Το θεσμικό παζλ για την ανάπτυξη των υπεράκτιων αιολικών στην Ελλάδα αποκτά πιο συγκεκριμένο περίγραμμα, καθώς το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προχωρά στη δέσμευση ηλεκτρικού χώρου συνολικής ισχύος 2,35 GW για έργα Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων. Η νέα υπουργική απόφαση, την οποία υπογράφουν ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, και ο υφυπουργός, Νίκος Τσάφος, δεν αποτελεί προκήρυξη διαγωνισμών ούτε προεξοφλεί την υλοποίηση συγκεκριμένων έργων.
Αποτυπώνει, όμως, ένα κρίσιμο τεχνικό και θεσμικό βήμα: ποιες θαλάσσιες περιοχές μπαίνουν στο κάδρο του πρώτου κύκλου ανάπτυξης και μέσω ποιων χερσαίων υποδομών θα μπορούν τα μελλοντικά πάρκα να συνδεθούν στο Ελληνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας.
Η ισχύς που δεσμεύεται ανέρχεται σε 2,35 GW, υπερβαίνοντας τον στόχο των 1,9 GW που έχει τεθεί για την πρώτη φάση αξιοποίησης του υπεράκτιου αιολικού δυναμικού των ελληνικών θαλασσών. Το πρόσθετο περιθώριο των 450 MW λειτουργεί ως τεχνική εφεδρεία στον σχεδιασμό, ώστε ο στόχος της πρώτης φάσης να μην βρεθεί εκτεθειμένος σε πιθανές αστοχίες, καθυστερήσεις ή αναπροσαρμογές στην ωρίμανση επιμέρους περιοχών. Η απόφαση, με άλλα λόγια, δεν «κλειδώνει» μόνο έναν αριθμό ισχύος, αλλά επιχειρεί να προλάβει έναν από τους βασικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζουν τα μεγάλα έργα ΑΠΕ: τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού χώρου σε ένα σύστημα όπου οι δυνατότητες σύνδεσης δεσμεύονται με ταχείς ρυθμούς.
Η δέσμευση γίνεται πριν από την οριστική απόφαση του Διαχειριστή του ΕΣΜΗΕ, με βάση την εισήγηση της Επιτροπής Συντονισμού Σύνδεσης και Ανάπτυξης Έργων Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων. Στο ίδιο το κείμενο της απόφασης επισημαίνεται ότι η πρόωρη δέσμευση ηλεκτρικού χώρου κρίθηκε αναγκαία ώστε να διασφαλιστεί η δυνατότητα πρόσβασης των έργων στο δίκτυο, υπό τις δεδομένες συνθήκες ταχείας δέσμευσης του διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου.
Στην πράξη, κάθε offshore ζώνη αντιστοιχεί με συγκεκριμένα ενδεικτικά σημεία σύνδεσης στη στεριά. Έτσι, ο σχεδιασμός των υπεράκτιων πάρκων συνδέεται πλέον άμεσα με τις δυνατότητες του συστήματος μεταφοράς, τα ΚΥΤ και τους υποσταθμούς που θα κληθούν να υποδεχθούν την παραγωγή. Αυτό είναι καθοριστικό, διότι η επιτυχία του πρώτου γύρου δεν θα κριθεί μόνο από το αιολικό δυναμικό των θαλάσσιων περιοχών ή το επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά και από το κατά πόσο οι υποδομές του δικτύου μπορούν να υποστηρίξουν την ένταξη νέας ισχύος χωρίς να δημιουργηθούν πρόσθετη συμφόρηση και τεχνικοί περιορισμοί.
Οι περιοχές
Η μεγαλύτερη ισχύς κατανέμεται στο Θρακικό Πέλαγος, όπου δεσμεύονται 600 MW για την πιλοτική εφαρμογή ΥΑΠ, με ενδεικτικό σημείο σύνδεσης το ΚΥΤ Νέας Σάντας. Πρόκειται για την περιοχή που έχει τεθεί στο επίκεντρο της πρώτης εφαρμογής του μοντέλου ανάπτυξης των υπεράκτιων αιολικών στην Ελλάδα, με έργα σταθερής έδρασης ανοικτά της Αλεξανδρούπολης.
Ακολουθεί η ζώνη των Δωδεκανήσων, στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, όπου προβλέπονται 500 MW, με ενδεικτικά σημεία σύνδεσης τους Υποσταθμούς Κω ή Σορωνής. Η συγκεκριμένη περιοχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται με τον ευρύτερο σχεδιασμό για την ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών και τη δυνατότητα αξιοποίησης του αιολικού δυναμικού του νοτιοανατολικού Αιγαίου.
Στην Κεντρική Εύβοια δεσμεύονται 300 MW για έργα στον Βόρειο Ευβοϊκό Κόλπο, με ενδεικτικό σημείο σύνδεσης είτε νέο ΚΥΤ στην Εύβοια είτε το ΚΥΤ Αλιβερίου. Η Κρήτη λαμβάνει 250 MW, με σημείο σύνδεσης τον Υποσταθμό Δαμάστας, επιλογή που αποκτά τεχνικό ενδιαφέρον καθώς η Δαμάστα αποτελεί κρίσιμο κόμβο για τη μεγάλη διασύνδεση Κρήτης – Αττικής. Στις Κυκλάδες προβλέπονται δύο χωρικές ενότητες των 250 MW: η πρώτη με σημεία σύνδεσης τους Υποσταθμούς Πάρου ή Νάξου και η δεύτερη στην περιοχή Κυκλάδων πλησίον Αττικής και Νοτίου Ευβοϊκού, με σύνδεση στο ΚΥΤ Μεσογείων ή στο ΚΥΤ Αγίου Στεφάνου. Το γεωγραφικό παζλ συμπληρώνεται από τον Πατραϊκό Κόλπο, όπου δεσμεύονται 200 MW με σημείο σύνδεσης το ΚΥΤ Πάτρας.
Στις ζώνες που μπαίνουν στο κάδρο περιλαμβάνεται πρώτα η θαλάσσια περιοχή ανοικτά της Αλεξανδρούπολης, όπου προβλέπονται 600 MW πιλοτικών έργων σταθερής έδρασης, με συμμετοχή της ΔΕΗ, της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή και της Motor Oil. Οι υπόλοιπες έξι περιοχές αντιστοιχούν στον βασικό κορμό της πρώτης φάσης του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων, μετά και την αντικατάσταση των ζωνών ανοικτά της Ελούντας από τον Πατραϊκό Κόλπο.
Σε επίπεδο ισχύος, το μεγαλύτερο έργο προβλέπεται στη θαλάσσια περιοχή νότια της Ρόδου, με 500 MW. Ακολουθεί η Κεντρική Εύβοια, ανοικτά των Αγίων Αποστόλων, με 300 MW, ενώ στην Κρήτη, στην περιοχή ανοικτά της Ζάκρου, προβλέπονται 250 MW. Αντίστοιχη ισχύς, 250 MW για κάθε ζώνη, κατανέμεται στις Κυκλάδες, στις περιοχές της Γυάρου και της Δονούσας. Τη μικρότερη ισχύ του πρώτου αυτού πακέτου συγκεντρώνει ο Πατραϊκός Κόλπος, όπου προβλέπονται 200 MW, στη θαλάσσια ζώνη μεταξύ Αντιρρίου και λιμνοθάλασσας Αιτωλικού.
Η απόφαση, ωστόσο, συνοδεύεται από σαφείς περιορισμούς. Η δέσμευση ηλεκτρικού χώρου δεν σημαίνει ότι τα μελλοντικά υπεράκτια αιολικά θα εξαιρούνται από πιθανές περικοπές παραγωγής, ούτε προεξοφλεί ότι το ΕΣΜΗΕ θα μπορεί να απορροφά το σύνολο της διαθέσιμης ισχύος τους υπό όλες τις συνθήκες λειτουργίας. Πρόκειται, επομένως, για διασφάλιση δυνατότητας σύνδεσης και όχι για εγγύηση πλήρους απορρόφησης της παραγωγής.
Η υπουργική απόφαση έχει μεταβατικό χαρακτήρα. Θα ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης δέσμευσης ηλεκτρικού χώρου από τον Διαχειριστή του ΕΣΜΗΕ και μπορεί να επικαιροποιηθεί εφόσον αυτό απαιτηθεί. Με άλλα λόγια, δεν κλείνει οριστικά τον σχεδιασμό, αλλά οργανώνει το επόμενο στάδιο, περιορίζοντας την αβεβαιότητα γύρω από ένα από τα πιο κρίσιμα τεχνικά ζητήματα των υπεράκτιων αιολικών: τη σύνδεσή τους στο δίκτυο.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το επενδυτικό ενδιαφέρον για τα υπεράκτια αιολικά διεθνώς παραμένει υπαρκτό, αλλά πιο επιλεκτικό, λόγω του αυξημένου κόστους κεφαλαίου, των πιέσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα και της ανόδου του κόστους ανάπτυξης των έργων. Για την Ελλάδα, που επιχειρεί να ανοίξει μια νέα αγορά από μηδενική βάση, η έγκαιρη αποσαφήνιση των περιοχών, των σημείων σύνδεσης και των κανόνων πρόσβασης στο δίκτυο αποτελεί προϋπόθεση για να περάσει ο σχεδιασμός από το επίπεδο των εξαγγελιών στο στάδιο της τεχνικής ωρίμανσης.
Η προετοιμασία συνεχίζεται ενόψει των διαγωνισμών
Η δέσμευση του ηλεκτρικού χώρου αποτελεί ένα από τα βασικά προπαρασκευαστικά βήματα που επιλέγει να προωθήσει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ενώ εξακολουθεί να εκκρεμεί η οριστική έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων. Στόχος είναι να προχωρήσει η τεχνική ωρίμανση του σχεδιασμού και να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος έως την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η σύσταση του οχήματος ειδικού σκοπού (SPV) από την ΕΔΕΥΕΠ, το οποίο θα αναλάβει τη συλλογή των ανεμολογικών, βυθομετρικών και γεωτεχνικών δεδομένων που θα αποτελέσουν τη βάση για τον σχεδιασμό των μελλοντικών έργων. Το SPV, το οποίο συστάθηκε αρχικά ως 100% θυγατρική της ΕΔΕΥΕΠ, βρίσκεται σήμερα σε μεταβατική φάση, καθώς αναμένεται η οριστικοποίηση της μετοχικής του σύνθεσης. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, που τοποθετείται χρονικά το φθινόπωρο, αναμένεται να προκηρυχθούν οι διαγωνισμοί για τις απαραίτητες τεχνικές έρευνες στις υποψήφιες θαλάσσιες ζώνες.
Παράλληλα, το θεσμικό πλαίσιο για την επόμενη φάση έχει αρχίσει να συμπληρώνεται. Πριν από λίγες ημέρες εκδόθηκε και η υπουργική απόφαση που καθορίζει τους βασικούς όρους των διαγωνισμών παραχώρησης. Μεταξύ των σημαντικότερων προβλέψεων είναι ότι κάθε θαλάσσια περιοχή θα αποτελεί αυτοτελή διαγωνιστική ενότητα, χωρίς ομαδοποίηση διαφορετικών ζωνών σε ενιαία «πακέτα», ενισχύοντας τον ανταγωνισμό ανά έργο και τη διαφάνεια της διαδικασίας.
Παράλληλα, εισάγεται πλαφόν στον αριθμό των παραχωρήσεων που μπορεί να εξασφαλίσει ο ίδιος επενδυτής, με στόχο να αποτραπεί η υπερσυγκέντρωση της αγοράς και να διασφαλιστεί η συμμετοχή περισσότερων εγχώριων και διεθνών παικτών στην ανάπτυξη των υπεράκτιων αιολικών. Η επιλογή αυτή αντανακλά την πρόθεση του ΥΠΕΝ να διαμορφώσει από την αρχή ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο για μια αγορά με υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις και μακροχρόνιο επενδυτικό ορίζοντα.
Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα ο κλάδος διεθνώς, λόγω του αυξημένου κόστους χρηματοδότησης, των πιέσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα και της ανόδου του κόστους ανάπτυξης των έργων, στο υπουργείο εκτιμούν ότι η συγκυρία πρέπει να αξιοποιηθεί για την προετοιμασία της αγοράς. Η λογική είναι ότι όταν οι συνθήκες επανέλθουν σε πιο ευνοϊκά επίπεδα για τις υπεράκτιες επενδύσεις, η Ελλάδα θα πρέπει να διαθέτει ώριμο θεσμικό πλαίσιο, επαρκή τεχνικά δεδομένα και προχωρημένες αδειοδοτικές διαδικασίες, ώστε να μπορέσει να περάσει άμεσα στην επόμενη φάση ανάπτυξης των έργων.