Η αγορά του πράσινου υδρογόνου στην Ελλάδα εισέρχεται σε μια κρίσιμη καμπή. Μετά από μια πενταετία κατά την οποία το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στη διαμόρφωση στρατηγικών, στη θέσπιση ευρωπαϊκών στόχων και στην ανακοίνωση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων, το επίκεντρο μετατοπίζεται πλέον σε ένα πιο απαιτητικό ερώτημα.
Mπορεί να δημιουργηθεί μια πραγματική αγορά που θα στηρίξει τις επενδύσεις που σχεδιάζονται;
Εκπρόσωποι της πολιτείας, της βιομηχανίας, των διαχειριστών υποδομών και της ερευνητικής κοινότητας κάνουν λόγο μια αγορά που διαθέτει πλέον θεσμικό πλαίσιο και ώριμες τεχνολογίες, αλλά εξακολουθεί να αναζητά το οικονομικό μοντέλο που θα της επιτρέψει να αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα. Τα σημαντικότερα εμπόδια σήμερα δεν σχετίζονται με την παραγωγή υδρογόνου, αλλά με τη ζήτηση, το κόστος, τις υποδομές, το κανονιστικό περιβάλλον και την ταχύτητα ωρίμανσης των επενδύσεων.
Η ζήτηση παραμένει το μεγάλο αγκάθι
Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο ζήτημα αφορά την κατανάλωση του παραγόμενου υδρογόνου. Η αγορά έχει εγκαταλείψει σταδιακά τις προβλέψεις για ταχεία ανάπτυξη έργων πολλών γιγαβάτ και στρέφεται σε πιο στοχευμένες επενδύσεις με σαφώς προσδιορισμένους τελικούς χρήστες. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έδειξε ότι η τεχνολογική δυνατότητα παραγωγής δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει την υλοποίηση μιας επένδυσης.
Ο καθηγητής του ΕΜΠ Παντελής Κάπρος υπογράμμισε πρόσφατα από το βήμα του Hydrogen & Green Gases Forum ότι το υδρογόνο εξακολουθεί να θεωρείται απαραίτητο για την απανθρακοποίηση τομέων όπου ο εξηλεκτρισμός δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή. Ωστόσο, η αγορά αναπτύσσεται με αισθητά βραδύτερους ρυθμούς από εκείνους που προέβλεπαν τα πρώτα ευρωπαϊκά σενάρια, καθώς η ζήτηση παραμένει αβέβαιη και η χρηματοδότηση δύσκολη.
Αντίστοιχη ήταν και η προσέγγιση του Διευθυντή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Motor Oil, Κωνσταντίνου Χατζηφώτη, ο οποίος σημείωσε ότι η βιωσιμότητα των νέων έργων εξαρτάται πλέον από την ύπαρξη συγκεκριμένων αγοραστών και μακροχρόνιων συμβολαίων κατανάλωσης.
Το κόστος συνεχίζει να καθορίζει τις αποφάσεις
Το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο παραμένει η οικονομική ανταγωνιστικότητα του πράσινου υδρογόνου. Παρά τη σημαντική πτώση του κόστους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι επενδυτές επισημαίνουν ότι το τελικό κόστος παραγωγής εξακολουθεί να επηρεάζεται από μια σειρά πρόσθετων επιβαρύνσεων που συνδέονται με τη χρήση των ενεργειακών υποδομών.
Άνθρωποι της αγοράς αναφέρουν ότι το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα των έργων. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκοί κανόνες πιστοποίησης και οι απαιτήσεις για τα ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης (RFNBOs) προσθέτουν επιπλέον πολυπλοκότητα σε μια αγορά που βρίσκεται ακόμη στα πρώτα στάδια ανάπτυξης.
Οι υποδομές μετατρέπονται σε στρατηγικό ζήτημα
Εξίσου κρίσιμο θεωρείται το ζήτημα των δικτύων μεταφοράς. Ο ΔΕΣΦΑ εκτιμά ότι η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει ρόλο περιφερειακού κόμβου στη μελλοντική αγορά υδρογόνου, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση και τη συμμετοχή της στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους μεταφοράς ανανεώσιμων αερίων.
Η στρατηγική αυτή προϋποθέτει όμως νέες επενδύσεις σε αγωγούς, σταθμούς συμπίεσης και διασυνοριακές υποδομές, καθώς και την προσαρμογή του υφιστάμενου συστήματος φυσικού αερίου στις ανάγκες της νέας αγοράς.
Πρόσμιξη υδρογόνου και βιομεθανίου στα δίκτυα
Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η επικείμενη υποβολή των τελικών προτάσεων του ΔΕΣΦΑ προς τη ΡΑΑΕΥ για την έγχυση υδρογόνου και βιομεθανίου στο εθνικό σύστημα μεταφοράς φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η τελική πρόταση του Διαχειριστή προβλέπει ποσοστό πρόσμιξης υδρογόνου 2% στο δίκτυο φυσικού αερίου, ποσοστό το οποίο βρίσκεται σε ευθυγράμμιση με τις προδιαγραφές που εφαρμόζονται σε άλλα ευρωπαϊκά συστήματα μεταφοράς.
Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση κοινών τεχνικών προτύπων μεταξύ των διασυνδεδεμένων δικτύων της Ευρώπης, ώστε να μην δημιουργούνται προβλήματα στις διασυνοριακές ροές αερίου.
Παράλληλα, για το βιομεθάνιο, οι τελικές τεχνικές προδιαγραφές αναμένεται να ενσωματώνουν τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν κατά τη δημόσια διαβούλευση της ΡΑΑΕΥ, με το όριο οξυγόνου να διαμορφώνεται στο 0,5%, έναντι 0,4% που προέβλεπε η αρχική πρόταση.
Το Αμύνταιο και η πρώτη πραγματική αγορά υδρογόνου
Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς επιχειρείται να συνδεθεί η παραγωγή με την κατανάλωση βρίσκεται σήμερα στη Δυτική Μακεδονία. Ο σχεδιαζόμενος αγωγός Αμύνταιο – Κομνηνά θα μεταφέρει πράσινο υδρογόνο που θα παράγεται από τη μονάδα της Hellenic Hydrogen, προκειμένου να τροφοδοτεί τη νέα μονάδα συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας της ΔΕΗ στην Καρδιά.
Σε αντίθεση με το γενικό όριο του 2% που εξετάζεται για το εθνικό δίκτυο, στη συγκεκριμένη περίπτωση προβλέπεται μείγμα που μπορεί να φτάνει περίπου στο 20% υδρογόνο και 80% φυσικό αέριο. Αυτό καθίσταται εφικτό χάρη στον ειδικό σχεδιασμό του αγωγού, ο οποίος θα είναι πλήρως συμβατός με τη μεταφορά υδρογόνου και θα λειτουργεί με τρόπο που δεν επηρεάζει το υπόλοιπο σύστημα μεταφοράς.
Η συγκεκριμένη υποδομή θεωρείται από την αγορά ένα από τα πρώτα ουσιαστικά τεστ για το κατά πόσο το υδρογόνο μπορεί να περάσει από τη θεωρία στην εμπορική εφαρμογή.
Η επόμενη φάση θα κριθεί στην πράξη
Η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα είναι σαφώς πιο ώριμη από εκείνη των προηγούμενων ετών, αλλά και πιο απαιτητική. Τα πρώτα έργα προχωρούν και οι βασικές τεχνικές προδιαγραφές αρχίζουν να αποκτούν συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ωστόσο, η επιτυχία της αγοράς δεν θα κριθεί από τους στόχους που έχουν τεθεί για το 2030 ή το 2050. Θα κριθεί από το εάν τα πρώτα έργα καταφέρουν να δημιουργήσουν βιώσιμες αλυσίδες παραγωγής, μεταφοράς και κατανάλωσης, αποδεικνύοντας ότι το υδρογόνο μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο εργαλείο ενεργειακής πολιτικής αλλά και μια οικονομικά λειτουργική αγορά.