Η διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά αποτελεί την κύρια ευθύνη της Τράπεζας της Ελλάδος, επισημαίνει ο Γιάννης Στουρνάρας.
- Κεντρική ευθύνη της Τράπεζας της Ελλάδος είναι η διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών, ώστε να διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των κινδύνων, προστατεύοντας παράλληλα τα συμφέροντα των ασφαλισμένων μέσα από συνεχή εποπτεία.
- Ο Ετήσιος Δείκτης Αναπροσαρμογής (Ε.Δ.Α.) καθορίζεται από τις δαπάνες νοσηλείας και την ηλικιακή μεταβολή, αποτελώντας σημείο αναφοράς για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων υγείας, βάσει στοιχείων ολόκληρης της αγοράς.
- Ο δείκτης Ε.Δ.Α. δεν αποτελεί απόλυτο όριο για κάθε εταιρεία, καθώς δεν έχουν όλες οι ασφαλιστικές τις ίδιες αποζημιώσεις, το ίδιο προφίλ πελατών ή την ίδια ηλικιακή κατανομή, καθιστώντας άκυρες τέτοιες υποθέσεις.
- Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί τα έξοδα πρόσκτησης και διαχείρισης συμβολαίων χωρίς όμως να μπορεί να παρέμβει, τονίζοντας ότι οι ίδιες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να επανεξετάσουν τα συγκεκριμένα κόστη τους.
Ο διοικητής της ΤτΕ σε απάντησή του προς την τομεάρχη Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, Μιλένα Αποστολάκη, σχετικά με τις αναπροσαρμογές στα ασφάλιστρα υγείας υπογραμμίζει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες οφείλουν να διατηρούν επαρκή κεφάλαια, ώστε να μπορούν να καλύπτουν τους κινδύνους που αναλαμβάνουν και να διασφαλίζεται η φερεγγυότητά τους.
Αναφορικά με τις αυξήσεις στα ασφάλιστρα, σημειώνει ότι ο νόμος 5170/2025 προβλέπει πως αυτές συνδέονται με τον ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής Μακροχρόνιων Ασφαλίστρων (Ε.Δ.Α.), ο οποίος αποτελεί το θεσμοθετημένο σημείο αναφοράς για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων.
Όπως επισημαίνει στην απάντηση του ο κ. Στουρνάρας «αν και η τιμολόγηση όλων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι ελεύθερη και δεν υπόκειται σε καμία εποπτική έγκριση, βρίσκεται σε συνεχή επαφή με όλους τους αρμόδιους φορείς, όπως το Υπουργείο Ανάπτυξης και τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου (τομέας προστασίας καταναλωτή), την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή καθώς και ενώσεις καταναλωτών, διαμεσολαβούντων και την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος».
«Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει την ευθύνη»
Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζει, «η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κατ' αρχάς την ευθύνη να διασφαλίσει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά διατηρούν τη φερεγγυότητά τους και διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των αναλαμβανόμενων κινδύνων. Και αυτό το κάνει, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ασφάλιστρα θα πρέπει να είναι επαρκή, ώστε να μην απαιτείται συστηματικά προσθήκη επιπλέον κεφαλαίων, κατά τρόπο που θα μπορούσε να κλονιστεί τελικά η φερεγγυότητα της εκάστοτε ασφαλιστικής επιχείρησης.
Από την άλλη όμως πλευρά, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει σκοπό να προστατεύει τα συμφέροντα των ασφαλισμένων δίδοντας, σύμφωνα με το εθνικό και ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο, ιδιαίτερη έμφαση στη συνεχή εποπτεία των διαδικασιών που έχουν αναπτύξει οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για να σχεδιάζουν και να επιβλέπουν τα προϊόντα τους με σκοπό να διασφαλίζουν την εύλογη σχέση ποιότητας/αξίας για τους ασφαλισμένους τους».
Όπως διευκρινίζει ο κ. Στουρνάρας για το ζήτημα της αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων:
«Η ΚΥΑ υπ. αρ.74816/30-9-2025 καθορίζει περαιτέρω τους παράγοντες που θα λαμβάνονται υπόψη από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (εφεξής ΕΛ.ΣΤΑΤ.) για τον Ε.Δ.Α., αναγνωρίζοντας ότι οι δαπάνες νοσηλείας που καταβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στα νοσηλευτικά ιδρύματα αποτελούν ένα πολύ σημαντικό μέρος του κόστους ασφάλισης και ως εκ τούτου η ετήσια μεταβολή τους αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον καθορισμό της ετήσιας αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων τους. Επιπλέον, η ως άνω ΚΥΑ στον ορισμό του Ε.Δ.Α. αναγνωρίζει την ηλικιακή μεταβολή ως έναν κρίσιμο παράγοντα τιμολόγησης.
Ο Ε.Δ.Α. συνιστά κατ' ουσία ένα σημαντικό μέτρο που αντανακλά την εμπειρία επί των ασφαλιστικών αποζημιώσεων ασφαλίσεων υγείας ολόκληρης της ασφαλιστικής αγοράς, μέτρο το οποίο προσφέρει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις την δυνατότητα να κατανοήσουν καλύτερα την δική τους εμπειρία σε σχέση με την αγορά, και να προβούν στις όποιες απαραίτητες προσαρμογές των ασφαλίστρων, των παροχών αλλά και του τρόπου διαχείρισης των ζημιών και αποζημιώσεων που απορρέουν από τις μακροχρόνιες ασφαλιστικές συμβάσεις υγείας. Ο Ε.Δ.Α., βασίζεται σε απογραφικά στοιχεία των ατομικών συμβολαίων της ιδιωτικής ασφάλισης, παρακολουθώντας έτσι την εξέλιξη των συνολικών δαπανών της αγοράς, ειδικά αυτών των συμβολαίων, συνεκτιμώντας και το κόστος που προκαλεί η ηλικιακή μεταβολή των ασφαλισμένων.
Η αντίληψη του δείκτη αυτού ως απόλυτου ορίου εφαρμογής για τις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων πλείστων διαφορετικών μακροχρόνιων συμβάσεων υγείας και από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που τα προσφέρει υποθέτει, (α) ότι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις βιώνουν συνεχώς την ίδια εμπειρία αποζημιώσεων με την εμπειρία του συνόλου της αγοράς, (β) ότι κάθε ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίζει τους ίδιους ασφαλισμένους με τις άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και (γ) ότι το προφίλ υγείας και ηλικίας των ασφαλισμένων της δεν αποκλίνει από το αντίστοιχο των άλλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Προφανώς όλες αυτές οι υποθέσεις δεν ισχύουν».
Τέλος, σημειώνει ότι η ΤτΕ παρακολουθεί, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει βάσει του Ευρωπαϊκού και του εθνικού θεσμικού πλαισίου, στα έξοδα πρόσκτησης και διαχείρισης συμβολαίων, τα οποία θα πρέπει όμως να επανεξεταστούν από τις ίδιες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
ΑΠΕ-ΜΠΕ