Μια συζήτηση, που για χρόνια θεωρούνταν λήξασα στη Σουηδία, αναζωπυρώνουν οι ραγδαίες γεωπολιτικές εξελίξεις και η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στο διεθνές προσκήνιο: την πιθανή υιοθέτηση του ευρώ.
Σε ένα περιβάλλον αυξημένων εντάσεων με τη Ρωσία και την Κίνα και αβεβαιότητας για τον ρόλο των ΗΠΑ, η Στοκχόλμη καλείται να επανεξετάσει τη θέση της στην ευρωπαϊκή νομισματική αρχιτεκτονική.
Σουηδία: Από το «όχι» του 2003 σε νέα δεδομένα
Το 2003 οι Σουηδοί ψηφοφόροι απέρριψαν σε δημοψήφισμα την ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Τότε, το βασικό επιχείρημα υπέρ της διατήρησης της κορόνας ήταν η ικανότητά της να λειτουργεί ως «μαξιλάρι» για τη μεγαλύτερη οικονομία της Σκανδιναβίας, επιτρέποντας ευελιξία στη νομισματική πολιτική σε περιόδους κρίσης.
Σήμερα, όμως, το περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οδήγησε τη Σουηδία σε ιστορική αναθεώρηση της πολιτικής ουδετερότητας και στην ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Παράλληλα, η αβεβαιότητα γύρω από τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών υπό το δόγμα «Πρώτα η Αμερική» («America First») και οι αυξανόμενες εντάσεις με τη Ρωσία και την Κίνα ενισχύουν την αίσθηση ότι τα μικρά και μεσαία κράτη είναι περισσότερο εκτεθειμένα σε έναν κόσμο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.
Η βουλευτής των Φιλελευθέρων, Σεσίλια Ρεν, έχει δηλώσει ότι, ενώ η Σουηδία είναι πλέον πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ και ενισχύει την άμυνά της μαζί με τους εταίρους της στην ΕΕ, παραμένει «με το ένα πόδι εκτός» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όσο δεν συμμετέχει στη νομισματική ένωση.
Τα πρώτα πολιτικά βήματα
Η συζήτηση απέκτησε θεσμική διάσταση στα τέλη Ιανουαρίου, όταν σε κοινοβουλευτική συνεδρίαση η υπουργός Οικονομικών Elisabeth Svantesson τάχθηκε υπέρ της διενέργειας έρευνας για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της υιοθέτησης του ευρώ. Η ίδια, μέλος του Μετριοπαθούς Κόμματος, τόνισε ότι «ο κόσμος αλλάζει και η ΕΕ αλλάζει» και πως η Σουηδία οφείλει να αξιολογήσει τις επιλογές της προς όφελος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Η όποια επίσημη αξιολόγηση, πάντως, αναμένεται να ξεκινήσει μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, γεγονός που δείχνει ότι η σουηδική κυβέρνηση κινείται προσεκτικά, αποφεύγοντας άμεσες δεσμεύσεις.
Καθοριστική θεωρείται και η παρέμβαση του οικονομολόγου Λαρς Κάλμφορς, ο οποίος είχε ηγηθεί της επιτροπής που εξέτασε το θέμα πριν από το δημοψήφισμα του 2003. Αν και τότε είχε υιοθετήσει επιφυλακτική στάση, σήμερα εμφανίζεται πιο θετικός, επισημαίνοντας ότι οι γεωπολιτικές συνθήκες είναι «πολύ διαφορετικές» και ότι η ένταξη της Σουηδίας στον «πυρήνα» της ΕΕ αποκτά αυξημένη σημασία.
Οικονομικά και γεωπολιτικά επιχειρήματα
Οι υποστηρικτές της υιοθέτησης του ευρώ προβάλλουν δύο βασικούς άξονες επιχειρημάτων: τον οικονομικό και τον γεωπολιτικό.
Σε οικονομικό επίπεδο, τονίζεται ότι η συμμετοχή της Σουηδίας στη ζώνη του ευρώ θα ενισχύσει το εμπόριο και τις άμεσες ξένες επενδύσεις, ενώ θα περιορίσει τη μεταβλητότητα της κορόνας. Επιχειρηματικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι η μικρή και σχετικά ρηχή αγορά συναλλάγματος της Σουηδίας εντείνει τις διακυμάνσεις σε περιόδους διεθνούς αναταραχής, δημιουργώντας πρόσθετο κόστος για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι περισσότερο από το 60% του σουηδικού εμπορίου αγαθών πραγματοποιείται με χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό με τις ΗΠΑ είναι μόλις 6,4%. Σε αυτό το πλαίσιο, η εμβάθυνση της νομισματικής ενσωμάτωσης θεωρείται από ορισμένους ως φυσική συνέχεια της οικονομικής πραγματικότητας.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο η συμμετοχή στο ευρώ εκλαμβάνεται ως μέσο ενίσχυσης της πολιτικής συνοχής της Ευρώπης. Η Φινλανδία, που μοιράζεται εκτενή σύνορα με τη Ρωσία και είναι ήδη μέλος της ευρωζώνης, έχει ενθαρρύνει ανοιχτά τη Σουηδία - αλλά και τη Δανία - να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, υποστηρίζοντας ότι οι σκανδιναβικές χώρες θα έχουν από κοινού μεγαλύτερη επιρροή στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Εμπόδια και πολιτικές ισορροπίες
Παρά τη μετατόπιση του κλίματος, τα εμπόδια παραμένουν σημαντικά. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σχεδόν οι μισοί Σουηδοί εξακολουθούν να αντιτίθενται στην υιοθέτηση του ευρώ, ενώ περίπου το ένα τρίτο τάσσεται υπέρ. Αν και η διαφορά έχει μειωθεί σε σύγκριση με πριν από μία δεκαετία - όταν τρεις στους τέσσερις ήταν αρνητικοί - η κοινωνική συναίνεση παραμένει ζητούμενο.
Δεδομένου ότι το 2003 η απόφαση ελήφθη μέσω δημοψηφίσματος θεωρείται πολιτικά δύσκολο να προχωρήσει οποιαδήποτε κυβέρνηση χωρίς νέα προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Η ίδια η Svantesson έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν θα ληφθούν αποφάσεις ερήμην του σουηδικού λαού.
Στο πολιτικό πεδίο, μόνο οι Φιλελεύθεροι τάσσονται ξεκάθαρα υπέρ της ένταξης στο ευρώ. Τα υπόλοιπα κόμματα είτε τηρούν επιφυλακτική στάση είτε δηλώνουν ανοιχτά αντίθετα, όπως το εθνικιστικό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών, που συνδέει την εθνική κυριαρχία άμεσα με τη διατήρηση του εθνικού νομίσματος.
Μακρύς, αλλά όχι δύσκολος ο δρόμος
Ακόμη και αν ξεπεραστούν τα πολιτικά και κοινωνικά εμπόδια, η διαδικασία ένταξης της Σουηδίας στην ευρωζώνη δεν θα είναι άμεση. Εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της διετούς περιόδου κατά την οποία η συναλλαγματική ισοτιμία θα πρέπει να παραμείνει σταθερή έναντι του ευρώ.
Ωστόσο, όσοι υποστηρίζουν την αλλαγή θυμίζουν ότι και η ένταξη στο ΝΑΤΟ θεωρούνταν για δεκαετίες πολιτικά αδιανόητη, μέχρι που την κατέστησαν επιτακτική οι εξελίξεις. Σε έναν κόσμο όπου η διεθνής τάξη αμφισβητείται και οι συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται, η Σουηδία φαίνεται να επανεξετάζει θεμελιώδεις επιλογές της.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η συζήτηση για το ευρώ θα ανοίξει - έχει ήδη ανοίξει στη Σουηδία. Το ζητούμενο είναι αν οι γεωπολιτικές πιέσεις και οι οικονομικές πραγματικότητες θα αποδειχθούν αρκετές για να ανατρέψουν ένα «όχι» που κρατά πάνω από δύο δεκαετίες.