξένα χρήματα κυρίως μέσω του τουρισμού και των ακινήτων. Η πραγματική πρόκληση είναι να περάσει στο επόμενο στάδιο: να προσελκύσει δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ένα διεθνές fund που δημιουργεί καλά αμειβόμενες θέσεις στην Αθήνα έχει διαφορετικό οικονομικό αποτύπωμα από έναν δισεκατομμυριούχο που αγοράζει μία βίλα. Μια εταιρεία που δημιουργεί τεχνογνωσία, φορολογικά έσοδα και σταδιοδρομίες έχει μεγαλύτερη μακροχρόνια επίδραση από την απλή αλλαγή φορολογικής κατοικίας ενός πλούσιου ανθρώπου. Το δίλημμα «φέρνουμε πλούσιους ή πλούτο» είναι υπαρκτό. Γι' αυτό το κράτος οφείλει σε λίγα χρόνια να παρουσιάσει τον λογαριασμό. Όχι πόσοι εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι απέκτησαν ελληνική φορολογική κατοικία, αλλά πόσα επένδυσαν, πόσες δουλειές δημιούργησαν και πόσο νέο εισόδημα παρήγαγε η παρουσία τους για την ελληνική κοινωνία. Αυτό είναι το στοίχημα πέρα από ωραιοποιήσεις ή «αναθέματα» για την έλευση ξένων επενδυτών.