Με την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης να κινείται προς τα 2 ευρώ το λίτρο πριν ακόμη ανοίξει επισήμως η φετινή περίοδος διάθεσης, η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει ένα «δίχτυ ασφαλείας» για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το βασικό στοίχημα είναι πλέον η 15η Οκτωβρίου, ημερομηνία έναρξης της διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, με τον πρωθυπουργό να έχει θέσει ως στόχο η τιμή εκκίνησης να διαμορφωθεί κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο. Σύμφωνα δε με πληροφορίες, ο στόχος της κυβέρνησης είναι να ανοίξει ακόμη χαμηλότερα, πέριξ του 1,4 ευρώ.
Η εξίσωση, ωστόσο, δεν είναι απλή. Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου έχουν αυξήσει σημαντικά το κόστος εισαγωγής και διύλισης, μεταφέροντας την πίεση στην ελληνική αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό, το σχέδιο που βρίσκεται στην τελική ευθεία προβλέπει συνδυασμό κρατικής ενίσχυσης και συμμετοχής των διυλιστηρίων. Οι δύο πλευρές καλούνται να απορροφήσουν μέρος της επιβάρυνσης, προκειμένου να περιοριστεί η τιμή στην αντλία. Το ακριβές ύψος της κρατικής επιδότησης και η έκταση της έκπτωσης που θα προσφέρουν τα διυλιστήρια παραμένουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Πάντως, οι σημερινές εκτιμήσεις δείχνουν ότι μια τιμή της τάξης του 1,70 ευρώ θα ήταν περίπου 70% υψηλότερη από την τιμή εκκίνησης τον Οκτώβριο πέρυσι, όταν το πετρέλαιο θέρμανσης διατέθηκε περίπου στο 1,10-1,15 ευρώ το λίτρο.
Υψηλότερο επίδομα, ίδια κριτήρια
Το δεύτερο σκέλος της παρέμβασης αφορά το επίδομα θέρμανσης. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης επιβεβαίωσε σήμερα ότι θα υπάρξει οριζόντια αύξηση του ποσού, χωρίς αλλαγή στα εισοδηματικά κριτήρια και στον αριθμό των δικαιούχων. Η αύξηση δεν θα περιοριστεί στους καταναλωτές πετρελαίου, αλλά θα αφορά συνολικά τα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν τα επιλέξιμα μέσα θέρμανσης.
Πρακτικά, το οικονομικό επιτελείο επιλέγει να ενισχύσει ταυτόχρονα και τις δύο πλευρές της εξίσωσης. Από τη μία επιχειρεί να συγκρατήσει την τιμή του καυσίμου στην αντλία και από την άλλη να αυξήσει το ποσό που θα φτάσει τελικά στο νοικοκυριό μέσω του επιδόματος. Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τις περιοχές όπου η χρήση πετρελαίου θέρμανσης παραμένει περιορισμένη ή για νοικοκυριά που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο, ηλεκτρική ενέργεια ή άλλες μορφές ενέργειας.
Το ύψος της αύξησης δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Στο τραπέζι βρίσκεται, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, η ανάγκη να ληφθεί υπόψη και το μεγαλύτερο κόστος θέρμανσης στις ψυχρότερες περιοχές, χωρίς όμως να αλλάξει ο βασικός κορμός των κριτηρίων.
Στήριξη και στο diesel
Παράλληλα με το πετρέλαιο θέρμανσης, η κυβέρνηση σχεδιάζει την παράταση και για τον Οκτώβριο της επιδότησης στο diesel κίνησης. Η υφιστάμενη παρέμβαση ανέρχεται σε 10 λεπτά ανά λίτρο μαζί με τον ΦΠΑ και, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, το μέτρο θα συνεχιστεί και τον επόμενο μήνα.
Η επιλογή του diesel δεν είναι τυχαία. Η τιμή του επηρεάζει άμεσα τις οδικές μεταφορές, τα logistics, το κόστος διακίνησης προϊόντων, αλλά και μια σειρά από παραγωγικές δραστηριότητες. Μια παρατεταμένη άνοδος του κόστους κίνησης μπορεί να περάσει σταδιακά στην τελική τιμή των προϊόντων, δημιουργώντας ένα δεύτερο κύμα πληθωριστικών πιέσεων πέρα από το ίδιο το κόστος ενέργειας.
Αντίθετα, η αμόλυβδη δεν φαίνεται, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, να αποτελεί το πρώτο πεδίο παρέμβασης. Η κυβέρνηση έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρξει στήριξη σε επόμενο στάδιο, πιθανώς μέσω ενός πιο στοχευμένου Fuel Pass, εφόσον η διεθνής συγκυρία και οι τιμές εξακολουθήσουν να πιέζουν τα νοικοκυριά.
Το πλαφόν και η δύσκολη εξίσωση του ΕΦΚ
Στο κυβερνητικό σχέδιο εξετάζεται παράλληλα η επαναφορά πλαφόν στα περιθώρια κέρδους της αλυσίδας εμπορίας και διάθεσης καυσίμων. Η λογική της παρέμβασης είναι να διασφαλιστεί ότι η κρατική επιδότηση και η έκπτωση των διυλιστηρίων θα μεταφραστούν σε αντίστοιχη μείωση της τελικής τιμής και δεν θα απορροφηθούν στα ενδιάμεσα στάδια της αγοράς.
Το πλέον σύνθετο ζήτημα είναι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης. Η μείωσή του θα μπορούσε να προσφέρει άμεση και οριζόντια ανακούφιση στην τιμή, όμως δεν αποτελεί προς το παρόν ειλημμένη εθνική απόφαση. Η Αθήνα επιδιώκει ευρωπαϊκή ευελιξία για να μπορέσει, εφόσον η ενεργειακή κρίση παραταθεί, να προχωρήσει σε έκτακτες φορολογικές παρεμβάσεις χωρίς αυτές να προσκρούσουν στους δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Το ευρωπαϊκό περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς και άλλες κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να περιορίσουν την επίπτωση των υψηλών τιμών καυσίμων. Η Γερμανία, για παράδειγμα, ανακοίνωσε προσωρινή μείωση του ενεργειακού φόρου σε βενζίνη και diesel κατά 0,17 ευρώ το λίτρο από την 1η Οκτωβρίου έως το τέλος του 2026, με δημοσιονομικό κόστος περίπου 2,5 δισ. ευρώ.