Ισχυρές πιέσεις σε τράπεζες, επιχειρήσεις και στο οικονομικό επιτελείο δημιουργεί η επιτάχυνση των διαδικασιών του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που μπαίνει στην τελική ευθεία σε ό,τι αφορά την υπογραφή των συμβάσεων δανεισμού.
Ωστόσο, αυτή η επιτάχυνση δημιουργεί αβεβαιότητες αναφορικά με την ένταξη επενδυτικών έργων που έχουν λάβει ήδη τραπεζική έγκριση και βρίσκονται εν αναμονή της τελικής έγκρισης από κρατικό αξιολογητή. Εκτιμάται ότι τα επενδυτικά δάνεια που έχουν εγκριθεί είναι περίπου 6 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, λόγω της μεταφοράς πόρων που προσεγγίζουν τα 3 δισ. ευρώ και προορίζονταν για τα δάνεια του ΤΑΑ προς την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα δημιουργείται χρηματοδοτικό κενό άνω των 4 δισ. ευρώ.
Σημειώνεται ότι τον Δεκέμβριο του 2025 οι διαθέσιμοι πόροι του ΤΑΑ ήταν 5 δισ. ευρώ και εν αναμονή, στο pipline των τραπεζών ήταν 3 δισ. ευρώ. Τον Μάρτιο, ανακοινώθηκε ότι η καταληκτική ημερομηνία για τη σύναψη δανειακών συμβάσεων μέσω του Ταμείου είναι η 29η Μαΐου, με βασικό στόχο να μην χαθούν πόροι. Γεγονός που πυροδότησε αύξηση της ζήτησης για χαμηλότοκα δάνεια από επιχειρήσεις. Και την περασμένη Παρασκευή, αναφέρουν οι πληροφορίες, γνωστοποιήθηκε στις τέσσερις συστημικές τράπεζες ότι θα μοιραστούν ισόποσα 1,2 δισ. ευρώ.
Τραπεζικά στελέχη αναφέρουν ότι μέχρι τα τέλη του 2025 οι διαθέσιμοι πόροι του RRF για επενδυτικά δάνεια ανέρχονταν περίπου σε 5 δισ. ευρώ, ενώ το pipeline των τραπεζών διαμορφωνόταν στα 3 δισ. ευρώ. Ωστόσο, τον περασμένο Μάρτιο μετά την ανακοίνωση του αναπληρωτή υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκου Παπαθανάση ότι η 29η Μαΐου 2026 αποτελεί την καταληκτική ημερομηνία σύναψης δανειακών συμβάσεων μέσω του RRF, παρατηρήθηκε έντονη επιτάχυνση της ζήτησης από επιχειρήσεις που επιχείρησαν να προλάβουν τα χαμηλότοκα δάνεια.
Οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των επενδυτικών σχεδίων
Και κάπως έτσι δημιουργείται το χρηματοδοτικό κενό που δημιουργεί αναστάτωση στην αγορά και ειδικότερα στις επιχειρήσεις που επένδυσαν ως και 200.000 ευρώ μόνο για την προετοιμασία των φακέλων (μελέτες, σύμβουλοι κ.λπ.) ώστε να εντάξουν επενδυτικά project στο Ταμείο Ανάκαμψης. Υπενθυμίζεται ότι η αρχιτεκτονική του ΤΑΑ σε ό,τι αφορά το δανειακό σκέλος προβλέπει χρηματοδότηση κατά 50% από το RRF, 30% μέσω τραπεζικού δανεισμού (υποστηρίζοντας έτσι και την πιστωτική επέκταση των τραπεζών) και 20% με ίδια κεφάλαια της επιχείρησης. Με δεδομένο ότι το σκέλος της χρηματοδότησης του RRF έχει πολύ χαμηλό κόστος -επιτόκιο 1%- το συνολικό κόστος της χρηματοδότησης είναι σημαντικά χαμηλότερο από αυτό της συμβατικής τραπεζικής χρηματοδότησης.
Πρακτικά οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν εξ ολοκλήρου τα εν αναμονή projects, το κόστος ωστόσο θα είναι πολύ υψηλότερο, στη ζώνη του 4%-5%, θέτοντας εν αμφιβόλω τη βιωσιμότητα των επενδυτικών σχεδίων.
Σε αυτό το πιεστικό -και προεκλογικό- περιβάλλον αναζητούνται λύσεις, όπως η αναλογική κατανομή των διαθέσιμων πόρων, συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων με πρόσθετα κεφάλαια, μεταφορά έργων σε νέο χρηματοδοτικό εργαλείο που θα πάρει τη σκυτάλη από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αλλά και προτεραιοποίηση βάσει σειράς υποβολής των φακέλων.
Υπενθυμίζεται ότι οι εκταμιεύσεις προς τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη υπαχθεί στο ΤΑΑ θα συνεχιστούν μέχρι το 2029 καθώς οι εκταμιεύσεις γίνονται σταδιακά, βάσει της υλοποίησης των έργων και όχι εφάπαξ.