Σε ρόλο εξαγωγικού «παίκτη» περνά με ταχύτητα το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα τα τελευταία χρόνια, από καθαρός εισαγωγέας που ήταν τις προηγούμενες δεκαετίες.
Μάλιστα, η εγχώρια παραγωγή καλύπτει πλέον σημαντικό μέρος της ζήτησης σχεδόν σε όλες τις βαλκανικές χώρες, με συνέπεια η χώρα μας να έχει εξελιχθεί σε… πρίζα για ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή.
Τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026, από τα αντίστοιχα μηνιαία δελτία του ΑΔΜΗΕ, δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών: το ισοζύγιο εμπορικών προγραμμάτων εκτοξεύεται σε καθαρές εξαγωγές 3.374 Γιγαβατωρών (GWh), από εκροές μόλις 766 Γιγαβατώρων πέρυσι.
Το εξαγωγικό προφίλ αποτελεί μία τάση που αναδείχθηκε το 2024, για να ενισχυθεί κατακόρυφα το διάστημα που ακολούθησε. Έτσι, μέσα σε ένα έτος, η Ελλάδα δείχνει να υπερκαλύπτει σε τέτοιο βαθμό τις ανάγκες της, που διοχετεύει πλέον σημαντικά πλεονάσματα στις γειτονικές αγορές, αξιοποιώντας τόσο τις διασυνδέσεις όσο και τη μεταβαλλόμενη δυναμική του ενεργειακού μείγματος.
Άλμα στην παραγωγή
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και σε μηνιαία βάση. Τον Μάρτιο, οι εξαγωγές εκτινάχθηκαν στις 1.184 Γιγαβατώρες, αυξημένες κατά πάνω από 200% σε σχέση με πέρυσι, ενώ οι εισαγωγές περιορίστηκαν μόλις στις 98 Γιγαβατώρες. Επομένως, το συνολικό ισοζύγιο ήταν καθαρά εξαγωγικό με εκροές 1.086 Γιγαβατώρες.
Πίσω από αυτή την επίδοση βρίσκεται το διαφοροποιημένο μείγμα παραγωγής. Η συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας τον Μάρτιο διαμορφώθηκε στις 5.356 Γιγαβατώρες, σημειώνοντας αύξηση 31,6% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Οι ΑΠΕ διατήρησαν πρωταγωνιστικό ρόλο, καλύπτοντας το 47,7% της παραγωγής και επιβεβαιώνοντας τη σταθερή διείσδυσή τους στο σύστημα.
Ακολούθησε η θερμική παραγωγή με 39,1% και τα υδροηλεκτρικά με 13,2%.
Αύξηση της ζήτησης
Η ενίσχυση της παραγωγής συνδυάστηκε με ήπια αλλά σταθερή αύξηση της ζήτησης. Η συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας τον Μάρτιο ανήλθε στις 4.270 Γιγαβατώρες, αυξημένη κατά περίπου 6% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Αντίστοιχα, η ζήτηση στο σύστημα διαμορφώθηκε στις 3.283 γιγαβατώρες, καταγράφοντας άνοδο 8% περίπου.
Ωστόσο, η ανάλυση ανά κατηγορία καταναλωτών αποκαλύπτει διαφοροποιήσεις. Η ζήτηση στο δίκτυο, που αντιπροσωπεύει τη μεγάλη πλειονότητα της κατανάλωσης (νοικοκυριά και μικρότερες επιχειρήσεις), παρουσίασε αύξηση κατά 8% περίπου, ενώ στους πελάτες υψηλής τάσης καταγράφηκε μικρή μείωση. Συνολικά, η εικόνα παραπέμπει σε μια αγορά που κινείται με μέτριους ρυθμούς, χωρίς ακραίες διακυμάνσεις, παρά τις μεταβαλλόμενες καιρικές και οικονομικές συνθήκες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η καμπύλη φορτίου. Η μέγιστη συνολική ζήτηση του μήνα σημειώθηκε στις 19 Μαρτίου, αγγίζοντας τα 7.980 MW, ενώ η ελάχιστη καταγράφηκε στις 9 Μαρτίου, στα 4.103 MW. Η διακύμανση αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για ευελιξία στο σύστημα, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένης συμμετοχής των ΑΠΕ, των οποίων η παραγωγή εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες.
Τα μερίδια των προμηθευτών
Στο μέτωπο της λιανικής αγοράς, οι ισορροπίες μεταξύ των προμηθευτών παραμένουν σχετικά σταθερές, με τη ΔΕΗ να διατηρεί την κυρίαρχη θέση. Τον Μάρτιο, το μερίδιό της διαμορφώθηκε στο 48,9%, ακολουθούμενη από τη Metlen με 21,8% και την ΗΡΩΝ με 9,6%. Μικρότερα αλλά αξιοσημείωτα μερίδια κατέχουν η Enerwave (5,98%), η NRG (3,93%), η «Φυσικό Αέριο» (3,36%), η ΖeniΘ (3,1%) και η Volton (1,16%).
Η εικόνα διαφοροποιείται ανά επίπεδο τάσης. Στην υψηλή τάση, η ΔΕΗ εξακολουθεί να έχει σημαντική παρουσία, αλλά ο ανταγωνισμός είναι εντονότερος, με ισχυρή συμμετοχή ιδιωτών προμηθευτών και πρωτοπόρο τη Metlen με 52,4%. Αντίθετα, στη χαμηλή τάση -δηλαδή στη μαζική κατανάλωση των νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων- η ΔΕΗ διατηρεί σαφές προβάδισμα με 60,8%, ακολουθούμενη από τη Metlen με 13,7%.
Συνολικά, ο Μάρτιος επιβεβαιώνει και ενισχύει την εξαγωγική τάση του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος. Η χώρα μας μετασχηματίζεται σταδιακά σε ενεργειακό κόμβο, με χαμηλότερες χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη «γειτονιά» της, αξιοποιώντας τόσο την αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ όσο και την ευελιξία των μονάδων φυσικού αερίου. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον γεωστρατηγικό ρόλο της Ελλάδας, βελτιώνει το εμπορικό ισοζύγιο, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει και τις προκλήσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση ενός πιο σύνθετου και διασυνδεδεμένου ενεργειακού τοπίου.