Η ελληνική αγορά κατοικίας βρίσκεται σε φάση έντονης αναθέρμανσης, με τη νέα οικοδομική δραστηριότητα να καταγράφει τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών.
Ωστόσο, η επιστροφή των κατασκευών δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε ολόκληρη τη χώρα. Αντίθετα, τα στοιχεία για τις νέες κατοικίες που διατέθηκαν προς πώληση το πρώτο εξάμηνο του 2026 αποκαλύπτουν μια αγορά με έντονη γεωγραφική συγκέντρωση, όπου η συντριπτική πλειονότητα των νέων έργων αναπτύσσεται στην Αττική και στην Κεντρική Μακεδονία.
Η εικόνα που προκύπτει από την έρευνα της ReDataset είναι ξεκάθαρη: Η νέα οικοδομή επιστρέφει, αλλά χτίζεται κυρίως εκεί όπου συγκεντρώνονται η ζήτηση, οι επενδύσεις και η οικονομική δραστηριότητα. Η Αττική απορροφά το 59,8% της συνολικής νέας προσφοράς κατοικιών, ενώ η Κεντρική Μακεδονία ακολουθεί με ποσοστό 25,7%. Αυτό σημαίνει ότι περισσότερο από το 85% των νέων κατοικιών που κατασκευάζονται σήμερα στην Ελλάδα βρίσκεται σε αυτές τις δύο περιφέρειες.
Η υπόλοιπη χώρα συμμετέχει με πολύ μικρότερα ποσοστά. Η Κρήτη συγκεντρώνει μόλις το 2,9% της νέας προσφοράς, η Δυτική Ελλάδα το 2,8%, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη το 1,8%, ενώ το Νότιο Αιγαίο, η Θεσσαλία και η Πελοπόννησος κινούνται κοντά στο 1,7% η καθεμία. Η κατανομή αυτή αποτυπώνει τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των δύο μεγάλων μητροπολιτικών κέντρων και της περιφέρειας, καθώς η οικοδομική δραστηριότητα ακολουθεί πλέον με μεγαλύτερη ένταση τη συγκέντρωση πληθυσμού και επενδυτικών κεφαλαίων.
Η Θεσσαλονίκη και τα Νότια Προάστια οδηγούν την ανάπτυξη
Σε επίπεδο επιμέρους αγορών, η Θεσσαλονίκη αναδεικνύεται στον μεγαλύτερο πόλο νέας οικιστικής ανάπτυξης της χώρας. Η πόλη συγκεντρώνει το 23,9% των νέων κατοικιών που καταγράφονται στις δύο μεγαλύτερες περιφέρειες της χώρας, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια η αγορά ακινήτων της συμπρωτεύουσας.
Πολύ κοντά ακολουθούν τα Νότια Προάστια της Αθήνας, τα οποία συγκεντρώνουν το 20,3% της νέας προσφοράς. Η περιοχή εξακολουθεί να προσελκύει έντονο ενδιαφέρον από επενδυτές και αγοραστές υψηλότερου εισοδήματος, καθώς η ανάπλαση του παραλιακού μετώπου και οι μεγάλες επενδύσεις στην Αθηναϊκή Ριβιέρα ενισχύουν διαρκώς την ελκυστικότητά της.
Ιδιαίτερα ισχυρή παραμένει και η παρουσία των Βορείων Προαστίων και του κέντρου της Αθήνας, που συγκεντρώνουν από 14,2% έκαστο. Ακολουθεί η Ανατολική Αττική με 8,8%, τα Δυτικά Προάστια με 6,3%, ο Πειραιάς με 5,7% και η Χαλκιδική με 5,5%.
Ουσιαστικά, η νέα οικοδομή στην Ελλάδα συγκεντρώνεται σε λίγες συγκεκριμένες αγορές, με τη Θεσσαλονίκη και τον μητροπολιτικό πυρήνα της Αθήνας να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της νέας κατασκευαστικής δραστηριότητας.
Η κυριαρχία του διαμερίσματος
Η συγκέντρωση της οικοδομής στα μεγάλα αστικά κέντρα συνοδεύεται και από μια σημαντική αλλαγή στο είδος των κατοικιών που κατασκευάζονται. Το διαμέρισμα αποτελεί πλέον τον αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή της αγοράς.
Σχεδόν επτά στα δέκα νέα σπίτια που βγαίνουν προς πώληση είναι διαμερίσματα. Συγκεκριμένα, το 69,8% της νέας προσφοράς αφορά διαμερίσματα, έναντι 24,9% για μεζονέτες και μόλις 5,3% για μονοκατοικίες.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το μοντέλο της νέας κατοικίας γίνεται ολοένα πιο αστικό. Οι υψηλές αξίες γης, η ανάγκη για μεγαλύτερη αξιοποίηση των οικοπέδων και η αυξημένη ζήτηση στις μεγάλες πόλεις ωθούν τους κατασκευαστές στην ανάπτυξη πολυκατοικιών, αφήνοντας τις μονοκατοικίες σε έναν σαφώς πιο περιορισμένο ρόλο.
Μια αγορά με μεγάλες διαφορές τιμών
Η νέα γεωγραφία της οικοδομής αποτυπώνεται και στις τιμές των νεόδμητων κατοικιών. Ο εθνικός διάμεσος όρος διαμορφώνεται στα 3.942 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ωστόσο οι αποκλίσεις μεταξύ των περιφερειών είναι ιδιαίτερα μεγάλες.
Το Νότιο Αιγαίο καταγράφει τη μεγαλύτερη διάμεση τιμή στη χώρα, στα 5.350 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ακολουθούμενο από την Αττική με 4.500 ευρώ και την Κρήτη με 4.285 ευρώ ανά τ.μ. Στον αντίποδα, η Θεσσαλία εμφανίζει τη χαμηλότερη τιμή με 2.330 ευρώ ανά τ.μ., κάτι που σημαίνει ότι η αγορά νεόδμητης κατοικίας στο Νότιο Αιγαίο κοστίζει υπερδιπλάσια σε σχέση με τη θεσσαλική αγορά.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της Αττικής. Τα Νότια Προάστια παραμένουν η ακριβότερη αγορά νεόδμητης κατοικίας με διάμεση τιμή 4.906 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Ακολουθούν τα Βόρεια Προάστια με 4.662 ευρώ και το Κέντρο της Αθήνας με 4.568 ευρώ ανά τ.μ.
Οι τρεις αυτές περιοχές διαμορφώνουν πλέον μια ξεχωριστή «premium» ζώνη κατοικίας, με τιμές σημαντικά υψηλότερες τόσο από τον εθνικό μέσο όρο όσο και από τις υπόλοιπες αγορές της Αττικής. Αντίθετα, στη Θεσσαλονίκη η διάμεση τιμή των νεόδμητων κατοικιών διαμορφώνεται στα 3.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, σχεδόν 40% χαμηλότερα από τα Νότια Προάστια.
Ποιες κατοικίες ζητά η αγορά
Πέρα από την τοποθεσία και την τιμή, τα χαρακτηριστικά των νέων κατοικιών αποκαλύπτουν και τις προτιμήσεις των αγοραστών. Η θέση στάθμευσης και η αποθήκη έχουν πλέον μετατραπεί σε βασικά στοιχεία της νέας προσφοράς.
Το 77% των νεόδμητων κατοικιών διαθέτει θέση στάθμευσης, ενώ το 73% συνοδεύεται από αποθηκευτικό χώρο. Παράλληλα, σχεδόν μία στις δύο νέες κατοικίες διαθέτει ηλιακό θερμοσίφωνα, καθώς το ποσοστό φτάνει το 48%.
Αντίθετα, η πισίνα εξακολουθεί να αποτελεί χαρακτηριστικό περιορισμένης διάδοσης. Μόλις το 11% των νέων κατοικιών διαθέτει πισίνα, γεγονός που δείχνει ότι παραμένει παροχή που απευθύνεται κυρίως στην αγορά πολυτελών ή παραθεριστικών ακινήτων.
Η νέα στεγαστική πραγματικότητα
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική αγορά κατοικίας μετασχηματίζεται. Η νέα οικοδομή συγκεντρώνεται σε λίγους ισχυρούς πόλους ανάπτυξης, με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη να κυριαρχούν απόλυτα τόσο σε επίπεδο προσφοράς όσο και επενδυτικού ενδιαφέροντος. Παράλληλα, το διαμέρισμα εξελίσσεται στο κυρίαρχο προϊόν της αγοράς, ενώ διαμορφώνεται μια ολοένα πιο έντονη διαφοροποίηση τιμών μεταξύ των ακριβότερων και των πιο προσιτών περιοχών της χώρας.
Η νέα γεωγραφία της οικοδομής αποτυπώνει τελικά τη νέα γεωγραφία της ζήτησης: περισσότερα σπίτια χτίζονται εκεί όπου συγκεντρώνονται οι δουλειές, οι επενδύσεις, οι υποδομές και οι πληθυσμιακές μετακινήσεις. Και προς το παρόν, αυτό σημαίνει κυρίως Αθήνα και Θεσσαλονίκη.